Book review, movie criticism

Thursday, October 22, 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Ο Οθέλος ξαναγυρίζει



Νίκος Καζαντζάκης, Ο Οθέλος ξαναγυρίζει, Νέα Εστία, έτος 1962, τεύχος 848, σ.σ. 1522-1569

Το όνειρό μου, όταν ήμουν μικρός, ήταν να γίνω συγγραφέας. Όταν γνώρισα το έργο του Καζαντζάκη έκανα ένα δεύτερο όνειρο: να γράψω ένα βιβλίο γι’ αυτόν. Μάλιστα δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι αυτό θα ήταν το πρώτο μου βιβλίο.
Τελικά η τύχη το έφερε αλλιώς, τα ενδιαφέροντά μου μετατοπίσθηκαν, και το βιβλίο αυτό που ονειρευόμουν δεν το έγραψα. Έγραψα όμως για τον Καζαντζάκη.
Το 1983, διορισμένος φιλόλογος στην Κάσο, μας ήλθε έγγραφο από το Υπουργείο Παιδείας να κάνουμε μια εκδήλωση για τον Παλαμά, για τα 40 χρόνια από το θάνατό του. Για τον Καζαντζάκη, που συμπληρώνονταν τότε 100 χρόνια από το θάνατό του, ούτε μιλιά. Κι ας ήταν στην κυβέρνηση, φρέσκο φρέσκο, το Πασόκ.  
Ο καλός συνάδελφος Αθηναγόρας, κατά κόσμο Παραδείσης Βασίλειος, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται τώρα, έκανε μια ομιλία για τον Παλαμά. Στο τέλος έβαλε τα παιδιά και τραγούδησαν το «Τη υπερμάχω». Δεν ξέρω αν ήταν την επομένη ή τη μεθεπομένη που μάζεψα κι εγώ τα παιδιά και τους μίλησα για τον Καζαντζάκη. Στο τέλος τραγουδήσαμε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Ο Αθηναγόρας εκτελούσε χρέη γυμνασιάρχη, εγώ χρέη λυκειάρχη. Στο γυμνάσιο υπήρχαν άλλοι τέσσερις καθηγητές, στο λύκειο άλλοι δύο, εκ των οποίων εγώ ήμουν αρχαιότερος: διορίστηκα Σεπτέμβρη, ενώ αυτοί Νοέμβρη.
Δεν είχα κείμενο, μίλησα απ’ έξω. Σκέφτηκα όμως ότι δεν θα ήταν άσχημο αυτά που είπα να τα γράψω και να τα στείλω στα «Κρητικά», τα μετέπειτα «Κρητικά Επίκαιρα», τη φιλόξενη αυτή εφημερίδα του Γιώργου Βαρβέρη που μου δημοσίευσε ένα σωρό βιβλιοκριτικές για κρήτες συγγραφείς. Χωρίς την εφημερίδα αυτή δεν θα είχα κίνητρο να γράψω γι’ αυτούς.
Έγραψα πράγματι το κείμενο το οποίο δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Νίκος Καζαντζάκης, κάποιες σκέψεις για το έργο του» τον Ιούνιο του 1983. Αργότερα, το 2007, δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό «Ρωγμές».
Αυτό ήταν το πρώτο κείμενό μου για τον Καζαντζάκη. Αργότερα έγραψα αρκετές κριτικές για έργα του καθώς και τρεις συγκριτολογικές μελέτες. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου μου «Το μυστικό των εξωγήινων» (ΑΛΔΕ 2014), ενός βιβλίου του οποίου έκανα μόνος μου το layout αποφασισμένος να προχωρήσω σε αυτοέκδοση αν δεν εύρισκα εκδότη, μου πέρασε από το μυαλό να βάλω τις βιβλιοκριτικές αυτές στη φόρμα που είχα φτιάξει. Με έκπληξη είδα ότι ξεπερνούσαν τις 130 σελίδες και ότι θα μπορούσαν να εκδοθούν σε κανονικό βιβλίο. Έτσι πήρα την απόφασή μου.
