Book review, movie criticism

Sunday, September 11, 2011

Αντώνης Κρύσιλας, Μικρές Αγγελίες

Αντώνης Κρύσιλας, Μικρές Αγγελίες, ΑΛΔΕ 2010, σελ. 139

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Συναρπαστικά χιουμοριστικές αλλά και συγκινητικά τρυφερές οι ιστορίες του συγγραφέα

Οι «Μικρές αγγελίες» είναι η τρίτη συλλογή διηγημάτων και το τέταρτο βιβλίο του Αντώνη Κρύσιλα. Σπονδυλωτό μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται το βιβλίο αυτό στο οπισθόφυλλο, και όχι άστοχα. Κεντρικός ήρωας, αντιήρωας καλύτερα, στα διηγήματα αυτά είναι ένας τριαντάρης, αποτυχημένος επαγγελματικά, που αφηγείται γεμάτος χιούμορ τις περιπέτειές του, στις οποίες σχεδόν πάντα παρεισφρέει μια μελαγχολική νοσταλγία για την παιδική και νεανική ηλικία. Φαντάζομαι υπάρχουν αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία στις ιστορίες του, μια και ο Κρύσιλας δίνει το δικό του όνομα στον ήρωά του σε μια από αυτές, ο οποίος είναι μάλιστα και συγγραφέας.
Πέρα από το ξέφρενο χιούμορ υπάρχει και ο αυτοσαρκασμός. Και θα ξαναγράψω-γιατί νομίζω το έχω ξαναγράψει-αυτό που διάβασα κάπου, ότι αυτοί που αυτοσαρκάζονται δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο να τρελαθούν. Φοβερή ικανότητα, ιδιαίτερα αναγκαία στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, και στους χαλεπότερους που μας περιμένουν και που δεν φαίνονται και πολύ μακριά στον ορίζοντα.
Όμως να δώσουμε ένα δείγμα του χιούμορ του συγγραφέα.
«Δίπλα στο επίδοξο ζεύγος, οι έτεροι δύο της ομάδας. Ένας χαρούμενος φαντάρος, το ξέρω πως φαντάζει οξύμωρο, που επιστρέφει στη μονάδα του μετά από ολιγοήμερη άδεια και μια καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης και ηλικίας με άψογη αίσθηση του χιούμορ» (σελ. 113).
Όπως και ο συγγραφέας δηλαδή, ο οποίος απλώνει το καταπληκτικό του χιούμορ και στις μεταφορές που χρησιμοποιεί. Στην προηγούμενη σελίδα διαβάζουμε: «Με αυτές τις σκέψεις εντός μου και τυλιγμένος πλέον με μία ανατριχιαστική σιγή, νιώθοντας άβολα όσο και ο Γκοτζίλα στο κέντρο του Τόκιο…».
Τώρα μου έρχεται αυτή η σκέψη στο μυαλό, ότι όποιος έχει αίσθηση του χιούμορ δεν μπορεί να είναι απαισιόδοξος. Η αισιοδοξία ή η απαισιοδοξία είναι περισσότερο καταστάσεις που πηγάζουν από εντός περισσότερο και όχι από εκτός. Το καλύτερο παράδειγμα αυτής της αισιοδοξίας το δίνει η παρακάτω ατάκα του Νασρεντίν Χότζα: «Για πράγματα που φτιάχνονται γιατί να στενοχωριέσαι, και για πράγματα που δεν φτιάχνονται πάλι γιατί να στενοχωριέσαι». Ένα σωρό ανάλογα μηνύματα φτάνουν συχνά πυκνά στο inbox μου.
Η αισιοδοξία του ήρωα φαίνεται από το ότι δεν διστάζει να κάνει την επανάστασή του (παρατάει τη δουλειά του στο ψιλικατζίδικο, αφήνοντας σύξυλη την μέγαιρα- αφεντικίνα του, για να πάει να βρει την γκόμενα στη Θεσσαλονίκη), όπως και δεν διστάζει μπροστά στις αντιξοότητες της ζωής. Ορμάει θαρραλέα μπροστά, επιτιθέμενος στους αντιπάλους στον πετροπόλεμο των παιδικών του χρόνων. Μπορεί να του έσπασαν το κεφάλι με μια πέτρα, όμως τους έτρεψε σε φυγή.
