Book review, movie criticism

Saturday, January 24, 2015

17. Εγώ, ο λυράρης



17. Εγώ, ο λυράρης

Πέρυσι έκανα μαθήματα λύρας με τον Αλέξανδρο τον Παπαδάκη στο Σύλλογο Κρητών Γαλατσίου. Έτσι έμαθα το συρτό του Ροδινού, από τον οποίο ήξερα μόνο ένα γύρισμα. Το επόμενό του δεν μπορούσα να το μάθω. Τελικά, τώρα που το έμαθα, το παίζω και το νιώθω, με μια μεγάλη εσωτερικότητα, και λειτουργεί για μένα σαν objective correlative (άθλιε που τύχει και διαβάσεις αυτές τις γραμμές, θα πρέπει να ψάξεις να βρεις τι σημαίνει. Αλλά και να βρεις πάλι δεν θα καταλάβεις). (Τελικά μάλλον πρέπει να κάνω αυτό το κείμενο html, για να βάλω και το σκοπό από το τραγούδι που γράφω στο προηγούμενο κείμενο, και τη μουσική αυτή που λέω τώρα. Βαριέμαι όμως, αλλά κάποια στιγμή που θα βαριέμαι πιο πολύ, μάλλον θα το κάνω).
Φέτος βαρέθηκα και δεν συνέχισα τα μαθήματα λύρας (μη νομίσεις φανταστικέ αναγνώστη ότι συνέχεια βαριέμαι, να, τα κινέζικα τα συνεχίζω). Όμως πρέπει να ξαναρχίσω με την καινούρια χρονιά, γιατί μόνο έτσι μπορώ να έχω καθημερινή επαφή με τη λύρα. Ευτυχώς που βρήκα τον Παναγιώτη το Γρυλλάκη, παίζει ούτι, και έτσι έχω ακομπανιαδόρο, παίζουμε κάθε Πέμπτη στο σύλλογο. Τη λύρα την ξαναπιάνω φυσικά την επόμενη Πέμπτη. Υπάρχουν και εξαιρέσεις, σαν αυτή, επ’ ευκαιρία της οποίας γράφω τις παρακάτω γραμμές:
Ο σύλλογος είπε με το χριστουγεννιάτικο κλείσιμο να κάνουμε μια δική μας γιορτή, ρεφενέ. Εγώ αγόρασα γλυκά. Τους υποσχέθηκα πως θα τους φέρω και τη Λύρα. Η Ντίνα η γυμνάστρια είχε φαγωθεί να την ακούσει. Τελικά δεν φάνηκαν και τόσο ενθουσιασμένοι. Κακήν κακώς όμως τραγούδησαν την «Ξαστεριά».
Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με τους μαθητές μου του Α4. Άκουσαν που έπαιζα λύρα στο γραφείο τον καθηγητών και ήλθαν. Τραγούδησαν τα κρητικά κάλαντα. Εγώ τους υποσχέθηκα ότι θα ανέβω στην αίθουσά τους, στη δική τους γιορτή. Μετά από λίγο πήγα, και ένας παραπάνω λόγος ήταν για να αποφύγω τον πειρασμό των φαγητών που ήταν απλωμένα στα γραφεία. Εκεί στήσαμε χορό. Τραγούδησαν, και κάποιες μαθήτριες από την Κρήτη χόρεψαν. Ανάμεσά τους ήταν και μια γεραπετρίτισσα, η Ελένη η Σωμαράκη, κόρη του Μήτσου που τον ήξερα από το γυμνάσιο. Μετά πήγαμε και είπαμε τα κρητικά κάλαντα στο σύλλογο των καθηγητών του γυμνασίου. Αχ, πόσο θα ήθελα να μάθω να παίζω καλή λύρα! Εννοώ σαν καλός ερασιτέχνης.
[Πιθανόν το έγραψα αμέσως μετά ή λίγο μετά από το προηγούμενο κείμενο, δηλαδή την πρωτοχρονιά του 2003]

Thursday, January 22, 2015

Woody Allen, Hollywood ending




Βλέπω πακέτο, ξανά, τον Woody Allen, χωρίς όμως να γράψω για κάθε ταινία του ξεχωριστά. Το σοφιστικέ, κουλτουριάρικο χιούμορ του μου αρέσει ιδιαίτερα. Το ίδιο και η επινοητικότητα που τον διακρίνει, σκηνοθετικά και σεναριακά. Έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν θέλω να βλέπω ταινίες στις οποίες μιλάνε αγγλικά, με εξαίρεση τις ταινίες του Woody Allen.
Δεν θέλω να γράψω για την ταινία, δεν είχα σκοπό, αλλά ξαναβλέποντάς τη και φτάνοντας στο τέλος σταμάτησα σε ένα επεισόδιο που μου θύμισε κάτι.
Ο Woody Allen, όπως είπαμε φοβερά επινοητικός σεναριακά, βάζει έναν σκηνοθέτη που υποφέρει από υστερική τύφλωση να σκηνοθετεί τυφλός μια ταινία. Κοινό και κριτικοί τη θεωρούν σκουπίδι, όμως στο Παρίσι την αποθεώνουν.
Και θυμήθηκα ότι είχα δει μια καταπληκτική ταινία, που δυστυχώς δεν έχω την υπομονή να ψάξω να δω ποια ήταν. Αμερικάνικη (ναι, γυρίζουν και οι αμερικάνοι καλές ταινίες αλλά είναι σαν να ψάχνεις ψύλλους στα άχυρα. Εγώ έπεσα τυχαία πάνω της). Με έκπληξη διάβασα, δεν θυμάμαι πού, πιθανόν στη βικιπαίδεια που είναι πάντα η πρώτη μου επιλογή, ότι η ταινία αυτή είχε πολύ κακή υποδοχή στην Αμερική, τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς, ενώ αντίθετα είχε πολύ καλή υποδοχή στη Γαλλία, και από το κοινό και από τους κριτικούς.
Δεν είμαι υπερβολικός. Ας συγκρίνουμε τις ταινίες που παίρνουν όσκαρ με τις ταινίες που παίρνουν χρυσό φοίνικα. Η τελευταία που πήρε χρυσό φοίνικα είναι η «Χειμερία νάρκη» του εκπληκτικού τούρκου Nuri Bilge Ceylan, τον οποίο έχω δει πακέτο. Διαβάζω ότι θα παίζεται από 5 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους. Θα γράψω γι’ αυτήν και θα παραθέσω σε σύνδεσμο ό,τι έχω γράψει για τις προηγούμενες ταινίες του.  
Θα κάνω την ανάρτηση και θα συνεχίσω με την ταινία.


Πριν πέσω να κοιμηθώ μου ήλθε στο μυαλό η ηθοποιός, αλλά όχι το όνομά της. Θυμόμουν όμως έργα που έπαιζε, και έτσι τη βρήκα: Helena Bonham Carter. Ψάχνοντας τη φιλμογραφία της βρήκα και την ταινία: Conversations with other women. Αντιγράφω και επικολλώ το επίμαχο απόσπασμα από τη βικιπαίδεια.
The film's international theatrical premiere was on June 7, 2006 in France. Released by distributor MK2 Diffusion under the title Conversations avec une Femme, the film played theatrically for five months to both box office success and critical acclaim.
Released on August 11, 2006 in the United States by Fabrication Films, the film played in fourteen cities, garnering modest theatrical box office and critical acclaim.



Wednesday, January 21, 2015

De profundis



16. De profundis (δηλαδή όσο γίνεται όταν το κείμενό σου κινδυνεύει από ξένες αδιακρισίες)

  Βαριέμαι να γράφω. Αυτό που θα γράψω παρακάτω ήθελα να το γράψω εδώ και αρκετές μέρες.
  Μέσα στον ύπνο μου προσπαθούσα να κάνω μια αναδρομή μέχρι τη μήτρα, μήπως και καταφέρω και σφηνώσω μέσα της. Έφτασα όμως μόνο μέχρι το χωριό μου. Και θυμήθηκα τα λόγια ενός τραγουδιού που το είχα ξεχασμένο για χρόνια.
  Πέρα στην άκρη του χωριού που ο μύλος μας γοργά γυρνά
  Κι ο ήλιος του καλοκαιριού μέσα απ’ τα δέντρα δεν περνά
  Εγώ ποθώ το φτωχικό το σπίτι μου το πατρικό (4).
  Αυτή τη στροφή μόνο. Σιγά σιγά θυμήθηκα και τη μουσική. Για φαντάσου, ένα τραγούδι που το είχα ξεχαημένο. (βλέπω και μου υπογραμμίζει το «ξεχαημένο» ο διορθωτής του word. Όμως εγώ θα αφήσω έτσι τη λέξη, στα κρητικά).

Βαριέμαι να γράφω. Όχι όμως σύντομους αφορισμούς.

  Frustration και συμβιβασμός, αυτή είναι η υπαρξιακή μας κατάσταση. Συμβιβασμός με το γεγονός ότι γερνάμε και ότι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή. Frustration για τις αγάπες που δεν αποκτήσαμε.

  Κατάθλιψη: σαν ήπιος πονοκέφαλος, που πότε σου περνά και πότε βρίσκεται σε έξαρση.
  Κατάθλιψη: να νιώθεις ότι όλα σου πάνε μια χαρά (ή σχεδόν όλα) και εσύ να μην είσαι ευχαριστημένος. Κατάθλιψη στη σκέψη τι θα γίνει όταν έρθουν τα χειρότερα. Η αρρώστια, ή άλλα κτυπήματα της μοίρας.
  Καταραμένα γονίδια. Nature versus nurture. Ποιο από τα δυο είναι ο πιο αναγκαίος μύθος; Πιστεύω στη nature, και τώρα βλέπω ότι δεν είναι παρά μια παραλλαγή του κισμέτ. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Αφού είμαστε καταδικασμένοι να βουλιάξουμε, γιατί να αγωνιζόμαστε να κρατηθούμε στην επιφάνεια; Μάλλον διάλεξα λάθος μύθο. Ή τουλάχιστον είναι δυσπροσαρμοστικός στη φάση που περνάω.
  Είδαμε χθες μια καταπληκτική ιρανική ταινία, «Το χρώμα του παραδείσου» του Ματζίτ Ματζιντί. Με έπιασε στη μέση της ταινίας, και έκανα την προσευχή να πέσει ένα αστροπελέκι να με κάψει. Μπούρδες δηλαδή, αφού δεν πιστεύω στο θεό, και ήξερα ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να γίνει. Με τρόμαξε όμως η σκέψη.
  Στο τέλος του έργου ο πατέρας κρατάει στην αγκαλιά το πνιγμένο παιδί του. Το χέρι του παιδιού κρέμεται άψυχο πίσω από την πλάτη του πατέρα. Ένας ευρωπαίος σκηνοθέτης θα το τέλειωνε εκεί, με το δραματικό τέλος σαν δίκαιη τιμωρία του πατέρα, αλλά κυρίως γιατί αυτό θα ήθελε ένα ευρωπαϊκό κοινό, το δράμα. Ξαφνικά το χέρι αρχίζει να κινείται δειλά δειλά. Το παιδί δεν είχε πνιγεί. Ο ιρανός διάλεξε happy end.
  Θυμάμαι και το Monte Mario του Carlo Cassola, το μόνο μυθιστόρημα που διάβασα στα ιταλικά. Στο τέλος υπάρχουν δυο alternatives, η κοπέλα να μείνει με την ήρωα ή να φύγει. Φεύγει. Ο ευρωπαίος διάλεξε το unhappy end.
  Θυμήθηκα και ένα άλλο έργο, ενός ιρανού επίσης, του Αμπάς Κιαροστάμι, για την αυτοκτονία. Σε όλο το έργο ο ήρωας προσπαθεί να αυτοκτονήσει, αλλά τελικά δεν τα καταφέρνει. Ίσως βέβαια να τα κατάφερνε στο επόμενο επεισόδιο, το οποίο δεν πρόλαβε να καταγράψει ο σκηνοθέτης, σημασία έχει όμως ότι στο κοινό πέρασε το αισιόδοξο μήνυμα.
  Γιατί τα έγραψα όλα αυτά: Γιατί κοιμήθηκα νωρίς, ξύπνησα νωρίς, είπα να συνεχίσω το τελευταίο βιβλίο του Ανδρουλάκη, αλλά φοβήθηκα μην ξυπνήσω τη Βάσω και είπα να έρθω στο κομπιούτερ. Τα τρία τελευταία χρόνια αρρωσταίνω πολύ, τώρα είμαι άρρωστος, η τρίτη φορά σε τρεις μήνες. Όχι πυρετό, αλλά κακοδιαθεσία. Αυτά τα συχνά κρυολογήματά μου είναι μια από τις εκλυτικές αιτίες της κατάθλιψής μου.
  Κατάθλιψη! Ούτε στις πιο άγριες ερωτικές απογοητεύσεις τις νιότης μου δεν ένιωθα έτσι. Δεν μου δενόταν τα χέρια, τα τρία πρώτα βιβλία μου τα έγραψα σε μια περίοδο που δεν ήμουν στα high μου, 80-81. Ίσως γιατί στα 30 σου, που έχεις το μέλλον μπροστά σου, υπάρχει ελπίδα, που δεν υπάρχει στα 52 σου.
  Αυτή τη φορά την άρπαξα μάλλον από το κολυμβητήριο. Έκανε κρύο, η υπάλληλος είπε ότι η θερμοκρασία ήταν 22 βαθμοί αντί 25-26 που θα έπρεπε να είναι κανονικά, θα έμπαινα με δική μου ευθύνη. Εγώ, παλιός χειμερινός κολυμβητής, θυμήθηκα τα πασχαλινά μου μπάνια, επιμένω να μη γεράσω, μπήκα μέσα και κολύμπησα τη μια ώρα και το τέταρτο που μας επιτρέπει ο κανονισμός. Μπορεί όμως και να με κόλλησε ο Μανώλης.
  Με τη μύτη μπουκωμένη, με ελαφρό πονοκέφαλο, και με τη σκέψη ότι μεθαύριο, ενώ είμαι σ’ αυτά τα χάλια, θα πάμε στα Τρίκαλα, φιλοξενούμενοι του ψηλού, μάλλον δεν είμαι στα high μου. Θα το ευχηθώ και ας φαίνεται ειρωνικό στα μάτια μου.
ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ.
[Προφανώς 1-1-2003]