Το αγώι κάνει τον αγωγιάτη. Έχοντας δει την καταπληκτική παράσταση του Τάκη Τζαμαργιά για το «Ο Οθέλος ξαναγυρίζει» στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 2001 έμεινα έκπληκτος, τόσο από το κείμενο όσο και από τη σκηνοθεσία του Τάκη: αριστουργηματικά και τα δυο. Μετά την απόφαση που πήρα να εκδώσω σε βιβλίο ό,τι είχα γράψει για τον Καζαντζάκη όλα αυτά τα χρόνια, σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν άσχημο να συμπληρώσω και με το «Ο Οθέλος ξαναγυρίζει». Έψαξα στο διαδίκτυο, ανακάλυψα ότι είχε δημοσιευθεί στη Νέα Εστία, και το αναζήτησα. Από τις βιβλιοθήκες στις οποίες απευθύνθηκα μόνο η Γεννάδειος επέτρεπε τη λήψη φωτοτυπιών, οι υπόλοιπες μου είπαν να φωτογραφήσω τις σελίδες που με ενδιέφεραν, τρέχα γύρευε δηλαδή.
Υπάρχει όμως και συνέχεια, που οφείλεται σε δυο συμπτώσεις. Η πρώτη σύμπτωση: την ίδια περίοδο με έπιασε μια περιέργεια να ξαναδιαβάσω το βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός». Ήταν εξαντλημένο. Η δεύτερη σύμπτωση: έκανα μια ανάρτηση στο facebook επισημαίνοντας την αναγκαιότητα της ύπαρξης του ηλεκτρονικού κειμένου, προπαντός των εξαντλημένων βιβλίων, στο οποίο να έχει πρόσβαση ο καθένας, είτε με πληρωμή είτε όχι. Αν υπήρχε ηλεκτρονικά το κείμενο δεν θα είχα πρόβλημα, θα το διάβαζα στο tablet μου. Η καλή συνάδελφος και φίλη Λένα Γαλυμιτάκη που διάβασε την ανάρτησή μου μού το έστειλε σε φωτοτυπίες –την ευχαριστώ και από αυτές τις γραμμές.
Διαβάζοντας το βιβλίο της Ζωγράφου βρήκα παραθέματα από θεατρικά έργα του Καζαντζάκη που ήταν σε πεζό. Εγώ νόμιζα ότι τα θεατρικά του που είχαν εκδοθεί σε τρεις τόμους ήταν όλα ποιητικά, και καθώς έχω δηλώσει πως, όπως ο Κωστής Παπαγιώργης, δεν συμπαθώ την ποίηση, δεν είχα καμιά διάθεση να τα διαβάσω, όπως βέβαια και την «Οδύσσεια», και ας την θεωρούσε ο Καζαντζάκης ως έργο ζωής. Να ήταν τουλάχιστον γραμμένη στον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο του «Ερωτόκριτου», έστω και στον ανομοιοκατάληκτο του δημοτικού τραγουδιού, θα το επιχειρούσα. Πήρα λοιπόν τη μεγάλη απόφαση και αγόρασα τους τρεις τόμους με τα θεατρικά. Τελικά διαπίστωσα ότι τα τέσσερα θεατρικά έργα που βρίσκονται στον τόμο με βυζαντινά θέματα ήταν έμμετρα, ενώ στους άλλους δύο τα πέντε από τα οκτώ ήταν γραμμένα σε πεζό λόγο. Αυτά τα πέντε αποφάσισα να τα διαβάσω. Βέβαια ποτέ μη λες ποτέ, στο μέλλον ίσως μου ανοίξει η όρεξη να διαβάσω και τα υπόλοιπα, όπως και την «Οδύσσεια» βέβαια. Όμως προς το παρόν δεν έχω καμιά διάθεση.