Εγώ δεν είχα τέτοιο θάρρος στα παιδικά μου χρόνια. Ακόμη θυμάμαι με θαυμασμό και ζήλεια τον Δημήτρη τον Απογάκη, να ορμάει μέσα από μια βροχή από πέτρες στους Πισκοπιανούς που μας πετροβολούσαν, εμάς τους Κατωχωρίτες (η αλήθεια είναι ότι είχαμε επιχειρήσει εισβολή στο χωριό τους που ήταν μόλις ένα χιλιόμετρο μακριά από το δικό μας. Αν και πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο και τρώγαμε το ίδιο ξύλο από τους δασκάλους μας, δεν ήταν λίγες οι φορές που συγκρουόμασταν).
Ο Φλίγκος ήταν ένα παλιό αμάξι όπου η παλιοπαρέα των τριών περνούσε τις ώρες της. Εκεί κάλεσαν κάποια φορά και τις φιλενάδες τους, που δεν έδειξαν καθόλου ενθουσιασμένες. Ήταν εντελώς άστοχη η πρωτοβουλία τους. «Σε λίγο θυμήθηκαν (οι φιλενάδες τους) πως είχαν ξεχάσει να τετραγωνίσουν τον κύκλο προτού έρθουν στο ραντεβού και την κοπάνησαν. Καλπάζοντας.
-Θα σας τηλεφωνήσουμε, φώναξαν πάνω από τον ώμο τους καθώς χάνονταν για πάντα.
Μείναμε με το τιμόνι στο χέρι» (σελ. 92).
Τον Φλίγκο θα τον εντοπίσει, χρόνια μετά, ένας από τους τρεις σε ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων. Θα ξαναβρεθούν μέσα σ΄ αυτό αναπολώντας τα νεανικά τους χρόνια και αναλογιζόμενοι το παρόν.
«Δε γίναμε αυτό που ονειρευτήκαμε, ούτε όμως αυτό που ονειρεύτηκαν άλλοι για εμάς. Και μείναμε πίσω. Δίχως ένα όνειρο, έστω και ξένο, δανεικό, ιδανικό για να κρυφτούμε μέσα. Δίχως αγέλη, ομάδα, φυλή. Τρεις μας μόνοι μέσα σε ένα παλιό σαραβαλιασμένο αυτοκινητάκι που διέθετε τη μαγεία να μπορεί να μας ταξιδέψει παντού, γιατί το ίδιο δεν μπορούσε να πάει πια πουθενά. Γι’ αυτό το αγαπήσαμε. Γι’ αυτό μας αγάπησε νομίζω κι εκείνο. Ήταν για μας μια παρωδία της στασιμότητας που μας ζητούσαν και μας έταζαν για το μέλλον. Ήμαστε για εκείνο όλα τα ταξίδια που δεν πρόλαβε να κάνει και που μας μπόλιαζε με αυτά την ψυχή και το μυαλό κάθε φορά που χωνόμασταν, που χανόμασταν μέσα του» (σελ. 94).
Στο ίδιο διήγημα (Ο Φλίγκος) διαβάζουμε:
«Όλοι οι μεγάλοι της ιστορίας έκαναν αυτό που προορίζονταν να κάνουν στα τριάντα τρία τους. Κάποιοι δε από εμάς απεβίωσαν ακριβώς τότε. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη πως οι περισσότεροι από δαύτους δεν έχασαν δύο από τα ωραιότερα χρονάκια της ζωής τους στο στρατό, όπως έμελλε να συμβεί με εμάς, έκανα σκόντο άλλα δύο χρόνια στον εαυτό μου» (σελ. 87).
Καλά, ο Χριστός δεν πήγε στρατιώτης, αλλά ο μέγας Αλέξανδρος; Βέβαια ούτε και αυτός πήγε, όπως δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Ναπολέων πήγε στρατιώτης στο Βατερλώ, όμως ριχνόταν πρώτος στη μάχη.
