Book review, movie criticism

Sunday, May 17, 2009

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο σωσίας

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο σωσίας, μετ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη 2002, εκδ. Νησίδες, σελ. 169.

Ο Μανώλης ο Πρατικάκης μου μίλησε με ενθουσιασμό γι αυτό το βιβλίο. Το να μιλάνε οι μελετητές του Ντοστογιέφσκι για την διεισδυτικότητά του στον ανθρώπινο ψυχισμό («βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής» γράφεται στο οπισθόφυλλο), το να θεωρείται από πολλούς ως πρόδρομος της ψυχανάλυσης είναι άλλο πράγμα, και άλλο πράγμα ένας ψυχίατρος, παρεμπιπτόντως και ποιητής βραβευμένος με κρατικό βραβείο ποίησης, να σου λέει ότι ο Ντοστογιέφσκι σ’ αυτό το έργο περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια ένα ψυχοπαθολογικό σύνδρομο, το σύνδρομο του σωσία. Έτσι, όταν βρήκα το βιβλίο στην Πρωτοπορία, και μάλιστα σε προσφορά (3.90 ευρώ), το αγόρασα. Έμεινε και αυτό για κάμποσο καιρό στο «ράφι των τύψεων», ή μάλλον σε ένα από τα ράφια των τύψεων, αυτό που ήταν συνεχώς μπροστά στα μάτια μου, και προχθές το ανέσυρα. Σήμερα το τέλειωσα.
Το έργο, διαβάζω στο οπισθόφυλλο, το έγραψε ο Ντοστογιέφσκι το 1846, σε ηλικία 25 χρόνων. Στο οπισθόφυλλο επίσης διαβάζω ότι «περιέχει εν σπέρματι τις αρετές που φανερώνονται στα πασίγνωστα, μεταγενέστερα μυθιστορήματά του: Έγκλημα και τιμωρία, Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμάζωφ». Εμένα περισσότερο μου θυμίζει το «Υπόγειο», που διάβασα πρόσφατα, και τους «Ταπεινωμένους και καταφρονεμένους», που διάβασα έφηβος. Είναι χαρακτηριστική η παριολατρεία του, την οποία συμμερίζονται και κάποιοι έλληνες συγγραφείς στους οποίους αναφέρομαι στο διδακτορικό μου (κυρίως Παύλος Μάτεσις και Γιώργος Σκούρτης). Αν και ο ήρωας, ο Γιάκοβ Πέτροβιτς Γκολιάτκιν, δεν είναι ακριβώς παρίας, είναι δημόσιος υπάλληλος, όμως ο ταραγμένος ψυχισμός του που τον οδηγεί σε ενέργειες με τις οποίες γελοιοποιείται συνεχώς τον κατατάσσει στην κατηγορία του παρία.
Ένας εικοσιπεντάχρονος συγγραφέας δεν ήταν δυνατόν παρά να μιμηθεί τον κορυφαίο εκείνη την εποχή των ρωσικών γραμμάτων, τον Νικολάι Γκόγκολ. Ο εσωτερικός μονόλογος (οι σελίδες 158-160 είναι οι πιο χαρακτηριστικές) και η τελική κατάληξη του ήρωα στο φρενοκομείο παραπέμπουν στο «Ημερολόγιο ενός τρελού». Παραθέτουμε ένα χαριτωμένο απόσπασμα.
«Σήμερα, την εποχή του ατομικισμού, κυρία μου, τα γλυκόλογα είναι ξεπερασμένα. Έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί οι μέρες του Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Σήμερα, για παράδειγμα, ο άνδρας γυρίζει στο σπίτι από τη σκληρή δουλειά και λέει: ‘Να φάμε λιγάκι, κούκλα μου, και λίγη ρέγγα, και να πιούμε και μια βότκα’, κι εσύ πρέπει να έχεις έτοιμη τη ρέγγα και τη βότκα. Ο άνδρας σου θα χαρεί πολύ, κι ούτε που θα γυρίσει να σε κοιτάξει, μόνο θα πει: ‘Άντε στην κουζίνα, γλυκιά μου, κι ετοίμασε να φάμε’. Κι ίσως μια φορά τη βδομάδα σου δώσει και κανένα φιλάκι, μάλλον αδιάφορο φιλάκι… Έτσι είναι σήμερα τα πράγματα, αγαπητή μου κυρία» (σελ. 159).
Η ψυχολογική κατάσταση του ήρωα φαίνεται από την αρχή της ιστορίας. Τον βλέπουμε να επισκέπτεται έναν γιατρό, ο οποίος τον συμβουλεύει: «Μην περιφρονείτε τις απολαύσεις της ζωής. Πηγαίνετε στο θέατρο και στη λέσχη, και, γενικά, μη φοβάστε να πιείτε κι ένα ποτηράκι. Δεν είναι καλό να κάθεστε συνέχεια στο σπίτι…» (σελ. 15). Επίσης του λέει να συνεχίσει να παίρνει τα φάρμακά του. Κατόπιν τον βλέπουμε να πηγαίνει σε μια δεξίωση όπου δεν γίνεται δεκτός. Αυτός όμως τρυπώνει από την πίσω πόρτα, για να τον διώξουν στη συνέχεια με τις κλωτσιές.
Ένα από τα συμπτώματα που παρατηρούμε στον ήρωά μας είναι η αυτολύπηση (self-pity). Διάβασα αρκετά γι αυτήν στο τελευταίο βιβλίο που μετάφρασα, το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του Τζέημς Χάντφιλντ. Ένα άλλο η μανία καταδίωξης. Συνεχώς ο Γκολιάτκιν μιλάει για τους εχθρούς του που τον καταδιώκουν. Όμως το κύριο σύμπτωμά του είναι ότι βλέπει μια σωματική ομοιότητα με έναν συνονόματό του που προσλήφθηκε πριν λίγο στην ίδια υπηρεσία. Αυτός, μόλις αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για νούμερο, τον δουλεύει αλύπητα. Και βέβαια το σύμπτωμά του αυτό επιδεινώνεται στο τέλος, όπου διαβάζουμε: «Φαντάστηκε ότι μια σειρά από πανομοιότυπους Γκολιάτκιν έμπαιναν θορυβωδώς απ’ όλες τις πόρτες του δωματίου» (σελ. 166).
Το τέλος του έργου είναι ιδιαίτερα δραματικό. Ο γιατρός τον καλεί να μπει στην άμαξά του. –Αν είναι έτσι, είμαι έτοιμος… έχω απόλυτη εμπιστοσύνη… εναποθέτω τη μοίρα μου στα χέρια του Κρίστιαν Ιβάνοβιτς…» (σελ. 168). Όμως δεν τον αφήνουν να μπει με την ησυχία του στην άμαξα. Φοβούνται μήπως μετανιώσει την τελευταία στιγμή. «Ο Κρίστιαν Ιβάνοβιτς και ο Αντρέι Φιλίπποβιτς έπιασαν απ’ τα χέρια τον κύριο Γκολιάτκιν κι άρχισαν να τον ανεβάζουν στην άμαξα, ενώ ο σωσίας του, με τον συνηθισμένο ύπουλο τρόπο του, τον έσπρωχνε από πίσω» (σελ. 168). Και θυμήθηκα γράφοντας αυτές τις γραμμές πόσο πιο αξιοπρεπώς μπήκε στο αμάξι του ψυχίατρου η Μπλανς Ντυμπουά, στο «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς, επίσης στο τέλος του έργου, όπως το θυμάμαι στην κινηματογραφική του εκδοχή, με τους θαυμάσιους Βίβιαν Λη και Μάρλον Μπράντο.
Μεγάλος ο Ντοστογιέφσκι, ακόμη και όταν γράφει σε μικρή ηλικία. Μάλλον θα επανέλθουμε με άλλο έργο του. Κρίμα που δεν έγραψα και για την «Αινιγματική αυτοκτονία», τις «Λευκές νύχτες» και τον «Αιώνιο σύζυγο», που διάβασα πρόσφατα και με ενθουσίασαν. Τελικά αν θέλεις να μην ξεχάσεις το περιεχόμενο ενός βιβλίου που σε εντυπωσίασε πρέπει να γράψεις γι αυτό.
Post a Comment