Κάναμε μεγάλη εισαγωγή πριν αρχίσουμε να γράφουμε για το «Ο Οθέλος ξαναγυρίζει».
Έχω δηλώσει επανειλημμένα πόσο εκτιμώ το χιούμορ σε ένα έργο. Στον αγέλαστο κατά τα άλλα Καζαντζάκη συνάντησα αρκετό χιούμορ στο έργο του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», και κάμποσο στον «Καπετάν Μιχάλη», που όμως δεν είναι δικό του, είναι αστείες ιστορίες σαν τις δικές μου τις «Κατωχωρίτικες» (Εύθυμες Κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες, Ιεράπετρα 21ος αιώνας, 2013). Το συναντώ για τρίτη φορά στην πρώτη από τις τρεις πράξεις του «Ο Οθέλος ξαναγυρίζει».
Το έργο αυτό έμεινε ανέκδοτο, και το έστειλε στην Νέα Εστία η γυναίκα του Ελένη μετά το θάνατό του. Ο Παντελής Πρεβελάκης στο έργο του «Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας» μας πληροφορεί, όπως διαβάζουμε στην προλογική παράγραφο της Νέας Εστίας, ότι γράφηκε την περίοδο 1936-1937 και ότι «είναι μια comédie πιραντελλικής τεχνοτροπίας».
Τα πρόσωπα του έργου είναι ο Διευθυντής, ο Μήτσος, ο Αλέκος, η Μαρίκα και ένας υπηρέτης που εμφανίζεται σπάνια. Βρίσκονται πάνω στη σκηνή ενός θεάτρου, υποτίθεται ότι τους παρακολουθούν θεατές, και σκέφτονται τι έργο να ανεβάσουν.
Στο γκροτέσκο πρώτο μέρος ο διευθυντής σκέφτεται να ανεβάσει Αισχύλο. Ή μήπως Γκαίτε; Αλλά και Σαίξπηρ δεν θα ήταν άσχημα. Όμως τα ονόματα «Κλυταιμνήστρα», «Φάουστ» και «Οθέλος» που αναφέρει φωναχτά στο μονόλογό του λειτουργούν ως «ανακάλεμα», και να σου τους μπροστά του. Τον εκλιπαρούν να τους επιλέξει για το επόμενο έργο που θα ανεβάσει, να φύγουν για λίγο από τα σκοτάδια του κάτω κόσμου των σκιών. Στο μέρος αυτό ο Καζαντζάκης παρουσιάζει παρωδιακά, με άφθονο χιούμορ, τους κορυφαίους αυτούς ήρωες της παγκόσμιας δραματουργίας.
Ο Οθέλος εμφανίζεται στο τέλος της πρώτης πράξης. Ενθουσιασμένος ο διευθυντής παίρνει την απόφαση: θα ανεβάσουν τον «Οθέλο».
Ανατίθενται οι ρόλοι. Η Μαρίκα θα κάνει την Δεισδαιμόνα, ο Αλέκος τον Οθέλο και ο Μήτσος τον Ιάγο. Υπάρχει βέβαια το πρόβλημα του ζηλιάρη νιόπαντρου Αλέκου. Η ζήλεια του όμως πέφτει γάντι με το ρόλο του. Ο Διευθυντής φροντίζει να του τη φουντώνει, πιστεύοντας ότι έτσι ο Αλέκος θα κάνει μια ανεπανάληπτη ερμηνεία.
Οι δυο άλλες πράξεις είναι ολότελα πιραντελικής έμπνευσης, με την αμφιβολία να αιωρείται αν αυτό που βλέπουν οι θεατές είναι πραγματικό ή μέσα στα πλαίσια του ρόλου· σαν τον Zhuang Zhu, που δεν είναι σίγουρος αν ονειρεύεται την πεταλούδα ή αν βρίσκεται μέσα στο όνειρο της πεταλούδας.
Την αμφιβολία δεν την έχουν μόνο οι θεατές, αλλά συχνά και τα πρόσωπα του έργου.
«ΜΑΡΙΚΑ: Κύριε διευθυντά, σώσε με!
…..
Κύριε διευθυντά, αγαπώ τον άντρα μου!
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: Απαρχής! Απαρχής! Έμπα πάλι από την πόρτα… Φώναξε: Κύριε Διευθυντά, σώσε με! (σελ. 1526).
Ο Διευθυντής νομίζει ότι η Μαρίκα παίζει ρόλο, ενώ αυτή μιλάει πραγματικά.
Ο διευθυντής θέλει να κάνουν έναν πρωτοποριακό «Οθέλο», πάνω στα χνάρια του σαιξπηρικού, και πάνω σ’ αυτό συζητούν. Όμως στη συζήτηση ο ζηλότυπος Αλέκος εκρήγνυται πολλές φορές. Υπάρχουν κάμποσες ατάκες από το σαιξπηρικό έργο, ιδιαίτερα προς το τέλος, όμως το περισσότερο μέρος αναφέρεται στην προετοιμασία της παράστασης.
Στο τέλος του έργου ο Αλέκος, αφρίζοντας από ζήλεια, θα πνίξει την Δεισδαιμόνα. Είναι μέσα στην πρόβα του έργου, ή την έχει πνίξει πραγματικά;
Ο Καζαντζάκης όπως είναι γνωστό μέσα από τα έργα του φιλοσοφεί. Θα αναφερθούμε στη φιλοσοφία που ενυπάρχει στο έργο αυτό παραθέτοντας κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα.   
«ΜΗΤΣΟΣ: Κύριε Διευθυντά, να, το μοντέρνο θέμα που ζητούσες! Περνάει κάτω από το παράθυρό σου [διαδήλωση]. Άρπαξέ το!
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: Ακόμα… Ακόμα… Άσε να περάσουν μερικές γενεές… να λαγαρίσει… να γίνει… τέχνη… Τώρα είναι ακόμα ακατέργαστο υλικό – ζωή. Δεν το βλέπεις; Μούστος. Άμα κατασταλάξει, Μήτσο, θα γίνει κρασί και θα το πιούμε (σελ. 1535-1536).
Αυτό θα έλεγα ότι ισχύει μόνο για την ιστοριογραφία, σαν μια αντικειμενική αποτίμηση των γεγονότων. Για την τέχνη δεν νομίζω να το πιστεύει κανείς. Ίσως ο Καζαντζάκης απολογείται εδώ για την προτίμηση που δείχνει για ιστορικά θέματα και για ήρωες του παρελθόντος.
«ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: …Όποιος έρχεται στο θέατρο, σου λέω, αφήνει στο διάδρομο το καπέλο του, το μπαστούνι του και τις έγνοιες του. Δυο τρεις ώρες. Παίρνει εισιτήριο, ταξιδεύει σε μια χώρα καλύτερη, που υπάρχει μονάχα στη φαντασία μας… Αλαφρώνει. Κι ύστερα παίρνει πάλι το καπέλο του, το μπαστούνι του και τις έγνοιες του… Και ξαναγυρίζει λίγο παρηγορημένος στην καθημερινή ζωή… Κατάλαβες;».
ΜΗΤΣΟΣ: Κατάλαβα… Το θέατρο… όπιο του λαού!» (σελ. 1536).
Αυτό που λέει ο Διευθυντής ισχύει και για τον κινηματογράφο. Αλλά και για τη λογοτεχνία. Διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα ξεχνιέσαι από τις έγνοιες σου. Μέχρι να κτυπήσει το τηλέφωνο.
Ο Γιάγος-Μήτσος αρχίζει να μετανιώνει για το παιχνίδι που παίζουν στον Οθέλο-Αλέκο. Δεν αντέχει να τον βλέπει να υποφέρει από τη ζήλια. Ο Διευθυντής λέει με σαρκασμό.