Τελικά βλέπω ότι υπάρχει μια εμμονή με τα τριαντατρία χρόνια, ηλικία στην οποία πέθαναν φαντάζομαι και άλλοι που δεν ξέρω. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός που με αντικατέστησε στη μονάδα μου είχε την εμμονή ότι θα πέθανε στα τριαντατρία του. Δεν ξέρω τι απέγινε. Την ίδια εμμονή είχε και ένας συνάδελφος της γυναίκας μου. Όμως αυτός πέθανε, από ανακοπή, με όλες τις αρτηρίες του φραγμένες (από το κάπνισμα. Ακούτε – ή μάλλον διαβάζετε-καπνιστές; Και εσύ καπνίστρια…).
Είχα κι εγώ μια μικρή εμμονή με τα τριαντατρία. Πρωτοδιορισμένος στην Κάσο, με συγγραφικές φιλοδοξίες, είχα εκδώσει πριν δυο χρόνια το πρώτο μου βιβλίο «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα». Ούτε να διανοηθώ να καμαρώσω γι’ αυτό, θα με πέρναγαν για βλαμμένο. Νομίζω όταν ήταν να φύγουμε το μαρτύρησα στους συναδέλφους. Μόνο όταν έβγαλα το δεύτερο βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου», μετά από έξι χρόνια, αφού είχα ήδη φύγει από το 3ο Λύκειο Νίκαιας και είχα πάει στο 40ο Λύκειο Αθήνας στην Γκράβα, τόλμησα να μιλήσω γι’ αυτό το πρώτο συγγραφικό μου πόνημα.
Εξαιρετικό το βιβλίο του Κρύσιλα, όμως δεν έχω καμιά κριτική παρατήρηση να κάνω;
Έχω, για τα δυο μότα του βιβλίου. Το πρώτο είναι του Πάολο Κοέλιο: «Όταν επιθυμείς κάτι πραγματικά, τότε ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις».
Δηλαδή, όταν τελικά δεν το αποκτήσεις, φταις εσύ που δεν το πεθύμησες αρκετά; Αυτοί που σου έβαλαν τρικλοποδιά στην πορεία δεν μετράνε;
Και το δεύτερο, ο νόμος του Μέρφυ για τους ποδηλάτες: «Όλοι οι δρόμοι είναι ανηφορικοί και κόντρα στον άνεμο».
Στο γυμνάσιο πηγαίναμε με ποδήλατα. Το χωριό μου, το Κάτω Χωριό, απείχε από την Ιεράπετρα 7 χιλιόμετρα. Στο έβγα του χωριού υπήρχε μια κατηφόρα. Τι ωραία που κατεβαίναμε! Και φυσούσε σχεδόν πάντα βοριάς. Στην επιστροφή τον είχαμε κόντρα. Και η κατηφόρα, ως δια μαγείας, μεταμορφωνόταν σε ανηφόρα. Ήταν αδύνατο να την ανεβούμε. Ξεπεζεύαμε και τσουλάγαμε τα ποδήλατα. Όλοι οι δρόμοι όταν τους επιστρέφεις μεταμορφώνονται στο αντίθετο.
Μπορείς και να μην τους επιστρέψεις. Όμως αν είναι να επιλέξω ένα δρόμο χωρίς επιστροφή, θα επιλέξω το δρόμο Κάτω Χωριό – Ιεράπετρας, που είναι κατηφορικός και βγάζει στις πιο μαγευτικές παραλίες της Ελλάδας. Γιατί να επιλέξω έναν ανηφορικό, που θα με βγάλει σε ένα βουνό με αρκούδες και λύκους; (Εν τάξει, για μεταφορά πρόκειται, όμως να μην κάνουμε το λάθος να την πάρουμε και τοις μετρητοίς).
Το βιβλίο το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Χθες το πήρα από τον εκδότη μου, χωρίς να του δώσω καμιά υπόσχεση ότι θα το διαβάσω σύντομα. Όταν όμως ξάπλωσα για τη μεσημεριανή μου σιέστα και διάβασα το πρώτο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή μαγεύτηκα, έτσι μετά τη σιέστα μου το τέλειωσα. Και σήμερα, Κυριακή πρωί, στρώθηκα να γράψω αυτές τις γραμμές. Διαβάστε το, δεν θα μετανιώσετε.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment