Book review, movie criticism

Wednesday, January 4, 2017

Babak Anvari, Under the shadow




  Θα γίνω βαρετός, αλλά θα επαναλάβω για άλλη μια φορά: περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Δεν μου αρέσει ο μοντερνισμός, προτιμώ την κλασική αφήγηση. Δεν μου αρέσει ο κινηματογράφος με την κατακερματισμένη αφήγηση, μια μορφή του ποιητικού (Χοντορόφσκι, Ιναρίτου, David Lynch, κ.ά., τουλάχιστον στα έργα τους που είδα), τον οποίο αντιδιαστέλουν με την κλασική αφήγηση την οποία χαρακτηρίζουν υποτιμητικά χολιγουντιανή γιατί την ακολουθεί το Χόλυγουντ, ξεχνώντας ότι αυτή την αφήγηση ακολουθούν στα έργα τους ο Κουροσάβα και ο Όζου, οι κινέζοι και οι ιρανοί.  
  Δεν μου αρέσουν τα thriller, και προπαντός τα horror. Βλέπω ευχάριστα war και adventures, καθώς και western βέβαια, μια παλιά μου αγάπη, και λιγότερο τα αστυνομικά. Οι κωμωδίες μου αρέσουν πάρα πολύ αν είναι καλές, ξέροντας ότι είναι για να μου φτιάξουν τη διάθεση. Αλλά top θεωρώ τις drama, αυτές που εμείς χαρακτηρίζουμε κοινωνικές, και αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών σινεφίλ. Είναι το αντίστοιχο της λογοτεχνίας, ενώ τα άλλα συγγενή είδη συνήθως τα χαρακτηρίζουν παραλογοτεχνικά.
  Δεν μου αρέσουν τα thriller και τα horror, όμως καμιά φορά κάνω εξαιρέσεις. Μια εξαίρεση είναι όταν βλέπω πακέτο ένα σκηνοθέτη που τυχαίνει να σκηνοθετήσει μια τέτοια ταινία. Έτσι είδα για παράδειγμα το «Ψυχώ» του Gus van Sant, remake του γνωστού έργου του Χίτσκοκ, και τον «Αντίχριστο» του Lars von Trier. Το «Arsenic and Old Lace» του Frank Capra, που επίσης βλέπω πακέτο τώρα, είναι μια απολαυστικότατη «μαύρη κωμωδία». Όμως έχω δει μαύρες κωμωδίες που ήταν περισσότερο μαύρες παρά κωμωδίες, και δεν μου άρεσαν.
  Μια ακόμη εξαίρεση: καθώς είμαι φαν του ιρανικού κινηματογράφου θα δω όποια ιρανική ταινία πέσει στα χέρια μου. Έχω δει, ελάχιστα είναι αλήθεια, ιρανικά θρίλερ. Οι περισσότερες ιρανικές ταινίες είναι drama. Και, παρεμπιπτόντως, θα δω τα θρίλερ που μας προγραμματίζει για τις επόμενες προβολές του ο Γιάννης ο Καραμπίτσος στο Σχολείο του Σινεμά.
  Η ταινία «Κάτω από τη σκιά» είναι τρόμου, και είναι η πρώτη ταινία του ιρανικής καταγωγής Babak Anvari.
  Η υπόθεση του έργου τοποθετείται στα χρόνια του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1980-1988). Η Σιντέ μένει μόνη της με την μικρή κόρη της την Ντόρσα στο διαμέρισμά τους. Ο άντρας της, γιατρός, έχει επιστρατευθεί. Της λέει να πάει στα βόρεια, στους γονείς του, για να είναι ασφαλείς. Αυτή αρνείται. Όταν όμως ένας ιρακινός πύραυλος τρυπήσει την ταράτσα της πολυκατοικίας τους χωρίς να εκραγεί, θα την εγκαταλείψουν όλοι οι ένοικοι σιγά σιγά. Το υπόγειο στο οποίο κατέφευγαν κατά τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς δεν είναι πια ασφαλές.
  Και περνάμε στο φανταστικό του horror. Η Ντόρσα βλέπει μια γυναίκα. Της μιλάει γλυκά. Θέλει να την πάρει μαζί της, θα την φροντίσει καλύτερα.
