Book review, movie criticism

Thursday, April 3, 2025

Dito Montiel, Όλο το σόι (Riff raff, 2024)

 Dito Montiel, Όλο το σόι (Riff raff, 2024)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Καταρχάς να ξαναπώ ότι τα αστυνομικά, όσο κακά και αν είναι, τα βλέπω ευχάριστα, αρκεί να μην έχουν μπερδεμένη πλοκή.

  Η τρίτη φορά που μου συμβαίνει:

  Πολύ χαμηλή βαθμολογία, μόλις 5,8, όμως εμένα με ενθουσίασε.

  Ξέρω γιατί δεν άρεσε, γιατί έπεσε ελάχιστο πιστολίδι.

  Η ταινία είναι περισσότερο ατμοσφαιρική, με πολλές ανατροπές και αποκαλύψεις. Και φυσικά άφθονο σασπένς.

  Καλά, τέτοιο καθίκι που είναι ο Τζόνι, πώς διάβολο του κάθισε;

  Γυναικάς, οι γυναίκες έλκονται σαν από μαγνήτη από τέτοια καθίκια.

  Όταν την παράτησε αυτή ήταν έτοιμη να τα φτιάξει με τον Ρόκο. Όμως ο Ρόκο ζήτησε πρώτα την άδεια του Τζόνι, του γιου του αφεντικού της συμμορίας, ο οποίος του την έδωσε.

  Μετά θέλησε να ξεμπλέξει από τη συμμορία.

  Όμως όταν μπλέξεις, δεν ξεμπλέκεις εύκολα, δεν θυμάμαι σε ποια άλλη ταινία το είδα πρόσφατα.

  Η πλοκή είναι περίπλοκη, όμως όχι μπερδεμένη.

  Τόσο περίπλοκη που ούτε η βικιπαίδεια τη γράφει.

  Με εντυπωσίασε η ερμηνεία τους, με κορυφαία, κατά τη γνώμη μου, αυτή της Jenifer Coolidge.

  H ταινία δεν είναι μόνο crime, είναι και comedy.

  Τις κωμικές νότες τις σκορπάει ο χοντρούλης μαύρος.

  Μια αστυνομική ταινία είναι περίπου σαν ένα αίνιγμα. Προσπαθούμε να μαντέψουμε τον δολοφόνο.

  Εδώ δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα, ξέρουμε από την αρχή ποιοι είναι οι κακοί.

  Όμως μάντεψα ότι ο χοντρούλης μαύρος (η ταινία είναι διαφυλετική) είναι που θα εξόντωνε τον κακό (δεν κάνω σπόιλερ, στα αστυνομικά το τέλος είναι δεδομένο, οι κακοί θα πληρώσουν, είτε με τη ζωή τους, το πιο σύνηθες, είτε με μακρόχρονη φυλάκιση).

  Να μη γράψω ότι είναι πολύ καλή ταινία μια και έχω πει τόσες φορές ότι «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα», θα γράψω ότι μου άρεσε πάρα πολύ και ότι της έβαλα 8 στο IMDb.

  Ας το γράψω και αυτό.

  Διάβασα το βιογραφικό του Bill Murray (πρέπει να ξαναδώ, για να γράψω, το «Χαμένοι στη μετάφραση»).

  Όταν του κάνουν μια πρόταση, διαβάζει πρώτα το σενάριο και ανάλογα απαντάει.

  Να το ξαναπώ: το σενάριο έρχεται πρώτο, μετά η σκηνοθεσία.

  Και για τυχόν αντιρρήσεις: πολλοί μεγάλοι σκηνοθέτες γράφουν μόνοι τους τα σενάρια των έργων τους. Ο Κουροσάβα είναι η πιο κλασική περίπτωση. Ο Κουροσάβα, που τον είδα πακέτο όχι μόνο σαν σκηνοθέτη αλλά και σαν σεναριογράφο, δηλαδή είδα όλες τις ταινίες που γυρίστηκαν πάνω σε δικό του σενάριο.  

