Book review, movie criticism

Thursday, December 30, 2010

Walter Salles, Pamela Thomas, O primeiro Dia (Η πρώτη μέρα)

Walter Salles, Pamela Thomas, O primeiro Dia (Η πρώτη μέρα) 1999

Μ’ αρέσει ο Salles, ο «Κεντρικός σταθμός» είναι μια καταπληκτική ταινία. Και η «Πρώτη μέρα», που στα αγγλικά έγινε «Μεσάνυχτα», είναι μια πολύ καλή ταινία. Παρόλο που έγινε, φαντάζομαι, με παραγγελιά (έχει σαν φόντο την γιορτή της χιλιετίας, την θυμόμαστε όλοι), και τα κατά παραγγελία έργα δεν είναι πάντοτε τα πιο επιτυχημένα, η ταινία μου άρεσε. Αποτελεί εξάλλου και μια παρωδία της παραγγελιάς: ενώ όλος ο κόσμος γιορτάζει τον ερχομό της νέας χιλιετίας, κάποιοι άνθρωποι ζουν δυστυχισμένες ζωές. Για μια στιγμή φαίνεται ότι η ζωή θα τους χαμογελάσει. Και τους χαμογελάει. Για λίγο. Μετά πάλι αλλάζουν όλα. Ο άνδρας δολοφονείται. Η γυναίκα μένει μόνη, όμως φαίνεται να έχει ξεπεράσει τη διάθεσή της να αυτοκτονήσει.
Μου έχουν γίνει εμμονή οι «ρίζες της σύμπτωσης», και να τις πάλι, κάνουν την εμφάνισή τους, θυμίζοντάς μου κάτι ακριβώς τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, ίσως μόνο και μόνο για να κάνουν πιο μεγάλο αυτό το σημείωμα, που δεν σκόπευα να το κάνω μεγαλύτερο από την παράγραφο που έπιασε.
Θα ξεκινήσω με διαφήμιση. Ο εκδότης μου, ο Αλέξανδρος Δεσύλλας (εκδόσεις ΑΛΔΕ, μου εξέδωσε φέτος το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας») αποφάσισε να βγάλει μια σειρά μικρών βιβλίων, των τριών δεκαεξασέλιδων που θα πωλούνται 4-5 ευρώ, με διηγήματα κυρίως, την οποία τιτλοφορεί «metroαναγνώσματα», για να τα διαβάζει κανείς στο μετρό, αλλά και στο λεωφορείο ή το τραμ, κατά τη διαδρομή από και προς τη δουλειά. Σήμερα πήρα τα τέσσερα πρώτα που κυκλοφόρησαν, και τα οποία είναι τα εξής: Αλέξανδρου Βαλαβάνη, «Για όσο κρατήσει», Χριστίνας Καμπά, «Κράτα με στα χείλη σου», Αντώνη Δεσύλλα, «Σαν παλιό σινεμά» και Δημήτρη Κεραμέα, «Το άλλο μπλουζ».
Τέλειωσε η διαφήμιση.
Και οι «ρίζες της σύμπτωσης»:
Έχω γράψει κι εγώ τρία διηγήματα. Τα δυο έχουν αναρτηθεί στο Λέξημα, το άλλο είναι ανέκδοτο. Τα έγραψα το 1997, το 2000, και το περασμένο Πάσχα αντίστοιχα. Όλα μαζί μετά βίας μπορούν να καλύψουν 35 σελίδες, και έπρεπε οπωσδήποτε να γράψω τουλάχιστον ένα διήγημα ακόμη για να καλυφθούν τα τρία δεκαεξασέλιδα.
Το έγραψα χθες το βράδυ. Ο ήρωάς μου αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Με ποιον τρόπο; Πέφτοντας από την ταράτσα του σπιτιού του (μη σχηματίσετε λαθεμένη εντύπωση, είναι γραμμένο με χιούμορ). Την τελευταία στιγμή μετανιώνει και δεν πέφτει.
Και η σύμπτωση:
Η ηρωίδα του Salles ετοιμάζεται και αυτή να αυτοκτονήσει. Και όχι με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά πέφτοντας και αυτή από την ταράτσα. Σώζεται την τελευταία στιγμή.
Οι συμπτώσεις φτάνουν μέχρι εδώ. Γιατί αυτή δεν το μετανιώνει, αλλά την αρπάζει ο ήρωας όταν έχει ήδη αρχίσει να πέφτει στο κενό.
Ας το αναφέρω κι αυτό, έχω γράψει ένα αυτοβιογραφικό κείμενο με αυτόν τον κλεμμένο τίτλο (το έργο είναι του Άρθουρ Καίσλερ), για κάποιες φοβερές συμπτώσεις, και οι πιο φοβερές συνέβησαν τη μέρα που το έγραφα (με εξαίρεση τις 2 πρώτες σελίδες, Α4, οι υπόλοιπες 22 γράφηκαν σε μια μέρα).
Πότε θα το εκδώσω; Μα δεν σκοπεύω. Ίσως ο κληρονόμος μου. Μαζί με άλλα τρία που θα απαρτίζουν μια τετραλογία. Τα δυο από αυτά είναι επίσης αυτοβιογραφικά.
Αυτά για τον Salles και για τις «Ρίζες της σύμπτωσης».