  Η Ντόρσα έχει χάσει την κούκλα της την Κίμια. Ζητάει από τη μητέρα της να τη βρει. Αυτή ψάχνει, δεν την βρίσκει.
  Και η Σιντέ επίσης αρχίζει να βλέπει πράγματα. Είναι εφιάλτες ή παραισθήσεις; Στην αρχή εμφανίζονται σαν εφιάλτες: ο άνδρας της δίπλα στο κρεβάτι που ξαφνικά αλλάζει πρόσωπο τρομάζοντάς την. Όμως μετά φαίνονται να είναι κάτι περισσότερο από παραισθήσεις, φαίνονται πραγματικά.   
  Όπως και η κόρη της βλέπει και αυτή την παράξενη γυναίκα. Τρομάζει.
  Όταν και οι τελευταίοι ένοικοι φεύγουν από την πολυκατοικία ξέρει ότι δεν έχει άλλα περιθώρια να μείνει. Όμως το κοριτσάκι της αρνείται. Λέει ότι θα πεθάνει αν δεν βρουν την Κίμια. Τι να κάνει η μητέρα του, θα ψάξει παντού.
  Οι σκηνές τρόμου στο τέλος είναι εντυπωσιακές.
  Θα βρουν επί τέλους την Κίμια σε ένα κλειδωμένο συρτάρι, κομματιασμένη. Θα τη συναρμολογήσει και θα πάρει την κόρη της να φύγουν. Η πόρτα του γκαράζ όμως δεν ανοίγει. Με όπισθεν θα τη σπάσει.  
  Επί τέλους, γλίτωσαν.
  Γιατί το λέω αυτό.
  Γιατί τα έργα τρόμου, τουλάχιστον αυτά που έχω δει, δεν έχουν καθόλου ευχάριστο τέλος, όπως π.χ. αυτό με τον χαρακτηριστικό τίτλο «No one lives» με την Laura Ramsey.
  Διαβάζω στον σύνδεσμο που παραπέμπω ότι στο έργο αυτό ο σκηνοθέτης εκδραματίζει τους δικούς του φόβους, καθώς έζησε τον τρόμο των βομβαρδισμών στην Τεχεράνη, ακριβώς όπως και η Ντόρσα. Αλλά και η Narges Rashidi που ενσαρκώνει την Σιντέ έζησε τις ίδιες καταστάσεις, και η ταινία της έδωσε την ευκαιρία, μας λέει, να εκδραματίσει και τους δικούς της τρόμους εκείνης της εποχής.
  Βλέπουμε και την κριτική στο καθεστώς Χομεϊνί. Στην αρχή της ταινίας η Σιντέ ζητάει να συνεχίσει τις σπουδές της στην ιατρική. Ο υπεύθυνος της λέει να μην τρέφει φρούδες ελπίδες. Συμμετείχε σε μια αριστερή οργάνωση την εποχή της επανάστασης (1979), οπότε απορρίπτεται το αίτημά της.
  Όλες οι δικτατορίες είναι οι ίδιες. Θυμάμαι, την εποχή της Χούντας, το 1967, ένας κοντοχωριανός μου, συγχωρεμένος τώρα, πανεπιστημιακός, πέρασε στη φυσικομαθηματική. Δεν τον άφησαν να εγγραφεί. Είχε τον πατέρα, ή κάποιο θείο, δεν θυμάμαι, χαρακτηρισμένο αριστερό. Ευτυχώς ήταν παιδί της εκκλησίας, βοηθούσε τον παπά, μεσολάβησε ο Δεσπότης, και έτσι κατάφερε να εγγραφεί. Φαντάζομαι ότι άλλα παιδιά δεν ήταν το ίδιο τυχερά.
  Η Σιντέ αλαφιασμένη με τις παραισθήσεις της παίρνει την Ντόρσα στην αγκαλιά και ορμάει στους δρόμους. Ξέχασε να φορέσει το τσαντόρ. Τη συλλαμβάνουν. Χάρη στη μεσολάβηση κάποιου γλίτωσε τις βουρδουλιές.
  Και κάτι που αγνοούσαμε: το βίντεο απαγορευόταν. Η Σιντέ χρησιμοποιούσε μια κασέτα με τον Τζέην Φόντα που έδειχνε γυμναστικές ασκήσεις, για να γυμνάζεται. Όταν κτύπησε η πόρτα του διαμερίσματος το έκρυψε τρομαγμένη. Προειδοποίησε την κόρη της που της είχε τάξει να δει βίντεο να μην μιλάει γι’ αυτό όταν έχουν επισκέπτες γιατί είναι απαγορευμένο.
  Η ταινία, διαβάζω, είχε πολύ καλές κριτικές. Και εμένα μου άρεσε.
 

