Book review, movie criticism

Wednesday, April 1, 2026

Lu Chuan, Born in China (我们诞生在中国)2016)

 Lu Chuan, Born in China (们诞生在中国)2016)

 


Θα προβληθεί μεταξύ 12 και 19 Μάη στο το Στούντιο, παρουσία του σκηνοθέτη, μαζί με τρεις άλλες ταινίες.  

 

  Δεν θυμάμαι να έχω δει πιο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για ζώα. Παρακολουθώντας κυρίως τις ζωές τριών οικογενειών, πάντα, πιθήκων και μιας λεοπάρδαλης με τα μικρά της, καθώς και μιας αγέλης από αντιλόπες, ο αφηγητής μας αφηγείται με γλαφυρότητα τη ζωή τους, αυτά που τους συμβαίνουν.

  Σε μας οι πελαργοί φέρνουν ζωές, τα μωρά. Στους κινέζους οι γερανοί παίρνουν μια ζωή όταν γεννιέται μια άλλη ζωή.

  Βλέποντας τα θηράματα να προσπαθούν να ξεφύγουν από τους θηρευτές μου ήλθε στο μυαλό το «Ο θάνατός σου η ζωή μου».

  Και καπάκι μετά: «Πάντα εν σοφία εποίησας».

  7,2 η βαθμολογία του, εγώ έβαλα 8.

Lu Chuan (陆川), City of life and death (南京!南京, 2009)

 Lu Chuan (陆川), City of life and death (南京!南京, 2009)

 


Θα προβληθεί μεταξύ 12 και 19 Μάη στο το Στούντιο, παρουσία του σκηνοθέτη, μαζί με τρεις άλλες ταινίες.  

 

  O Lu Chuan τυπικά ανήκει στην 6η γενιά των κινέζων σκηνοθετών, αφού δεν συμμερίζεται αρκετά από τα ενδιαφέροντά τους, όπως η κοινωνική κριτική. Θα έλεγε κανείς ότι ανήκει στην 5η γενιά, αν και ηλικιακά ανήκει στην 6η γενιά. Δεν έχει μια σταθερή θεματική. Από το αστυνομικό πηγαίνει στο φανταστικό, ανατρέχει στην πρόσφατη και την παλιά ιστορία, και δεν περιφρονεί και το ντοκιμαντέρ.

  Λίγοι ξέρουν για το Ναντζίνγκ, την πρωτεύουσα του Νότου, και ακόμη πιο λίγοι ξέρουν για τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι γιαπωνέζοι εισβολείς καταλαμβάνοντας την πόλη. Οι πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις μιλάνε για 50.000 νεκρούς, στρατιώτες και πολίτες, ενώ άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό στις 500.000.

  Ξέραμε για τις φρικαλεότητες, τώρα τις είδαμε και στην κινηματογραφική αναπαράσταση. Φόνοι πολιτών χωρίς κανένα λόγο, εκτελέσεις αιχμαλώτων στρατιωτών, βιασμοί γυναικών…

  Πραγματικά ανατριχιαστικά αυτά που βλέπουμε.

  Ο ναζί επιχειρηματίας John Rabe έσωσε χιλιάδες πολίτες σχηματίζοντας μια ουδέτερη ζώνη, πράγμα που του το αναγνώρισαν οι κινέζοι μεταπολεμικά. Όμως πλήρωσε πολύ ακριβά τη συμμετοχή του στο ναζιστικό κόμμα. Ένας ναζί Schindler.

  Αντιστικτικά στους πολεμοχαρείς γιαπωνέζους στέκεται ο Kadogawa. Θα αναπτύξει αισθήματα για μια γιαπωνέζα πόρνη (για τις γιαπωνέζες οι στρατιώτες πληρώνουν 5 γιεν ενώ για τις κινέζες 2 γιεν). Όταν μαθαίνει το θάνατό της (ακολούθησε τους στρατιώτες στην πρώτη γραμμή) είναι απαρηγόρητος.

  Είναι αποτροπιασμένος από τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι συμπολεμιστές του.

  Στο τελευταίο επεισόδιο συνοδεύει έναν άντρα με το παιδί του, δεμένους πισθάγκωνα, με έναν άλλο στρατιώτη. Τους λύνει και τους λέει να προχωρήσουν.

  -Θα τους σκοτώσουν, μου λέει ο φίλος μου ο Γιάννης.

  Αυτή είναι η αφηγηματική αναμονή.

  Διώχνει τον άλλο στρατιώτη.

  Μένει μόνος. Πηγαίνει σε μια άκρη, βάζει το πιστόλι στον κρόταφό του και πυροβολεί.

  Εξαιρετική σκηνοθεσία, ο Λου δένει υπέροχα, και στις σωστές αναλογίες, τις προσωπικές ιστορίες με τον γενικό χαλασμό.

  Το 7,8 της βαθμολογίας της δεν με εξέπληξε. Εγώ έβαλα 8.  

Σώτη Τριανταφύλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης

 Σώτη Τριανταφύλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Πόλις 1998

 


  Της Σώτης Τριανταφύλλου έχουμε διαβάσει το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο της, «Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι» και «Το εναέριο τραίνο στο Στίλγουελ» (το «Σάββατο στην άκρη της πόλης» είναι το τέταρτο) τότε που εκδόθηκαν, καθώς και τα «Κινέζικα κουτιά» πέρυσι. 

  Το βιβλίο το διάβασα επειδή θα συζητιόταν σε μια Λέσχη Ανάγνωσης στην Αμπάριζα (Γαλάτσι) χθες.

  Και σ’ αυτό βλέπω την αυτοβιογραφική αφήγηση που είδα και στα δυο πρώτα της βιβλία. Βέβαια πόσα από αυτά που παραθέτει είναι (αυτο)βιογραφικά και πόσα πραγματική επινόηση, δεν μπορούμε να ξέρουμε.

  Δηλαδή μπορούμε να υποθέσουμε για κάποια.

  Η αφηγήτρια έχει την ηλικία της ίδιας της Τριανταφύλλου. Επίσης διδάσκει ιστορία σε ένα λύκειο, και στην ιστορία έκανε το διδακτορικό της η Τριανταφύλλου. Και βέβαια όπως και η ηρωίδα της έζησε αρκετά χρόνια στην Αμερική.

  Η Τριανταφύλλου μας δίνει την εικόνα της νεολαίας εκείνης της εποχής, σίγουρα ενός μεγάλου τμήματός της, μέσα από την αφήγησή της. Πάθος με τη μουσική (τρία μόνο μουσικά συγκροτήματα αναγνώρισα καθώς εγώ είμαι των sixties ενώ η Τριανταφύλλου είναι των seventies. Αυτά είναι οι Σάιμον και Γκαρφάνκελ, Πήτερ Πωλ και Μαίρη, και οι Πινκ Φλόυντ), αλλά και με τα ναρκωτικά. Κυκλοφορούν ένα σωρό πολύχρωμα χάπια, αυτά έχουν τη μεγαλύτερη πέραση. Αλλά και το ποτό δεν πάει πίσω. Αυτό θα οδηγήσει στο θάνατο τον κολλητό της.

  Τελικά όλοι στη Λέσχη Ανάγνωσης είχαμε την ίδια γνώμη. Μέχρι τη μέση δεν τραβούσε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον, μετά όμως άρχισε να γίνεται συναρπαστικό, ενώ διανθιζόταν κατά διαστήματα και με χιούμορ. Κορυφαίο το επεισόδιο της καταδίωξής τους από την αστυνομία, και πώς τη γλίτωσαν! Το τίμημα βέβαια ήταν ακριβό, το πανάκριβο αμάξι έπρεπε να το ξεφορτωθούν.

  Αφηγηματική άνεση, χιούμορ, συναρπαστικά επεισόδια στο τέλος, είναι τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του βιβλίου.

  Όμως καλύτερα να δώσουμε το λόγο στη συγγραφέα, παραθέτοντας αποσπάσματα.

  «Στο Μανχάταν… οι άστεγοι είχαν στρατοπεδεύσει μέσα σε τεράστια χαρτόκουτα».

  Θα αναφερθεί και άλλες φορές στους άστεγους η Τριανταφύλλου. Πρέπει να ήσαν πάρα πολλοί. Αναρωτιέμαι πώς να είναι η κατάσταση σήμερα. Οι άστεγοι είναι οι πιο ταλαιπωρημένοι της γης.

  «Αγαπούσε όλο τον κόσμο μ’ έναν αδικαιολόγητο και διαχυτικό τρόπο…».

  Σαν την «Τζαναμπέτισα» του Ξυλούρη: Κι όποιο κι αν δει τον αγαπά κι ας μην τονε γνωρίζει.  

  «Αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατό να υπάρχουν άνθρωποι που νοσταλγούν το σχολείο».

  Κι εγώ το ίδιο.

  Το θυμάμαι σαν τώρα.

  Πιάνω μια πέτρα από χάμω και στέκομαι στην είσοδο του (μοναδικού τότε) εξατάξιου γυμνασίου. Μπροστά μου η εκκλησία, πίσω το σχολείο.

  Και τη ρίχνω πίσω μου.

  Η κυριολεξία, για να τονίσω τη μεταφορά.

  «Οι πετσέτες περιλαμβάνονται στην τιμή του δωματίου γιατί όλοι τις κλέβουν».

  Εμείς πάντως τις παντόφλες δεν τις κλέψαμε. Χρησιμοποιήσαμε τις δικές μας και αυτές τις πήραμε μαζί μας.

  Εγώ και ο…

  Όχι δεν θα τον μαρτυρήσω. Είναι αυτός που είχε την ιδέα.

  «Έτσι έχασα την κηδεία της γιαγιάς… επειδή η μαμά μου πίστευε πως τα παιδιά δεν πρέπει να πηγαίνουν σε κηδείες».

  Και η μαμά μου το ίδιο πίστευε.

  Ήμουν δώδεκα χρονών όταν πέθανε η γιαγιά μου, η μητέρα της, και δεν με πήρανε στην κηδεία. Έφαγα μεσημεριανό με τα ξαδέλφια μου, στο απέναντι σπίτι.

  «Μάλιστα όταν πήγαινα στο γυμνάσιο κι είχα πει ότι θέλω να μάθω γερμανικά, ο μπαμπάς μου με κοιτούσε σαν να τον είχα βρίσει: κι είχε προτείνει να με στείλει στον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο να μάθω ρωσικά».

  Στο σχολείο μια χρονιά μόνο κάναμε αγγλικά, δεν υπήρχαν καθηγητές, στην τρίτη γυμνασίου. Εγώ όμως ήθελα να μάθω αγγλικά. Από το φροντιστήριο ο κος Σταυρακάκης με είχε αποβάλει λόγω αταξιών, έτσι διάβαζα μόνος μου, τις αγγλικές μεταφράσεις των έργων του Καζαντζάκη. Και ο πατέρας μου: Τι τα διαβάζεις τα αγγλικά, να διαβάζεις τα μαθήματά σου. Οι ρώσοι θα έλθουν και θα σφάξουν (ακριβώς έτσι, θα σφάξουν) τους αμερικάνους.

  Φοιτητής, στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, έχασα την υποτροφία που κέρδισα στις εισαγωγικές. Δικαίως, δεν διάβαζα, πώς να πάρω το 6,5. Σαν υπεραναπλήρωση άρχισα να μαθαίνω ρώσικα. Και ο πατέρας μου: Είντα τα διαβάζεις τα ρώσικα, να διαβάζεις τα μαθήματά σου (τα μαθήματά μου ήταν τώρα τα αγγλικά). Και εγώ: Εσύ δεν ήσουνα που μου ’λεγες ότι θα ’ρθουν οι ρώσοι να σφάξουνε τους αμερικάνους; Πρέπει να είμαι έτοιμος όταν έλθει εκείνη η ώρα.

  «…κι όταν βγήκαμε απ’ το αεροδρόμιο ψάχναμε επί μια ώρα το Όλντσμομπιλ που το είχαμε παρκάρει εκεί κοντά αλλά ούτ’ η Μπίμπι ούτ’ εγώ θυμόμασταν πού ακριβώς».

  Η φίλη μου με περίμενε να πάω να πάρω το αμάξι. Τρεις μέρες μόνο στην Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αδύνατο να μη θυμηθώ πού το είχα παρκάρει.

  Αμ δε…

  Έπειτα από αρκετή ώρα αγωνιώδους αναζήτησης, με την αβεβαιότητα αν θα το εύρισκα τελικά, το εντόπισα. Ευτυχώς, Suzuki Jimney, είναι ψηλό και προεξείχε. Έτσι μπόρεσα τελικά να το βρω.

  «Οι Πήτερ Πωλ και Μαίρη τραγουδούσαν το ‘αν είχα ένα σφυρί’…».

  If I had a hammer, εγώ το θυμάμαι με τον Τρίνι Λοπέζ.

  «…Θα ξαναγίνει υποχρεωτική η προσευχή στα σχολεία…».

  Αντιγράφω και επικολλώ από το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».

    «Την προσευχή που έλεγε ο μαθητής δεν τη θυμάμαι. Ίσως να ήταν το «πάτερ ημών». Την λέγαμε δε με τη σειρά. Κάθε ένας που ερχόταν η σειρά του, ανέβαινε τις σκάλες και στεκόταν στο υπερυψωμένο υπόστεγο δίπλα στους δασκάλους. Αφού στοιχιζόμασταν κανονικά κατά τριάδες, όχι μπουλούκι όπως στέκονται σήμερα οι μαθητές, του έκανε νόημα ο διευθυντής και άρχιζε.

  Το άγχος του τερματοφύλακα μπροστά στην μπάλα δεν είναι τίποτα μπροστά στο άγχος απέναντι στους συμμαθητές σου, προ παντός τους μεγαλύτερους, που περιμένουν με λαχτάρα ένα κόμπιασμά σου, ένα λάθος σου, για να ξεσπάσουν στα χάχανα. Κι εσύ τότε είσαι για να ανοίξει η γη να σε καταπιεί.

  Στο δημοτικό τα κατάφερα όσες φορές είπα προσευχή και δεν γέλασε κανείς. Στο γυμνάσιο όμως, και συγκεκριμένα στη δευτέρα γυμνασίου, κυριολεκτικά θριάμβευσα.

  Λέγαμε τότε μια προσευχή που κατέληγε: «...κραταίωσον τον βασιλέα και το έθνος ημών εν δόξει και ευημερία και ανάδειξον ημάς άξια τέκνα της Ελλάδος».

  Πλησίαζαν οι μέρες να έρθει η σειρά μου, κι εμένα το μυαλό μου συνέχεια γύριζε στην προσευχή. «Ακούς εκεί, πρώτα το βασιλιά και μετά το έθνος. Απαράδεκτο». Στο τέλος είχα κάνει περισσότερες προόδους. «Και γιατί το βασιλιά; Χαραμοφάηδες δεν είναι όλοι τους; Εις βάρος των λαών..., κ.λπ. κ.λπ.».  Έτσι όταν ήρθε η μέρα μου, ανεβαίνω πάνω και λέω «κραταίωσον το έθνος ημών εν δόξει και ευημερία...». Το βασιλιά τον είχα παραλείψει.

Οι καθηγητές, ακόμη κι αν άκουσαν, έκαναν πως δεν κατά­λαβαν. Στο διάλειμμα ήρθαν και με συνεχάρηκαν μεγαλύτεροι μαθητές για το θάρρος μου. Εγώ καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι».

  «…έκανε σαν να είχα πανικοβληθεί ξαφνικά για το μέλλον της Αμερικής και είπε… πως ο Ρήγκαν είναι επικίνδυνος…».

  Πού να έβλεπε τον Τραμπ.

  «Και το πλυντήριο έχει ένα σωρό κουμπιά… ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα. Ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα;».

  Εγώ την πάτησα. Στο καινούριο μου πλυντήριο candy βλέπω ένα eco. Αυτό είναι, σκέφτομαι.

  Μα για ποιο διάβολο κρατάει το πλύσιμο πάνω από δυο ώρες;

  Μετά από δυο τρία τέτοια πλυσίματα είπα να διαβάζω το εγχειρίδιο (τα εγχειρίδια γενικώς τα βαριούμαι, ο γιος μου με ειρωνεύεται γι’ αυτό). Και τότε ανακάλυψα: το eco δεν είναι economy αλλά ecology.

  «…ο Νίκυ τη ρώτησε αν στην ταινία παίζει την πουτάνα ή την υπηρέτρια κι η Χόλλυ του είπε πως παίζει μια υπηρέτρια που είναι και πουτάνα».

  Το αντίστροφο μάλλον αποκλείεται.

  Να το πω για αυτούς που με διαβάζουν για πρώτη φορά: δεν χάνω ευκαιρία να  αυτοβιογραφηθώ στις κριτικές μου. 

  Νομίζω το δεύτερο μισό του βιβλίου αποζημιώνει, αξίζει να το διαβάσετε.