Tuesday, April 1, 2025

Grigory Kozintsev και Leonid Trauberg, Η νέα Βαβυλώνα (Новый Вавилон, 1929)

 Grigory Kozintsev και Leonid Trauberg, Η νέα Βαβυλώνα (Новый Вавилон, 1929)

 


  Μόνο για σήμερα (όχι, δεν είναι πρωταπριλιάτικο) και αύριο, στις 16.00 στο Στούντιο

  Η «Νέα Βαβυλώνα» είναι ένα κατάστημα στο Παρίσι, το 1971. Αποτελεί όμως και μια μεταφορά, και για την ακρίβεια μια μεταφορά της μεταφοράς. Η πρώτη μεταφορά: Η Βαβυλώνα, πόλη της χλιδής, της διαφθοράς και της ακολασίας. Η δεύτερη, το Παρίσι, πόλη της χλιδής, της διαφθοράς και της ακολασίας. Εδώ ο κόσμος χάνεται (μόλις έχουν νικηθεί οι Γάλλοι από τους Πρώσους και το… (η μπουρζουαζία διασκεδάζει, σα να μη συμβαίνει τίποτα). Αντιστικτικά, πολλές φορές οι σκηνοθέτες δίνουν πλάνα από το κέντρο διασκέδασης και από τη ζωή των εργατών.

  Μπορείτε να διαβάσετε για την Παρισινή κομμούνα στη βικιπαίδεια πατώντας εδώ.

  Με φόντο μια αισθηματική, όχι ερωτική, ιστορία, οι δυο σκηνοθέτες μας παρουσιάζουν την παρισινή κομμούνα. Αυτός, στρατιώτης. Αυτή, κομουνάρισα. Το τέλος είναι δεδομένα δραματικό, όπως και της κομμούνας, της πρώτης απόπειρας σοσιαλιστικής επανάστασης που αποτέλεσε σύμβολο για τις κομουνιστικές εξεγέρσεις. Έγραψαν γι’ αυτήν τόσο ο Μαρξ όσο και ο Λένιν.

  Και η ταινία τελειώνει με ένα πλάνο που δείχνει ένα τοίχο που πάνω του είναι γραμμένο το σύνθημα: Ζήτω η κομμούνα.

  Ελάχιστοι μεσότιτλοι. Τα σύντομα πλάνα νομίζω έχουν να κάνουν και με τις τεχνικές δυνατότητες της εποχής, αλλά πιστεύω ότι έχουν να κάνουν και με το ότι ο κινηματογράφος ήταν βουβός εκείνη την εποχή. Πιθανότητα βουβά μεγάλα πλάνα, χωρίς λόγο, να κούραζαν.

  Το γράφω αυτό γιατί επανειλημμένα έχω δηλώσει ότι δεν μου αρέσουν τα σύντομα πλάνα που δίνουν ένα γρήγορο ρυθμό στην ταινία και που καθιστούν συχνά ασαφή την πλοκή. Οι περισσότεροι μεγάλοι σκηνοθέτες προτιμούν τα μεγάλης διάρκειας πλάνα (Αγγελόπουλος, Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν, είναι αυτοί που μου έρχονται τώρα στο νου. Η ομοιότητα όμως είναι μέχρι εδώ. Μουγγός ο Αγγελόπουλος, λαλίστατος ο Τσεϊλάν). Εδώ βλέπω ότι με τον βουβό κινηματογράφο τα πράγματα είναι αλλιώς.

  Παραλίγο να τα ξεχάσω.

  Πρώτον, την εξαιρετική μουσική του Ντιμίτρι Σοστάκοβιτς, από τους πιο αγαπημένους μου συνθέτες.

  Δεύτερον, από τη βικιπαίδεια έμαθα ότι ο πασίγνωστος χορός καν καν, τον οποίο απεικόνισε και ο Τουλούζ Λωτρέκ σε ένα πίνακά του, είναι από την οπερέτα του Όφενμπαχ «Ο Ορφέας στον άδη».

  Τρίτον, ακούσαμε την Μασαλιώτιδα, τον πιο διάσημο εθνικό ύμνο γιατί συνδέεται με τη γαλλική επανάσταση, το καν καν βέβαια, και αναγνωρίσαμε το ça ira.

  Τη συστήνω ανεπιφύλακτα.

  Τώρα το πρόσεξα αυτό, ψάχνοντας για frame. Εξαιρετική επινόηση: Ανάμεσα στα αντικείμενα (πέτρες, έπιπλα, κ.ά) με τα οποία έστησαν τα χαρακώματα, ένας κάθεται και παίζει στο πιάνο.

Μια και δεν παίζεται πια, να σας πούμε ότι την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube.