Book review, movie criticism

Thursday, May 14, 2009

David Fincher (και Scott Fitzgerald), The curious case of Benjamin Button

David Fincher (και Scott Fitzgerald), The curious case of Benjamin Button, με τους Brad Pitt και Kate Blanchett

Επιτέλους! Μετά το Irreversible του Gaspar Noe, ταινία για την οποία γράψαμε, και που το reversible δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα αλλά μόνο στο σενάριο, βλέπουμε ένα πραγματικό reversible, αντιστρεπτό, την ταινία The curious case of Benjamin Button (2008), ή, με τον ελληνικό τίτλο, «Η απίστευτη ιστορία του Benjamin Button». Ο Brad Pitt γεννιέται γέρος, και η ζωή του ακολουθεί αντίστροφη πορεία: σιγά σιγά γίνεται νεότερος, έφηβος, και τέλος μωρό.
Μια σκέψη που κάναμε βλέποντας την ταινία: Τελικά ο μαγικός ρεαλισμός χαρακτηρίζεται από «μαγικά» επεισόδια σε μια κατά τα άλλα ρεαλιστική πλοκή. Παραδείγματα που μου έρχονται στο νου είναι τα ομηρικά έπη και κυρίως η Οδύσσεια (Κύκλωπας, σειρήνες, κ.λπ). Στο φανταστικό όμως, όπως στην επιστημονική φαντασία, η πλοκή στηρίζεται από την αρχή σε ένα μη ρεαλιστικό στοιχείο, όπως στο έργο αυτό.
Το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Scott Fitzgerald, και είπαμε να το διαβάσουμε, για να κάνουμε κάποια σύγκριση. Ευτυχώς το βρήκαμε στο διαδίκτυο (άντε τώρα να το ψάχνεις στα βιβλιοπωλεία), και για όσους ενδιαφέρονται, βρίσκεται εδώ.
Το διάβασα. Καμιά σχέση με το έργο, παρά μόνο η κεντρική ιδέα. Αρχικά περίμενα μια grotesque ιστορία στην παράδοση του Edgar Allan Poe, στη συνέχεια όμως διαπίστωσα ότι επρόκειτο για ένα χιουμοριστικό διήγημα, με κυρίαρχο το εφέ της ειρωνείας.
Να αναφέρουμε, όπως το συνηθίζουμε, και ένα ανθρωπολογικό στοιχείο: Fourteen
is the age for putting on long trousers.
Άρα δεν ήταν μόνο κρητική συνήθεια τα παιδιά να φοράνε κοντά παντελόνια, την εποχή που ήμουν κι εγώ παιδί. Και στην Αμερική φαίνεται συνέβαινε το ίδιο. Μόνο που στην Κρήτη δεν θυμάμαι να υπήρχε συγκεκριμένη ηλικία που τα παιδιά έπρεπε να φορέσουν μακριά παντελόνια. Μάλλον ήταν στη διακριτική ευχέρεια των γονέων να επιλέξουν πότε το βλαστάρι τους θα φορέσει τα «μακρά».
Εγώ θυμάμαι πότε τα φόρεσα. Δεν τα φόρεσα ούτε δεκατεσσάρων, όπως ήταν το έθιμο στην Βαλτιμόρη, ούτε δώδεκα, στην ηλικία που τα φόρεσε ο ήρωάς μας. Τα φόρεσα δεκατριών χρονών. Γράφω γι αυτό στο βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά»:
«Το πέρασμα στο μακρύ παντελόνι ήταν ένα σημάδι μετάβασης στην εφηβεία, που μπορεί να μη συνοδευόταν με ανάλογη διαβατήρια τελετή, όμως, όπως και το πρώτο μας ξύρισμα, μας γέμιζε υπερηφάνεια και μας έκανε να νιώθουμε άντρες.
Θυμάμαι ακριβώς τη μέρα που φόρεσα μακριά παντελόνια. Ήταν τότε που ένας λούμπεν προλετάριος της Ιεράπετρας γύριζε τους δρόμους φωνάζοντας. ‘Την Κυριακή στις 3 Νοεμβρίου, ψηφίσετε Καραμανλή, για να σώσετε τα σπίτια σας’. Εννοούσε το κόμμα του, μια και ο Καραμανλής τότε ήταν αυτοεξόριστος». (σελ. 99-100). Ήταν 3 Νοεμβρίου του 1963, και τις εκλογές τις κέρδισε η Ένωση Κέντρου.
Ο γραφικός αυτός τύπος είχε το παρατσούκλι «Δυόμιση». Παραπονέθηκε κάποτε στον καθηγητή μας τον κο Λουλάκη ότι οι μαθητές τον κορόϊδευαν. Και ο κος Λουλάκης: -Τι ακριβώς σας λένε κύριε Δυόμιση; Και ο Δυόμιση άρχισε καινούρια γύρα στους δρόμους της Ιεράπετρας: «Ότι σκατά είναι οι μαθητάδες, είναι και οι καθηγητάδες». Έτσι, με ρίμα.
Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Fitzgerald μου θύμισε ανάλογες σκηνές από τον «Σωσία» του Ντοστογιέφσκι, που μόλις το τέλειωσα, έγραψα μάλιστα και την βιβλιοπαρουσίαση, όμως προτίμησα να ολοκληρώσω αυτήν εδώ που είχα αφήσει στη μέση και να την αναρτήσω πιο πρώτα.
But he was not fated to escape so easily. On his melancholy walk to
the railroad station he found that he was being followed by a group,
then by a swarm, and finally by a dense mass of undergraduates. The
word had gone around that a lunatic had passed the entrance
examinations for Yale and attempted to palm himself off as a youth of
eighteen. A fever of excitement permeated the college. Men ran hatless
out of classes, the football team abandoned its practice and joined
the mob, professors' wives with bonnets awry and bustles out of
position, ran shouting after the procession, from which proceeded a
continual succession of remarks aimed at the tender sensibilities of
Benjamin Button.
Post a Comment