Book review, movie criticism

Thursday, February 13, 2014

Ba Jin, Qiu (Μπα Τζιν, Φθινόπωρο, 巴金, 秋)



Ba Jin, Qiu (Μπα Τζιν, Φθινόπωρο, 巴金, 秋)

  Το «Φθινόπωρο» είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας του κινέζου μυθιστοριογράφου Μπα Τζιν «Ταραγμένα χρόνια». Δεν είχαμε το πρώτο μέρος, την «Οικογένεια»,μόνο το δεύτερο και το τρίτο. Αυτά σε readers. Το δεύτερο, «Άνοιξη», το παρουσιάσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση.
  Όπως γράψαμε εκεί, η τριλογία αναφέρεται στην πτώση της οικογένειας Gao. Στη μυθοπλασία κυριαρχεί η καταπίεση της γυναίκας και η στενοκεφαλιά των μελών της πατριαρχικής αυτής οικογένειας, προσκολλημένοι καθώς είναι στις φεουδαρχικές παραδόσεις και στους κανόνες της κομφουκιανής ηθικής, παρά την αλλαγή των καιρών. Αναπόφευκτα θα κάνω τη σύγκριση με τον «Γατόπαρδο», για τον οποίο κάναμε μια ανάρτηση χθες, και ο οποίος αναφέρεται επίσης στην πτώση μιας οικογένειας. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα είναι ότι ο Λαμπεντούζα παρουσιάζει την ολοκληρωτική πτώση της οικογένειάς του αλλά και μιας ολόκληρης εποχής που τον θλίβει, ενώ ο Μπα Τζιν καταφάσκει στη νέα εποχή, και παρουσιάζει κάποια από τα μέλη της οικογένειας Gao να δραπετεύουν από τον ασφυκτικό κλοιό της, και άλλα, με την πτώση, να προσαρμόζονται στις νέες, αστικές συνθήκες.

Wednesday, February 12, 2014

Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Ο Γατόπαρδος



Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Ο Γατόπαρδος (μετ. Μαρία Σπυριδοπούλου), Bell 2004, σελ. 429.

  Ο «Γατόπαρδος» είναι ένα ακόμη αριστούργημα που δεν βρήκε αμέσως εκδότη. Οι δυο πρώτοι εκδότες στους οποίους απευθύνθηκε ο Lampedusa το αρνήθηκαν. Φαντάζομαι θα τραβούσαν τα μαλλιά τους όταν είδαν τι κελεπούρι άφησαν να φύγει μέσα από τα χέρια τους. Και δυστυχώς ο Λαμπεντούζα πέθανε (το 1957, σε ηλικία 61 ετών) χωρίς να δει το αριστούργημά του τυπωμένο, χωρίς καν να μάθει ότι έγινε δεκτό από κάποιον εκδότη, αφού αυτό έγινε μετά το θάνατό του.
  Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα που αναφέρονται στην πτώση οικογενειών, όπως «Οι Μπούντεμπρουκς» του Τόμας Μαν, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες» και τα «Ταραγμένα χρόνια» του Μπα Τζιν. Όμως μόνο αυτό, ή τουλάχιστον μόνο αυτό από όσα ξέρω, εστιάζει όχι κυρίως στην πτώση του οίκου αλλά στην πτώση μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης, της αριστοκρατίας, της οποίας ο πρίγκιπας Giuseppe Tomasi di Lampedusa αποτελεί έναν ξεπεσμένο εκπρόσωπο, με την πτώση αυτή να έχει ξεκινήσει από τον προπάππου του τον οποίο χρησιμοποιεί ως πρότυπο για τον ήρωά του τον Nτον Φαμπρίτσιο. Και την έναρξη της πτώσης αυτής ο Λαμπεντούζα την τοποθετεί συμβατικά το 1860, με την απόβαση του Γκαριμπάλντι στη Σικελία, τότε που η Ιταλία άρχισε να ενοποιείται ως κράτος.
  Η πλοκή, χωρίς να είναι προσχηματική, δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος. Όπως γράφει και ο εκδότης του στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, «Ο Γατόπαρδος παραχωρεί πολύ λίγα πράγματα, και όχι χωρίς κάποια ειρωνεία, στην πλοκή, στην ίντριγκα και στη μυθοπλασία» (σελ. 400). Ο Λαμπεντούζα, μέσα από τον αφηγητικό του λόγο, αλλά και τον λόγο του Nτον Φαμπρίτσιο που είναι ο porte-parole του, διεισδύει στην ουσία των γεγονότων, αναλύοντας, σχολιάζοντας, προβλέποντας, συχνά με μια λεπτή ειρωνεία, αλλά και αρκετό χιούμορ (για «υπέροχη αίσθηση του χιούμορ» γράφει ο εκδότης του στην εισαγωγή στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω). Αν και είναι εξίσου εκτενής και στις περιγραφές του, δεν δημιουργεί όμως καθόλου την αίσθηση του πλατειασμού.
  Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν αρκετά κείμενα για τον συγγραφέα και για το έργο. Σε ένα από αυτά διαβάζουμε:
  «Είναι φυσικό να αναρωτηθεί κανείς γιατί ο Τομάζι, ένας τόσο προικισμένος συγγραφέας που κατάφερε να γράψει το Γατόπαρδο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, αποφάσισε να αρχίσει τη λογοτεχνική του δραστηριότητα τα τελευταία μόνο χρόνια της ζωής του, αφού είχε περάσει τα εξήντα. Μερικές εξηγήσεις μπορούν να δοθούν και γι’ αυτό ή, τουλάχιστον, να διατυπωθούν κάποιες υποθέσεις. Το πρώτο μέρος της ζωής του συγγραφέα ήταν αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στα ταξίδια και στις σπουδές, στη διαμόρφωση εκείνης της προσωπικότητας που έκανε την εμφάνισή της στη συνέχεια στα ώριμα έργα του. Ό,τι έγραψε εκείνη την περίοδο, δεν το κράτησε» (σελ. 403).
  Εγώ έχω το κλειδί της απάντησης. Είναι κάτι που είπε ο Καζαντζάκης στη γυναίκα του την Ελένη, μετά την επιτυχία των μυθιστορημάτων του. Ευτυχώς, της λέει, που ήμουν φτωχός, γιατί αν ήμουν πλούσιος δεν θα έγραφα, θα ταξίδευα. Τόσο ο Μπαλζάκ όσο και ο Ντοστογιέφσκι έπρεπε να γράφουν ακατάπαυστα για να πληρώνουν τα χρέη τους· δυστυχώς γι’ αυτούς και ευτυχώς για τη λογοτεχνία.
  Αυτό έκανε ο Λαμπεντούζα: ταξίδευε, γι’ αυτό δεν έγραφε. Γιατί, όσο και αν ο οίκος του ήταν σε παρακμή, υπήρχε ακόμη αρκετή περιουσία που του επέτρεπε να ζει χωρίς να εργάζεται, και μάλιστα να ταξιδεύει. Πουθενά δεν διάβασα ότι άσκησε βιοποριστικό επάγγελμα. Οι μόνες ενασχολήσεις του ήταν τα ταξίδια, το διάβασμα, και τα μαθήματα πάνω στη λογοτεχνία που έδινε σε ένα στενό κύκλο μαθητών, φαντάζομαι χωρίς αμοιβή.
  Όπως και ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη», όπως και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στο «Μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας», θρηνεί για ένα κόσμο που χάνεται, φορέα υψηλών αισθητικών και ηθικών αξιών, και θλίβεται για την έλευση ενός καινούριου κόσμου κακογουστιάς που έχει σαν κυρίαρχη αξία το χρήμα.
  Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο θλίβεται και ο Μπαλζάκ στα μυθιστορήματά του. Και ενώ ο Μπαλζάκ θαύμαζε την αριστοκρατία και πρόσθεσε ένα «ντε» στο όνομά του (ειρωνικά, υπογράφω σε μια βιβλιοκριτική μου σε μια βιογραφία του ως Babis d’ Ermitzakis), o Lampedusa ανήκει σ’ αυτή την αριστοκρατία που έχει ξεπέσει. Όμως σε πρώτο πλάνο προβάλλει την ευγενική της φύση, στο πρόσωπο του Ντον Φαμπρίτσιο, ενώ την ξεπεσμένη φύση της την κρατάει στο παρασκήνιο, εκπροσωπούμενη από τον γαμπρό του, ο οποίος σπατάλησε την περιουσία του αφήνοντας τον ανιψιό του, γιο της αδελφής του, κυριολεκτικά αδέκαρο.
  Η αρνητική πλευρά της νέας τάξης προβάλλεται στο πρόσωπο του άξεστου δημάρχου Σεντάρα, που μαζεύει την περιουσία της αριστοκρατίας. Κανείς θετικός εκπρόσωπος της ανερχόμενης αστικής τάξης δεν φαίνεται στο έργο. Εν μέρει θα θεωρηθεί ως τέτοιος ο αδέκαρος αυτός ανιψιός, που με τα λεφτά της όμορφης κόρης του Σεντάρα την οποία θα παντρευτεί θα κάνει μια σημαντική καριέρα. Η επεισοδιακή τους σχέση προσημαίνεται, όμως δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης πραγμάτευσης. Μόλις στο 7ο μέρος μαθαίνουμε, παρεκβατικά, ότι τον είχε απατήσει με κάποιον.
  Και πια είναι η αντίληψη του Λαμπεντούζα για το λαό;
  «Ο στρατιώτης χαμογελούσε με μια βλακώδη και συνάμα τίμια έκφραση…» (σελ. 191).
  Νομίζω αυτό τα λέει όλα.
  Αυτό που με εκπλήσσει ως κρητικό είναι ότι κάνει άγριο θάψιμο της Σικελίας και των σικελών. Σ’ αυτό διαφέρει απόλυτα από τον Καζαντζάκη. Ή μήπως διαφέρει η Σικελία από την Κρήτη; Πάντως στη βεντέτα τα δυο νησιά μοιάζουν.
  Ουσιαστικά το μυθιστόρημα είναι τα έξι πρώτα κεφάλαια, που τοποθετούνται χρονικά στο 1860, και στα οποία δίνεται η εικόνα της μεταβατικής αυτής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης. Στο 7ο κεφάλαιο, τοποθετημένο το 1983, ο Λαμπεντούζα μας δίνει με ένα αριστουργηματικό τρόπο το θάνατο του Ντον Φαμπρίτσιο, με εσωτερική εστίαση στα τελευταία του συναισθήματα και τις τελευταίες του σκέψεις πριν τον πάρει η πανέμορφη κόρη, η αντιστροφή του χάρου ως courier για τον άλλο κόσμο. Στο 8ο και τελευταίο κεφάλαιο, τοποθετημένο χρονικά το Μάιο του 1910, μας δείχνει την πλήρη κατάρρευση του οίκου, παρουσιάζοντας τις τρεις κόρες του πρίγκιπα Σαλίνα να είναι γεροντοκόρες και θρησκόληπτες, και να κάνουν συλλογή ιερών οστών για το παρεκκλήσι τους, τα οποία τους πλασάρουν διάφοροι επιτήδειοι. Τα περισσότερα θα αφαιρεθούν μετά από έλεγχο της εκκλησίας ως μη γνήσια. Η πτώση θα δηλωθεί συμβολικά και με το ρίξιμο στα σκουπίδια του ταριχευμένου σκύλου Μπεντικό, τον οποίο έμπαζε χιουμοριστικά στις σκηνές των μεγάλων ο Λαμπεντούζα.
  Ποτέ δεν συνειδητοποιήσαμε τόσο πολύ τη διαφορά ανάμεσα στην πεζογραφία και τον κινηματογράφο όσο βλέποντας (για τρίτη τουλάχιστον φορά) την κινηματογραφική μεταφορά του έργου από τον Βισκόντι. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να μεταφερθεί στην οθόνη το δοκιμιακό τμήμα της αφήγησης του τριτοπρόσωπου αφηγητή. Όμως, επειδή ένα μεγάλο μέρος των ιδεών που εκφράζονται εκεί παρουσιάζονται και σε δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο με το λόγο των προσώπων, του ντον Φαμπρίτσιο κυρίως, ο Βισκόντι δεν φείδεται φιλμ για να τον αναπαραγάγει, σε μια τρίωρη ταινία που κόπηκε άγρια από τους παραγωγούς στην πρώτη έκδοση, τότε που πρωτοπήγε στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ευτυχώς το έργο αποκαταστάθηκε αργότερα στην ολότητά του. Και βέβαια ο Βισκόντι δεν χάνει την ευκαιρία να δώσει εκτενείς και εντυπωσιακές σκηνές μάχης για τις οποίες ο Λαμπεντούζα έχει αφιερώσει μόλις λίγες παραγράφους. Τελικά ο κινηματογράφος είναι θέαμα, εικόνα. Ο Αγγελόπουλος το ήξερε αυτό πολύ καλά.
  Θα σχολιάσουμε, κατά το συνήθειό μας, και μια παράγραφο.
  «Ο Ιησουίτης θυμόταν την Αντζελίνα…. Δεν μπόρεσε να αποφύγει τις καθόλου ευνοϊκές συγκρίσεις ανάμεσα σε κείνη και την Αντζέλικα: η μια ευτελής όπως και το πληβείο χαϊδευτικό της όνομα· η άλλη, αυτή που είχε ταράξει την οικογενειακή γαλήνη των Σαλίνα, μεγαλόπρεπη όπως και το όνομά της, που απαντά στον Αριόστο» (σελ. 248).
  Κρίμα που ο Τζον Βόιτ («Ο καουμπόης του μεσονυχτίου») δεν είχε διαβάσει τον Αριόστο, ή έστω τον Γατόπαρδο, πριν βαφτίσει την κόρη του, την Αντζελίνα Τζολί, πράγμα που φαίνεται ότι είχε κάνει ο Τζων Χιούστον πριν βαφτίσει τη δική του κόρη· τον Αριόστο, γιατί ο «Γατόπαρδος» εκδόθηκε οκτώ χρόνια μετά τη γέννησή της και αποκλείεται να τον είχε διαβάσει.
  Το βιβλίο το δανείστηκα από τη φίλη μου την Ελένη τη Στασινού, η οποία το διάβασε για να χρησιμοποιήσει στοιχεία για το επόμενο μυθιστόρημά της. Μου είχε μιλήσει γι’ αυτό με ενθουσιασμό πριν χρόνια ο φίλος μου ο Κώστας ο Μαυρουδής. Δεν ένοιωσα έκπληξη που κάποια από τα σκυλιά του Γατόπαρδου φιγουράρουν στο τελευταίο του βιβλίο «Η αθανασία των σκύλων». Ήταν ένα από τα βιβλία που ήξερα ότι έπρεπε κάποια στιγμή να διαβάσω. Και τώρα που το διάβασα σκέφτομαι ότι άργησα.
 
   

Friday, February 7, 2014

71η ιστορία, Η εξομολόγηση



71η ιστορία, Η κλωσού

  Και αυτή ιστορία μου την έστειλε ο Γιώργος ο Παραουλάκης. Την αντιγράφω ατόφια, με ελάχιστες παρεμβάσεις.   
  Κάθεται  ο Γιαννιός ο Παραουλάκης, γέρος πια, στο καφενείο του γιου του, του Κωστή, παρέα μ’ ένα φίλο του, συνομήλικο, και τα λένε.
  -Δεν παντρεύεται δα κι ο γιός μου ο Κωστής, να δω και γω εγγόνια απ’ αυτόν. Και ήθελα, λέει, να παντρευτεί όχι απ’ το δικό μας, αλλά από άλλο χωριό, για να έχω κι εγώ μιαν αφορμή να πηγαίνω και να τον επισκέπτομαι στο σπίτι του.
  -Ντα θα σε θέλω γω πατέρα να ’ρχεσαι; απαντά αμέσως ο Κωστής, που άκουσε την κουβέντα τους.
  -Γιάντα δε θα με θες;
  -Γιατί βλαστημάς!
  Δεν απάντησε ο γέρος στον γιό του, αλλά γύρισε προς τον φίλο του και άρχισε να διηγείται μια ιστορία.
  Ήτανε μια φορά ένας χωρικός και ξεκίνησε ένα πρωί να πάει σε ένα ξωμονάστηρο, όπου μόναζε ένας ηγούμενος που είχε τη φήμη άγιου ανθρώπου. Ήθελε να ξομολογηθεί και να μεταλάβει.
  Ξεκίνησε πολύ πρωί για να τον προλάβει πριν τη λειτουργία.  Μόλις φτάνει πηγαίνει αμέσως και τον βρίσκει και του λέει ότι θέλει να εξομολογηθεί.
  -Πες μου λοιπόν τι αμαρτίες έχεις κάνει τέκνον μου που σε βαραίνουν, και ήλθες να μου τις εξομολογηθείς;
  -Άγιε δέσποτά μου, ούτε έκλεψα, ούτε σκότωσα, ούτε μοίχευσα. Απεναντίας βοηθώ τους φτωχούς, όσο μπορώ γιατί κι εγώ φτωχός είμαι, και όλες τις εντολές τις τηρώ. Ένα ελάττωμα έχω μόνο: Βλαστημώ… Βλαστημώ πολύ…
  -Μεγάλο αμάρτημα απέναντι στο Θεό η βλασφημία τέκνο μου! Δεν μπορώ να σε μεταλάβω σήμερα. Οφείλω να σου επιβάλλω επιτίμιο. Θα γυρίσεις στο χωριό, θα νηστέψεις μια βδομάδα, θα κάνεις τριάντα μετάνοιες κάθε  πρωί και κάθε βράδυ και μετά θα λες δέκα φορές το «Πάτερ Ημών», ζητώντας συγχώρεση από τον Κύριο. Αφού τα κάνεις όλα αυτά θα ξανάρθεις να σε μεταλάβω.
  Σηκώθηκε στενοχωρημένος ο χωρικός να γυρίσει στο χωριό του.
  -Περίμενέ με μια στιγμή, του λέει ο καλόγερος. Έχω και γω δουλειά στο χωριό σου και έλεγα να κατέβω σήμερα μετά την λειτουργία. Κάτσε να την παρακολουθήσεις και μετά κατεβαίνουμε μαζί.
  Σαν τέλειωσε τη λειτουργία του ο ηγούμενος ετοιμάστηκε, πήρε κι αυτός το γαϊδουράκι του και τράβηξαν παρέα για το χωριό. Καλοκαίρι, ζέστη πολύ, έφτασαν ντάλα μεσημέρι. Περνούσαν τα πρώτα σπίτια του χωριού, όταν μια γυναίκα βγήκε από ένα παράθυρο και φώναξε στο γούμενο:
  -Παπά μου, παπά μου, κάτσε μια στιγμή που σε θέλω!
  Ξεπέζεψε ο γούμενος, και από ευγένεια κατέβηκε κι ο χωρικός και τον περίμενε. Πέρασαν πέντε λεπτά, πέρασαν δέκα, άφαντη η γυναίκα. Στέκονταν και οι δυο στον ήλιο και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι στα πρόσωπα τους. Πάνω στο τέταρτο, μπορεί και παραπάνω, εμφανίζεται η γυναίκα.
  -Πήγαινε στο καλό, παπά, δεν σε χρειάζομαι άλλο.
  -Βρε χριστιανή μου! Με φώναξες να σε περιμένω, μ’ έχεις τόση ώρα να στέκω στον ήλιο και τώρα μού λες ότι δεν με χρειάζεσαι; Γιατί τό ’κανες αυτό;
  -Να σου πω, παπά μου. Της γειτόνισσας η κλωσού βγάζει τα πουλιά της με «σκουφάκι» (λοφίο). Μού ’πανε λοιπόν ότι για να βγούνε κι εμένα τα πουλιά με σκουφάκι πρέπει να σταματήσω έναν παπά, να περιμένει, την ώρα που είναι να «θέσω» την κλωσού!
  Γυρίζει ο χωρικός στον ηγούμενο:
  -Ετουτανέ δα, άγιε ηγούμενε, είναι που με κάνουνε και βλαστημώ.
  -Πάμε πίσω, τέκνο μου, να σε μεταλάβω!



  Την ιστορία αυτή την είπα χθες βράδυ στο Macao, την καφετέρια όπου με πρωτοβουλία του Μανόλη του Πρατικάκη μαζευόμαστε κάθε Παρασκευή κάποιοι φίλοι. Ο Γιάννης ο Δασκαλάκης θυμήθηκε και μας είπε το παρακάτω σχετικό με την εξομολόγηση ανέκδοτο.

  Η γυναίκα πηγαίνει στον παπά να την εξομολογήσει.
  -Ξέρεις, παπά μου, έκανα ένα μεγάλο αμάρτημα. Τα έφτιαξα με τον γείτονά μου, παντρεμένος κι αυτός. Χθες βράδυ που ξεμοναχιαστήκαμε για πρώτη φορά φιληθήκαμε.
  -Μεγάλο αμάρτημα κόρη μου, για να δω το επιτίμιο.
  Ανοίγει το βιβλίο του, γυρνάει τις σελίδες, βρίσκει.
  -10 γονυκλισίες κάθε βράδυ για ένα μήνα. Άλλο αμάρτημα, κόρη μου;
  -Ξέρεις, πάτερ, ο φίλος μου προχώρησε ακόμη παρακάτω, μου χάιδεψε το στήθος.
  Ψάχνει πάλι το βιβλίο ο παπάς,
  -Ακόμη πιο μεγάλο αμάρτημα κόρη μου, 20 γονυκλισίες επί πλέον κάθε βράδυ. Άλλο αμάρτημα;
  -Ξέρεις, πάτερ μου, με χάιδεψε και στα απόκρυφα.
  Ψάχνει πάλι ο παπάς,
  -Αυτό είναι ακόμη πιο μεγάλο από το προηγούμενο αμάρτημα κόρη μου, 40 γονυκλισίες επί πλέον, λέει αφού συμβουλεύεται πάλι το βιβλίο. Άλλο τίποτα;
  -Ξέρεις πάτερ μου, συνεχίζει διστακτικά η γυναίκα, τελικά το κάναμε κιόλας.
  -Πω πω! Αυτό κι αν είναι αμάρτημα. Ψάχνει πάλι το βιβλίο, 100 ακόμη γονυκλισίες κάθε βράδυ. Πόσες μας κάνουνε συνολικά;
  Μετράει με τα δάχτυλα η γυναίκα, υπολογίζει, στο τέλος λέει με βαθύ αναστεναγμό.
  -170 πάτερ μου.
  -Ωραία, πιστεύω να τελειώσαμε τώρα.
  Διστάζει η γυναίκα, βλέπει με έκπληξη το δισταγμό της ο παπάς, περιμένει με αδημονία, δεν μπορεί πια να ξεφύγει.
  -Ξέρεις παπά μου, του πήρα κι ένα τσιμπούκι.
  -Τι λες χριστιανή μου, λέει ο παπάς με ορθάνοιχτο στόμα, για να δούμε ποιο είναι το επιτίμιο για αυτή σου την πράξη.
  Γυρνάει τις σελίδες, δεν βρίσκει τίποτα. Τις ξαναγυρνάει πιο προσεκτικά, πάλι τίποτα. Φαίνεται ότι δεν είχε καταχωρηθεί επιτίμιο γι’ αυτή την πράξη. Εκείνη τη στιγμή βλέπει από το παράθυρο τον παπά μιας άλλης ενορίας και του φωνάζει:
  -Ε, παπά Σταύρο, για το τσιμπούκι τι δίνουμε;
  Ο παπά-Σταύρος που βλέπει τη γυναίκα από το παράθυρο και δεν του γέμισε και τόσο το μάτι, λέει:
  -Ένα πεντακοσάρικο και πολύ της πέφτει.  


Ο φίλος μου ο Γιώργης ο Παπαδάκης μου έστειλε το παρακάτω σχετικό ανέκδοτο.

- Πες μου κορίτσι μου τις αμαρτίες σου,  λέει ο παπάς.
- Να πάτερ, έκανα μια μεγάλη αμαρτία, πήγα με τον ...άντρα της γειτόνισσας μου...
- Δεν πειράζει τέκνο μου, συγχωρείται η αμαρτία σου.

- Έκανα όμως και μια ακόμη αμαρτία, πήγα και με τον μανάβη του χωριού.
- Δεν πειράζει τέκνο μου, συγχωρείται και αυτή.
- Εεε, έκανα και άλλη μια, πήγα και με τον χασάπη του χωριού.
- Ε, καλά, συγχωρείται και αυτή η αμαρτία σου.

- Να όμως πάτερ, η πιο μεγάλη μου αμαρτία είναι ότι πήγα με τον παπά του διπλανού χωριού.
Και ο παπάς:
- Γιατί μωρή, το δικό σου το χωριό παπά δεν έχει;