Tuesday, December 28, 2010

Lou Ye, Spring fever (春风沉醉的晚上)

Lou Ye, Spring fever (春风沉醉的晚上) 2009

« Ένα βράδυ βαθιά μεθυσμένος με το ανοιξιάτικο αεράκι» είναι ο κινέζικος τίτλος του έργου, που τιμήθηκε με βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ Καννών. Στο διαδίκτυο διάβασα ότι το βραβείο το πήρε ο σεναριογράφος για την τόλμη του θέματος: ομοφυλοφιλία στη σύγχρονη Κίνα. Στο διαδίκτυο επίσης διάβασα ότι μόλις το 1997 αποποινικοποιήθηκε η ομοφυλοφιλία, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα βγήκε από τον κατάλογο των ψυχικών ασθενειών.
Η ταινία κινείται στο ίδιο επίπεδο με το «Θερινό ανάκτορο»: και εδώ περιγράφονται έρωτες, μόνο που εδώ οι έρωτες είναι ομοφυλοφιλικοί, ή για την ακρίβεια αμφιφυλικοί, αφού εμπλέκεται και η γυναίκα του ενός νεαρού, που καθώς συμβιβάζεται στο τέλος με την ιδιαιτερότητα του άνδρα της συναινεί, ή μάλλον παίρνει την πρωτοβουλία και σχηματίζουν ένα ερωτικό τρίγωνο.
Περίπου χωρίς υπόθεση όπως και το θερινό ανάκτορο, βλέπουμε τους έρωτες του τρίο αυτού, καθώς και πολύ τολμηρές ομοφυλοφιλικές σκηνές, που τέτοιες μόνο στον Αλμοδοβάρ είχα δει. Αυτός όμως είναι ομοφυλόφιλος, ενώ για τον Lou Ye δεν ξέρω, και δεν θέλω να εικάσω ότι είναι κι αυτός ομοφυλόφιλος μόνο και μόνο επειδή τόλμησε να γυρίσει μια ταινία με ένα τέτοιο τολμηρό θέμα. Πάντως φαίνεται να έχει εμμονή με την αυτοκτονία, αφού και στο έργο αυτό, όπως και στο «Θερινό ανάκτορο», έχουμε μιαν αυτοκτονία. Ίσως θέλει να μας πει ότι οι μεγαλύτερες ματαιώσεις σχετίζονται με τις ερωτικές μας σχέσεις, και στις ματαιώσεις αυτές πολλοί βρίσκουν την αυτοκτονία σαν διέξοδο.

Monday, December 27, 2010

David Fincher, Social network (Κοινωνικό δίκτυο)

David Fincher, Social network (Κοινωνικό δίκτυο), 2010

Στη συγκεκριμένη ταινία το θέμα είναι εκείνο που την καθιστά ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για μια βιογραφική ταινία, εντελώς σύγχρονη. Είναι η ιστορία του Mark Zuckerberg και του Eduardo Saverin που δημιούργησαν το facebook, στο οποίο είμαστε εκατομμύρια μέλη. Οι δυο φίλοι βρέθηκαν στα δικαστήρια κάποια στιγμή, αντιδικώντας και για την πατρότητα του facebook και για τα ποσοστά στην εταιρία. Η ταινία στο μεγαλύτερο μέρος της αναφέρεται στη δίκη, με άφθονα flash back. Τελικά οι δυο φίλοι κατέληξαν σε συμβιβασμό.
Μετά τον Bill Gates έρχονται οι δυο νεαροί που έγιναν εκατομμυριούχοι με μια πρωτότυπη ιδέα στο διαδίκτυο. Δεν μένει παρά να δούμε και μια βιογραφική ταινία για τον Bill Gates, όπως είδαμε για τον Ωνάση.
Για το παίξιμο του Jesse Eisenberg στο ρόλο του Μαρκ διάβασα στο διαδίκτυο ότι αξίζει για Όσκαρ. Πράγματι ήταν πάρα πολύ καλός, σε μια ταινία που το μόνο ενδιαφέρον που έχει είναι το θέμα της.
Θυμήθηκα πώς έγινα μέλος στο facebook, κατά παράκληση της Όλιας, κόρης των πιο καλών μου φίλων, για να μπω στην ομάδα για το Γαϊδουρονήσι (οι ξένοι το ξέρουν Χρυσή, το νησάκι με το αφρικανικό τοπίο που βρίσκεται απέναντι από την Ιεράπετρα) για να αυξηθεί ο αριθμός των μελών του (να ανακοινώσω παρεμπιπτόντως ότι ο Μανώλης Πρατικάκης γράφει τώρα εξαιρετικά ποιητικά κείμενα γι αυτό το νησί). Οι πρώτοι φίλοι μου ήταν μαθητές μου από το Βαρβάκειο, πριν γίνω σχολικός σύμβουλος, και που τώρα κάνουν την καριέρα τους σαν απόφοιτοι πανεπιστημίων ή τα μεταπτυχιακά τους –τους εύχομαι κάθε επιτυχία και στους δυο τομείς-και στη συνέχεια έκανα και άλλους φίλους, άτομα που δεν γνώριζα από πριν. Ακόμη ξαναβρέθηκα με παλιούς φίλους και γνωστούς που είχαμε χάσει επαφή. Μπορεί το facebook να είναι λίγο χαβαλές, όμως είναι και ένα δίκτυο που δημιουργεί νέες επαφές και συσφίγγει σχέσεις. Ακόμη για μένα είναι ένας χώρος όπου μπορώ να αναρτώ τα κείμενά μου. Βέβαια φιλοξενούνται στο blog μου, όμως μετά την ανάρτηση εκεί τώρα τελευταία μπήκε κατευθείαν η επιλογή της ανάρτησης στο facebook, ενώ παλιά έπρεπε να κάνω copy and paste στο link.
Μπράβο στους νεαρούς λοιπόν, δεν είναι μόνοι, υπάρχουν και ένα σωρό άλλοι που την ιστορία τους δεν την ξέρουμε, αλλά που κάποια στιγμή θα την μάθουμε, αρκετών τουλάχιστον από αυτούς, έστω και μόνο μέσω της βικιπαίδειας και όχι μέσω ταινίας.

Saturday, December 25, 2010

John Madden, Proof (Η απόδειξη)

John Madden, Proof (Η απόδειξη) 2005

Κατ’ αρχήν εύχομαι σε όλους, και όχι μόνο σε όσους διαβάσουν αυτό το post που μπορεί να είναι ελάχιστοι έως κανένας, Χρόνια Πολλά.
Και πάμε στην ταινία.
Θέμα της είναι μια κοινή αντίληψη, ότι η μεγαλοφυία συγγενεύει με την τρέλα. Και βέβαια η βιογραφική ταινία A beautiful mind που αναφέρεται στη ζωή του νομπελίστα μαθηματικού John Nash, γυρισμένη τέσσερα χρόνια πιο πριν, θεωρείται από αυτή την άποψη πιο ενδιαφέρουσα.
Και στην «Απόδειξη» ο μεγαλοφυής τρελός, το ρόλο του οποίου υποδύεται ο μεγάλος Antony Hopkins, είναι μαθηματικός. Όμως το έργο εστιάζεται στην κόρη του, μαθηματικός και αυτή, εξίσου ταλαντούχα, όμως καταθλιπτική και, θα λέγαμε, borderline τρελή. Με την πίεση του πατέρα της, τον οποίο φροντίζει στα χρόνια της τρέλας του έχοντας εγκαταλείψει τη δική της καριέρα, ασχολείται ξανά με τα μαθηματικά. Βρίσκει μια μεγαλοφυή απόδειξη, όμως ο μαθητής του πατέρα της που την φλερτάρει αρχικά αρνείται να πιστέψει ότι είναι δική της. Θα το κάνει στο τέλος, όταν αυτή, παραιτημένη, ετοιμάζεται να ακολουθήσει την αδελφή της στη Νέα Υόρκη, όπου θα είναι μια ασθενής υπό παρακολούθηση, παρά τις πιέσεις του νέου εκείνου.
Και η ταινία τελειώνει με το χαρακτηριστικό τέλος πολλών ταινιών, με τους ήρωες να βρίσκονται σε δίλημμα, να πρέπει να πουν το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι. Και βέβαια το εφέ της έκπληξης μας αναμένει πάντα, καθώς την τελευταία στιγμή κάνουν στροφή από το μεγάλο ναι στο μεγάλο όχι και αντίστροφα. Η Gwyneth Paltrow, την τελευταία στιγμή το σκάει από το αεροδρόμιο για να επιστρέψει στην καινούρια ζωή που της προτείνει να κάνει ο νεαρός.

Friday, December 24, 2010

Robert Redford, Ordinary people (Συνηθισμένοι άνθρωποι)

Robert Redford, Ordinary people (Συνηθισμένοι άνθρωποι) 1980

O Μίλαν Κούντερα στην «Αφάνταστη ελαφρότητα του είναι» μιλάει για το κιτς. Εγώ έχω γράψει για ένα κιτς που με ενοχλεί αφάνταστα στις αμερικανικές ταινίες, το οικογενειακό αγκάλιασμα και το «σ’ αγαπώ», «κι εγώ σ’ αγαπώ» (παρεμπιπτόντως να αναφέρουμε και το άλλο κιτς, να χαιρετάνε στρατιωτικά τη σημαία). Αλλά το 1980 που γύρισε την ταινία ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ δεν ήταν ακόμη κιτς. Ίσως γι αυτό μου άρεσε. Η ταινία, όπως διαβάζω στο διαδίκτυο, και εμπορική επιτυχία είχε και καλές κριτικές δέχτηκε.
Και κάτι ακόμη: είναι μια από τις λίγες φορές που ο ψυχολόγος δεν αντιμετωπίζεται ειρωνικά. Και φιγουράρει σε πολλές αμερικάνικες ταινίες, ενώ δεν τον είδα σε καμιά ιρανική. Οι αμερικάνοι, με μέσο επίπεδο ζωής ανώτερο από το μέσο επίπεδο ζωής στον ανεπτυγμένο κόσμο, έχουν τον ψυχίατρο όπως εμείς τον παθολόγο. Έτσι, εμείς οι τριτοκοσμικοί που τους βλέπουμε, νοιώθουμε και μια κάποια αίσθηση παρηγοριάς και εκδίκησης: έχουν σπιταρόνες, αμαξάρες, αλλά δεν είναι ευτυχισμένοι. Εγώ, με τα νέα μέτρα που μας έχουν επιβάλλει, νοιώθω κατάθλιψη βλέποντας το επίπεδο ζωής μου να συρρικνώνεται, αλλά και μόνο στη σκέψη ότι θα έπρεπε να πάω σε ένα ψυχολόγο για να αντιμετωπίσω αυτή την κατάθλιψη και να σκάσω χρήματα, νοιώθω την κατάθλιψή μου να γίνεται ακόμη πιο μεγάλη. Έτσι προσπαθώ να μην το σκέφτομαι.
Ελπίζω η Εύα Στάμου και ο Μανόλης Πρατικάκης να μη μου κρατήσουν κακία αν διαβάσουν αυτές τις γραμμές. Δεν υπονομεύω το επάγγελμά τους, απλά περιγράφω μια ζοφερή ελληνική πραγματικότητα.
Πατέρας, μητέρα και γιος, σε μια αμφιθυμική σχέση. «Πατέρας και γιος», «Μητέρα και γιος», δυαδικές σχέσεις. Δεν θυμάμαι αν έχω γράψει γι αυτές τις θαυμάσιες ταινίες του Σοκούροφ, να τις θυμίσω όμως. Είναι διαφορετικές, ειδικά η δεύτερη, για να τις συγκρίνει κανείς με το έργο του Ρέντφορντ, αλλά μου άρεσαν περισσότερο. Όμως θα πρέπει να σημειώσω το υπέροχο παίξιμο του Ντόναλντ Σάδερλαντ (και στο ΜΑSH ήταν υπέροχος), όπως και του Jude Hirsch, που έδιναν εκφραστικότητα στο παίξιμό τους με σχεδόν αδιόρατες εκφράσεις του προσώπου τους και κινήσεις του σώματός τους.