«Α! το Γιάγο, το ξεφυσίδι, πού κατάντησε! Έκαμε καρδιά, βλέπεις, κι αυτός, μαλάκωσε η ψυχή του… Έβγαλαν τα στήθια του γάλα… Και θέλει τώρα να τα κάμει πλακάκια με την αρετή… Να τον λυπηθούμε, [τον Αλέκο-Οθέλο] λέει! Να μη χαλάσει η ζαχαρένια μας… Να μην αδικήσουμε, να μην πονέσουμε, να μη σκοτωθούμε! Έτσι, σαν τα πρόβατα, κολλητά ο ένας στον άλλον. Ν’ αναπνέουμε τη βόχα ο ένας του άλλου… με υπομονή… με εγκαρτέρηση… «Ενάρετοι!» ωσότου έρθει να μας σαρώσει ο Χάρος… χωρίς μεγάλες κακίες… χωρίς μεγάλα πάθη… Ανθρωπάκοι!... Να φυτεύουμε λάχανα… να κάνουμε παιδιά. Αγκαλιασμένοι όλοι ζεστά ζεστά… πατικωτά… πατικωτά… σαν κάμπιες… Φύγε να μη σε βλέπω! Άχρηστο, ανήμπορο, χαμένο κορμί! Οθέλο, γεια σου αδερφέ μου, εσύ μου αρέσεις! Μεγάλη ψυχή! Βάλε φωτιά! Να καούν τ’ άχερα… τα σωθικά του ανθρώπου!» (σελ. 1562).
Πίσω από τον Καζαντζάκη αναγνωρίζει κανείς τον Νίτσε, με την περιφρόνησή του για τον όχλο και για όσους νοιώθουν οίκτο.
«ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: Ορίστε, λεύτερα… Αν σας ενοχλώ φεύγω…(Γελά) Μη φοβάστε! Δεν πάω μακριά! Να, εδώ στα παρασκήνια… με τους σπάγκους όλους… όλους» (σελ. 1564).
Παλιό φιλοσοφικό πρόβλημα, προκαθορισμός ή ελευθερία βούλησης; Ο θεός σαν καραγκιοζοπαίχτης παίζει κατά τη βούλησή του τις φιγούρες-ανθρώπους. Πιο πριν συναντήσαμε ως μεταφορά του θεού τον δραματουργό, που έχει καθορίσει στο διηνεκές τη μοίρα των ηρώων του.
Στην επόμενη σελίδα ο Γιάγος φωνάζει αγανακτισμένος:  «Κανένας λοιπόν δεν μπορεί να σωθεί από τη μοίρα του, κανένας;».
Κανείς δεν το πιστεύει αυτό, ούτε βέβαια και ο Καζαντζάκης.
Πιο πριν έγραψα ότι δεν μου αρέσει η ποίηση, εξαιρώντας τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που είναι σαν να ρέει στο αίμα μας. Είχα για καιρό τη μανία να παραθέτω τους ιαμβικούς δεκαπεντασυλλάβους που παρεισφρέουν ασυνείδητα τόσο σε πεζογραφικά όσο και σε ποιητικά έργα γραμμένα με ελεύθερο στίχο. Τώρα θα κάνω μια εξαίρεση, παραθέτοντας τους δυο ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που έπεσαν στην αντίληψή μου.
Σαν να μου ήρθε ξαφνικά μια τρομερή υποψία (1552) και
Να κατεβεί, να γκρεμιστεί, να πάει κατά διαόλου  (1554)
Κόντευα να το ξεχάσω, στο τέλος του έργου ο διευθυντής λέει ότι η δήθεν πρόβα ήταν μέρος του έργου· μη νομίσει κανείς θεατής ότι ο ζηλιάρης «σύζυγος» την έπνιξε πραγματικά.

Post a Comment