Tuesday, January 3, 2017

Παναγιώτα Μπλέτα, Fuck you



Παναγιώτα Μπλέτα, Fuck you, ΑΛΔΕ 2016, σελ. 64

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Στρατευμένα ποιήματα, εξαιρετικά


  Μετά από δυο Unfuck, το «Unfuck the world» και το «Unfuck Greece», ακολουθεί η τρίτη συλλογή ποιημάτων της Παναγιώτας Μπλέτα, «Fuck you».
  Προκλητικός ο τίτλος, έχει προφανώς μεταφορική σημασία την οποία μας τη δίνει η Μπλέτα στο «Προλόγισμα»: «Σε αυτό τον υποταγμένο άνθρωπο, με τη θεληματική άγνοια της φρίκης που υπάρχει γύρω του αλλά και μέσα του, εγώ αποτολμώ να φωνάξω FUCK YOU, που σε νοηματική μετάφραση σημαίνει ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ».
  Επισήμανα στην προηγούμενη βιβλιοκριτική μου ότι η Μπλέτα εγκαταλείπει (αν και όχι εντελώς) τον στίχο, είτε παραδοσιακό είτε σύγχρονο, για να μας δώσει σύντομα πεζόμορφα ποιήματα. Τέτοια ποιήματα βρήκαμε μόλις πρόσφατα στην ποιητική συλλογή της Βασιλικής Φράγκου «Τα άνθη του κενού», η προηγούμενη ανάρτησή μας.
  Το ύφος της Μπλέτα έχει κάτι από το αποκαλυπτικό, προφητικό, παραινετικό ύφος του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», ενώ τα ημισέλιδα περίπου κείμενά της μοιάζουν περισσότερο με τα περίπου ίσης έκτασης μίνι ποιητικά φιλοσοφικά δοκίμια των περισσότερων έργων του Νίτσε. Πριν παραθέσουμε ένα τέτοιο κείμενο θα δώσουμε τρία αποσπάσματα, ολότελα νιτσεϊκά, από τρία άλλα.
  «Και όσο πυροβολείς την υποκριτική, εγώ θα σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ, και θα σ’ αγαπώ, όσο ξεπερνάς τον άνθρωπο…» (σελ. 10-11). Και «Τι είδους φόβος είναι αυτός να μην ξεπεράσεις τον εαυτό σου;» (σελ. 11) και επίσης «Πάμε να διαλέξουμε καινούριους συντρόφους. Δυο δεν φτάνουν. Χρειαζόμαστε χιλιάδες. Στο όνομα του ανθρώπου» (σελ. 12).
  Και τώρα το κείμενο που τιτλοφορείται «Η αλητεία των πληροφοριών».

  «Τέλος και σήμερα στην αλητεία των πληροφοριών. Αν δε γνωρίζεις πώς να αποτυγχάνεις  συστηματικά, άνοιξε το οπτικό σου αρχείο και διάβασε τις σημαντικές εκείνες εμπειρίες που επέτρεψαν στα όνειρά σου να πλησιάζουν όλο και περισσότερο στο ιδανικό. Μέρα με τη μέρα να γίνεσαι εσύ και όχι κάποιος άλλος. Στο μεσόφωτο της σπηλιάς θα ανακαλύπτεις τη φοβερή σου δύναμη. Θα χτίζεις σκαλοπάτια που με παράπονο θα σου ζητάνε να τα ανέβεις κάθε φορά που πέφτεις. Και θα λάμπεις σαν κλάμα που έμεινε αναμμένο για να ζεσταίνει το χαμόγελο…» (σελ. 11).
 
  Διαβάζουμε:

  «Ο στενός δρόμος μπροστά σου λέγεται αγώνας. Και τα παπούτσια σου γράφουν οργή. Οι κανόνες φτιάχτηκαν από κορδέλες που πρέπει να κόβονται. Να εγκαινιάζονται καινούριες εποχές» (σελ. 14).

  Όταν η Μπλέτα δεν είναι α λα Καβάφης διδακτική, είναι (επι)κριτική: «Όταν δεν εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου, επιστρατεύεις τα πρέπει, αυτά που σε βοηθάνε να μεταχειρίζεσαι τους άλλους» (σελ. 12).   
  Αλλού αποφαίνεται:
  «Η ευημερία ενός λαού δεν εξαρτάται από τις κομματικές σου πεποιθήσεις αλλά από την τόλμη της υποχρέωσης να τον υπηρετείς σωστά» (σελ. 18).
  Πόσοι το κάνουν;
  Το «Η ελευθερία μου» είναι ένα ξεχωριστό ποίημα. Αποτελεί το υποκείμενο στις περισσότερες προτάσεις που ακολουθούν:
  ....
Συλλαμβάνει το μέλλον.
Πλάθει με ιδέες τη ζωή.
Αναλαμβάνει την ευθύνη της παρακμής και σπρώχνει τη ζωή να χαράξει καινούρια ήθη.
Είναι ιδιοκτησία μου και σε κανένα δεν θα πληρώσω φόρο γι’ αυτή κ.λπ. κ.λπ. (σελ. 22-23).
  Οι σύντομες προτάσεις είναι ένα χαρακτηριστικό υφολογικό στοιχείο της Μπλέτα. Κάποτε μάλιστα απουσιάζει το ρήμα. Το «Ένας αγώνας με ευθύνη» είναι χαρακτηριστικό.

  «Η ανθρώπινή μου φύση μια εποχή αξόδευτη είναι. Και η γη ακίνητη γυρνάει. Χωνεύει το λεηλατημένο κόσμο. Πόσες σπατάλες χρειάζονται; Ένα εξαπατημένο αθώο μυαλό. Τρεις στρατιώτες με αίματα. Χιλιάδες συμμαχημένοι πομποί. Εκατομμύρια μοιραίοι πεινασμένοι. Δισεκατομμύρια προθέσεις. Είμαι απότομη στις εχθρικές πράξεις και απειλητική. Ελατήριο στα σωθικά μου το περίσσευμα της δύναμης από την κόλασή μου. Να μεταμορφώσω ένα κλαδί σε δάσος, μια φωλιά σε ταξίδι, δυο περήφανα πρόσωπα σε θάλασσα. Ένας αγώνας με ευθύνη» (σελ. 24).

  Η «Άνοιξη» είναι ιδιαίτερα σύντομη. «Οι μέρες γίνονται πιο όμορφες όταν η προσφορά προς το συνάνθρωπο γίνεται Άνοιξη που ανθίζει» (σελ. 25).
  Το παρακάτω είναι επίκαιρο και έξυπνο.
  «Οι μάγοι με τα δώρα ήταν τελικά και όχι ο Ηρώδης που έσφαξαν όλα τα νήπια για να επικρατήσει το ένα» (σελ. 28).
  Η Μπλέτα δεν εγκαταλείπει τα δίστηλα με τους δίλεκτους και τρίλεκτους στίχους που συναντήσαμε στο «Unfuck the world».
Και τη νύχτα,
Να γέρνεις.
Στο σκοτάδι μου
Να ακουμπάς… (σελ. 38).
  Η Μπλέτα έχει σημαντική πολιτική δραστηριότητα, κυρίως στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Έτσι δεν μας εκπλήσσει ο «στρατευμένος» χαρακτήρας της ποίησής της (δεν τολμούμε να τη χαρακτηρίσουμε «στρατευμένη ποίηση», γιατί ο όρος έχει σήμερα λίγο πολύ απαξιωθεί). Θα δώσουμε κάποια δείγματα.
  «Και ποια τα χέρια του κράτους! Τσαλακώνουνε τους νόμους για να χρειαστεί να φτιάξουνε καινούριους. Να κάνουνε καλύτερο κουμάντο στην ελευθερία. Να χωράνε όλους τους δούλους μέσα, δημόσιους και ιδιωτικούς. Να απορροφήσουνε τη δύναμή μας…» (σελ 46).
  Επίσης:
  «Ο πρώτος μύθος στα παιχνίδια της εξουσίας. Ότι όλοι πληρωνόμαστε με την αξία μας. Ποιος είναι ο Κλάους στη Γερμανία, που οδηγεί πενήντα φορές καλύτερα το λεωφορείο της γραμμής απ’ τον Ραμ στην Ινδία;» (σελ. 55).
  Εντοπίσαμε και έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο.
Έχει μουντίλα, μοναξιά και αγέννητους ανθρώπους (σελ. 25).
  Τα υπόλοιπα μέτρα δεν συνηθίζω να τα υπογραμμίζω. Όμως στο «Η τιμή του ανθρώπινου μόχθου» (σελ. 54) τα βρήκα σχεδόν συνεχόμενα. Ο ίδιος ο τίτλος είναι σε ανάπαιστο (Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη…).
«Βουλιάζει ο κόσμος στην άμμο. Και πού να μαζέψω τον ήλιο» (αμφίβραχυς).
«Έτσι τα χίλια κομμάτια που έγινε» και «Αν η ψυχή δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της» (δάχτυλος).
  Εξαιρετικά και αυτά τα ποιήματα της Παναγιώτας Μπλέτα, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα. 
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για το βιβλίο "Unfuck Greece"

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Monday, January 2, 2017

Ο Γιώργος Πολ Παπαδάκης γράφει για το μυθιστόρημά μου "Το μυστικό των εξωγήινων"

Ο Γιώργος Πολ Παπαδάκης γράφει για το μυθιστόρημά μου "Το μυστικό των εξωγήινων" Πνευματική ζωή, τ. 226, Γεν-Μάρτης 2017

Sunday, January 1, 2017

Βασιλική Φράγκου, Τα άνθη του κενού



Βασιλική Φράγκου, Τα άνθη του κενού, Άνεμος εκδοτική 2016, σελ. 48

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Λιτά, σύντομα και απέριττα τα ποιήματα γης Βασιλικής Φράγκου



  Έχουμε γράψει για τις δυο προηγούμενες ποιητικές συλλογές της Φράγκου, τις «Πατημασιές του ανέμου» και «Χαράζοντας στην άμμο».
  Ολιγογράφος η Φράγκου, ακολουθώντας τον Καβάφη στο «ουκ εν τω πολλώ το ευ» (αναρωτιέμαι αν έχει φυλάξει και αυτή αποκηρυγμένα»), άργησε περισσότερο να μας δώσει την καινούρια της ποιητική συλλογή. Τέσσερα χρόνια χωρίζουν το «Χαράζοντας την άμμο» από τις «Πατημασιές του ανέμου», ενώ «Τα άνθη του κενού» εκδόθηκαν έξι χρόνια μετά το «Χαράζοντας την άμμο». Δεν εκβιάζει την έμπνευση κουράζοντάς τη, και γι’ αυτό τα ποιήματά της βρίσκονται όλα στο ίδιο υψηλό επίπεδο. 
  Άραγε να το αναφέρουμε για εκείνους που δεν αντιλήφθηκαν το διακείμενο στον τίτλο; Είναι τα «Άνθη του κακού» του Μπωντλέρ, έργο-σταθμός στην παγκόσμια ποίηση.
  Σε μια παράγραφο στη βιβλιοκριτική που έγραψα για τις «Πατημασιές του ανέμου» συνοψίζω την ποιητική της Φράγκου, τόσο εύστοχη που την παρέθεσα και στην βιβλιοκριτική μου για το «Χαράζοντας την άμμο». Δεν θα την παραθέσω και πάλι, μπορείτε να πατήσετε τους συνδέσμους (όσοι διαβάζετε από Λέξημα μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση και στο blog μου).
  Η ποιητική ενός συγγραφέα δεν μεταβάλλεται ιδιαίτερα στην πορεία του χρόνου, μπορεί μάλιστα να μη μεταβληθεί και καθόλου. Αυτό που παρατηρείται πιο πολύ είναι η ωριμότητα της γραφής. Οι εμμονές συνήθως μένουν οι ίδιες. Ο Ηράκλειτος είναι για την Φράγκου μια εμμονή όπως και για το φίλο μου τον Μανόλη Πρατικάκη. Παραθέτουμε το ποίημα «Της Σίβυλλας το στόμα το μαινόμενο», στο οποίο παραθέτει μια ρήση του Ηράκλειτου για να την παραφράσει στη συνέχεια.
  Σίβυλλα δὲ μαινομένωι στόματι ἀγέλαστα καὶ ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα φθεγγομένη χιλίων ἐτῶν ἐξικνεῖται τῆι φωνῆι διὰ τὸν θεόν. (Είπα να αντιγράψω από το Diogenes για να το δώσω σε πολυτονικό).
  Και το ποίημα:

Της Σίβυλλας το στόμα το μαινόμενο
Δεν στέκεται σ’ αισθητικές περίτεχνες του λόγου.
Με λέξεις όμορφες, φανταχτερές,
Τ’ αυτιά σας δεν χαϊδεύει.
Αυτά να τα γυρέψετε στους ποιητές, τους νάρκισσους.

  Και πάλι για τον Ηράκλειτο, σε ένα «Άτιτλο» ποίημα.

Τόσο λευκό, τόσο γαλάζιο
Μα και τόσο μαύρο.
Κλείσε τα μάτια, γύρεψε το φως,
Εκείνο που ποτέ δεν δύει,
Ω Ηράκλειτε! (σελ. 26).

  Κάποια ποιήματά της είναι οιονεί αυτοβιογραφικά, όπως το πεζόμορφο «Οδοιπορικό» με το οποίο ανοίγει η συλλογή:
 
Καθώς βάδιζε έξω στη φύση φορτωμένη αναμνήσεις, σκόνταψε σ’ ένα λιθάρι κι έπεσε.
Τότε άκουσε μια ψιλή φωνή να της λέει:
«Εσύ κυρά, μας ξέχασες περιδιαβάζοντας χρόνια τώρα τις νεκρές πόλεις με τους άνυδρους  ανθρώπους και τους αλαζόνες ποιητές. Ήρθε οι ώρα οι στίχοι σου ν’ ανθίσουν στο κενό, εκεί που όλα επιστρέφουν κι όλα γεννιώνται».