Wednesday, December 22, 2010

Naomi Kawase, Mogari no mori (the mourning forest)

Naomi Kawase, Mogari no mori (the mourning forest), 2007

Έχω γράψει συχνά πώς ο έρωτας φτάνει στο απόγειό του σε ακραίες καταστάσεις, και παίρνει ανάλογα και ακραίες εκφράσεις. Στην προ-προηγούμενη ανάρτησή μας για τον «Ποταμό Σου Τζόου» είδαμε τον ήρωα να ψάχνει για χρόνια να βρει την κοπέλα που κατά κάποιο τρόπο υπήρξε υπαίτιος της εξαφάνισής της, με πιθανό το θάνατό της. Στο «Δάσος που θρηνεί» ο έρωτας εκφράζεται επίσης με μια καθήλωση στο αγαπημένο πρόσωπο που διαρκεί πολύ μετά το θάνατό του. Ο ήρωας της ιστορίας μας, ένας γέρος που ζει σε γηροκομείο, όταν τον βγάζει βόλτα με το αυτοκίνητο μια από τις κοπέλες, της το σκάει για να πάει να βρει τον τάφο της γυναίκας του που βρίσκεται μέσα στο δάσος. Η κοπέλα καταφέρνει να τον εντοπίσει. Αυτός, αμετάπειστος, αρνείται να γυρίσει πίσω, και έτσι τον ακολουθεί αναγκαστικά. Τον φροντίζει με αγάπη σε αυτό το οδοιπορικό.
Βλέποντας το «Δάσος που θρηνεί» θυμήθηκα τον όρο rojaku στο θέατρο Νô της Ιαπωνίας. Αντιγράφω από το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας»:
«Το rojaku σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει την ήσυχη ομορφιά της γεροντικής ηλικίας, και η αναπαράστασή της είναι η αληθινή πρόκληση για τον ηθοποιό του Nô. Εκεί βρίσκεται η ουσία του Nô, και συμβολίζεται με ένα ανθισμένο λουλούδι πάνω σε ένα ξεραμένο κλαδί κερασιάς».
Το θέμα του συζυγικού έρωτα είναι κυρίαρχο και στο Bunraku, το κουκλοθέατρο των γιαπωνέζων. Και δεν είναι τυχαίο που ο Takeshi Kitano το έργο του «Κούκλες», όπου αναφέρεται σε μια παθιασμένη αφοσίωση του άνδρα στη φίλη του που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και σάλεψαν τα μυαλά της όταν την εγκατέλειψε για μια άλλη γυναίκα (άλλο θέμα αυτό στο Nô, το θέμα της τρελής), ξεκινάει με κουκλοθέατρο, για να αντικαταστήσουν τις κούκλες στη συνέχεια οι ζωντανοί ηθοποιοί.
Και βέβαια λατρεία των λουλουδιών των γιαπωνέζων έχει να κάνει με τη λατρεία του πράσινου γενικά. Το σκηνικό της δράσης στο έργο αυτό είναι ένα ειδυλλιακό δάσος.
Μου άρεσε πολύ το έργο αυτό. Ήταν ένα καλό διάλειμμα ανάμεσα στα κινέζικα έργα που βλέπω κατά κόρον αυτή την εποχή.

Tuesday, December 21, 2010

Μοχσέν Μαχμαλμπάφ, Scream of ants, Pedlar

Μοχσέν Μαχμαλμπάφ, Scream of ants (2006), Pedlar (1989)

Ας ξεκινήσουμε με τη σειρά που τις είδα, και όχι χρονολογικά. Ένα ζευγάρι ιρανών ταξιδεύει στην Ινδία. Η γυναίκα θρησκευόμενη, ο άνδρας πρώην κομμουνιστής. Στο τέλος θα βρεθούν χώρια, χωρίς να δούμε τη σκηνή του χωρισμού. Ένας Bergman σε ανοιχτό χώρο (εικόνες από την Ινδία, η εξαθλίωση, οι γκουρού, ο Γάγγης, κ.ά.) αλλά με παρόμοιους φιλοσοφικούς διαλόγους. Η γυναίκα, ψάχνοντας για τον «ολοκληρωμένο άνθρωπο» σε ένα ερημικό τοπίο, ή μάλλον κανονική έρημο αφού πατάνε πάνω στην άμμο, σκέφτεται με τρόμο πως σε κάθε βήμα της παίρνει τη ζωή ενός μυρμηγκιού. Μια ατάκα που μου άρεσε και την κατέγραψα, είναι: «Θεέ μου, ακούς τις φωνές των μυρμηγκιών;». Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ξέραμε την απάντηση.
Το Pedlar αφηγείται τρεις ιστορίες. Η πρώτη, ελεύθερη διασκευή από διήγημα του Μοράβια, αναφέρεται στις προσπάθειες ενός ζευγαριού να δώσουν το νιογέννητο μωρό τους κάπου που θα το φροντίσουν καλύτερα, αφού τα τρία προηγούμενα παιδιά τους, είτε εξαιτίας ελλιπούς διατροφής είτε εξαιτίας κληρονομικότητας (το ζευγάρι είναι ξαδέλφια), μετά από λίγο καιρό έμειναν ανάπηρα, με ατροφικά ποδάρια. Ξεκινούν από ένα ίδρυμα, αλλά, βλέποντας τις εικόνες εκεί μέσα, φεύγουν τρομαγμένοι (αλήθεια, είναι πραγματικές εικόνες ή στημένες; Το λέω γιατί η ταινία χρηματοδοτήθηκε από το καλλιτεχνικό τμήμα της οργάνωσης ισλαμικής προπαγάνδας, όπως διαβάζουμε στα γράμματα στην αρχή της ταινίας). Όλες οι προσπάθειες καταλήγουν σε αποτυχία. Η τελευταία τους φαίνεται ότι θα πετύχει: αφήνουν το μωρό στο σπίτι ενός πλούσιου όπου δούλευε ο άνδρας παλιά. Δεν θα μάθουν ποτέ ότι το μωρό τους κατάληξε στο ίδρυμα από όπου ξεκίνησαν.
Η δεύτερη ιστορία είναι ένας μονοφωνικός διάλογος ενός νεαρού με σαλεμένα τα μυαλά με την υπέργηρη μητέρα του (είναι σε καροτσάκι), αφού αυτή δεν του απαντάει. Ο νεαρός βγάζει τη μητέρα του στο μπαλκόνι, πηγαίνει να ψωνίσει, και τον κτυπάει ένα αμάξι. Περιμένουμε ότι θα έχει σκοτωθεί. Βλέπουμε τη γυναίκα να μένει στο μπαλκόνι μόνη. Είναι περασμένη νύχτα. Ξαφνικά γέρνει το κεφάλι. Ο νεαρός εμφανίζεται το πρωί, γεμάτος επιδέσμους. Ετοιμάζεται να της φτιάξει πρωινό. Δεν έχει αντιληφθεί ότι έχει πεθάνει. Τρομαχτικό.
Η τρίτη ιστορία αναφέρεται σε ένα μικροπωλητή που έχει μπλέξει με συμμορία, και φοβάται ότι θα τον σκοτώσουν επειδή θα νομίζουν ότι τους κάρφωσε για κάποιο έγκλημα. Μέχρι την εκτέλεσή του παρακολουθούμε την αγωνία του. Εξαιρετικό σκηνοθετικό εύρημα είναι οι σκηνές όπου φαντάζεται με ποιο τρόπο τον σκοτώνουν, και η τελευταία, που φαντάζεται ότι τους ξεφεύγει, ενώ ήδη είναι βαριά τραυματισμένος από σφαίρες.
Πολύ «δυτικές» μου φάνηκαν και οι τρεις ιστορίες, που σώζονται όμως από τη σκηνοθετική μαεστρία του Μαχμαλμπάφ. Αλλά στα έργα του θα επιστρέψουμε, μια και τώρα δεν μπορούμε να διαβάζουμε παρά μόνο να βλέπουμε ταινίες (εγχείρηση καταρράκτη είπαμε).