  Λέω «οιονεί», γιατί ο παραβολικός χαρακτήρας είναι ολοφάνερος.
  Η «Συνάντηση Α» είναι επίσης πεζόμορφη, αφηγηματική, διαλογική, όπως και το «Εδώ».  Πεζόμορφα είναι και τα ποιήματα της Παναγιώτας Μπλέτα, της οποίας την ποιητική συλλογή «Fuck you» θα παρουσιάσουμε αμέσως μετά. Πρωτοπόρος ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου με τους «Πεζούς ρυθμούς», βρίσκει τώρα τους επιγόνους του.  
  Συμβαίνει σε όλους τους ποιητές, η εικόνα πυροδοτεί τους συνειρμούς. Διαβάζουμε το «Σήμερα έβρεχε».

Σήμερα έβρεχε
Κι εχθές όλη τη μέρα.
Μια υγρασία κόλλησε στα τζάμια μου
Προβάλλοντας εικόνες νοτισμένες
Απ’ το χθες, από τα περασμένα.
Εμένα όμως η καρδιά,
απλά πρασίνισε (σελ. 16).

Σήμερα χιόνιζε
Κι εχθές (σχεδόν) όλη τη μέρα.
Όμως εγώ δεν είμαι ποιητής, είναι κατά βάση δοκιμιογράφος και κριτικός. Δεν πρόσεξα καθόλου τι χρώμα πήρε η καρδιά μου (γράφω Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου, 2016).
  Διαβάζουμε το ποίημα «Γνώση».

Ό,τι περίμενα να γίνει στη ζωή μου, σωριάζεται,
είπε.
Τώρα, δεν περιμένω τίποτε.
Περιμένοντας, χάνω το θρόισμα της λεύκας, χάνω της ψιθύρους της μέρας κι εκείνο το αρμένισμα του σύννεφου, χάνω το γέλιο σου, εσένα.

  Carpe diem, απόλαυσε τη στιγμή, είναι η φιλοσοφία ζωής στην οποία έχω καταλήξει και εγώ. Τη στιγμή τη συναντάμε και στο ποίημα «Στην καρδιά του κενού».

Υπάρχω
στην κάθετη ακινησία
της στιγμής,
εκεί που συντελούνται όλα
σιωπηλά.
Έξω απ’ αυτήν,
Βόμβος του νου
Και σκόνη (σελ. 41).

  Έχουμε διαβάσει οι περισσότεροι την παρακάτω στροφή από το ποίημα του Σεφέρη «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά».

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
   ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
   που σιγά-σιγά, βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε
   από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η
   ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

  Ξέρω ότι η Φράγκου λατρεύει τον Σεφέρη. Όμως, όπως όλοι γνωρίζουμε, ο Σεφέρης είναι μόνο λόγια, ενώ η Φράγκου εφαρμόζει. Ο απέριττος λόγος σε σύντομα ποιήματα είναι το κύριο στοιχείο της ποιητικής της. Θα δώσουμε ένα τελευταίο δείγμα, «Το θέατρο των ίσκιων».

Εδώ τελειώνει το θέατρο των ίσκιων,
Οι οιμωγές, τα κονταροχτυπήματά τους.
Άδειο το σκηνικό και οι μάσκες χάσκουνε
Στους τοίχους.
Θα ζήσει όποιος αντέξει το κενό (σελ. 28).

  Έχω παραφράσει το horror vacui (Ο τρόμος του κενού) σε horror vacui temporis, o τρόμος του κενού χρόνου.  Μας τρομάζει το κενό του χρόνου, προσπαθούμε πώς και πώς να το γεμίσουμε. Εγώ διαβάζω βιβλία, βλέπω ταινίες και γράφω γι’ αυτά. Όμως το υπαρξιακό κενό είναι ακόμη χειρότερο. Αλήθεια, πόσοι μπορούν να το αντέξουν; Ο Καζαντζάκης μήπως; Δεν ελπίζω τίποτα… το «τίποτα» σαν συνώνυμο του κενού.
  Ολιγογράφος αλλά εξαιρετική η Βασιλική Φράγκου. Μαζί με τα Χρόνια Πολλά για τη σημερινή γιορτή της, τής ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα τα «Άνθη του κενού».

Μπάμπης Δερμιτζάκης