Book review, movie criticism

Sunday, October 4, 2015

Friedrich Nietzsche, Η γέννηση της τραγωδίας



Friedrich Nietzsche, Η γέννηση της τραγωδίας (μετ. Κ.Λ. Μεραναίος) εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 175

Η «Γέννηση της τραγωδίας» είναι το πρώτο έργο του Νίτσε που διάβασα, μαθητής δευτέρας γυμνασίου. Επίσης είναι το πρώτο έργο που έγραψε, το 1972, σε ηλικία 28 χρονών. Το 1868, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων, είχε γίνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Basel στην Ελβετία.
Το βιβλίο αυτό το ξαναδιάβασα, τουλάχιστον δεύτερη φορά, το 1985, όταν έγραψα μια μικρή μελέτη για την Αντιγόνη. Εδώ βλέπουμε όχι τον Νίτσε τον φιλόσοφο αλλά τον Νίτσε τον φιλόλογο, βαθιά ελληνολάτρη.
Στο βιβλίο του αυτό ο Νίτσε αναπτύσσει την αντίληψη ότι η τραγωδία γεννήθηκε από το πνεύμα της μουσικής, της μουσικής η οποία είναι διονυσιακή (διθύραμβος), αφού συνδέθηκε με το «εικαστικό», πλαστικό απολλώνιο πνεύμα, το πνεύμα της γαλήνιας ενατένισης των μορφών της φαινομενικότητας. Όπως υποστηρίζει, το απολλώνιο πνεύμα αναδεικνύει την ατομικότητα ενώ το διονυσιακό την εκστατική/οργιαστική εκμηδένιση του εγώ.
Έχω γράψει κι εγώ γενικά για την τραγωδία. Μένοντας κοντά στον αριστοτελικό ορισμό, ανάρτησα στο διαδίκτυο κάποιες σκέψεις για την τραγωδία, σκέψεις που χρησιμοποίησα στα μαθήματα της εξομοίωσης και αφού είχα έλθει σε επαφή με το ασιατικό θέατρο, καρπός του οποίου υπήρξε το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας». Στην τραγωδία αναφέρομαι και σε δυο σύντομα άρθρα, το ένα με τίτλο «Η αρχαιοελληνική τραγωδία, το κινέζικο θέατρο και ο Μπρεχτ» και το άλλο «Κομψότητα ή πειστικότητα της ερμηνείας; Ορέστης και Άμλετ».
Όπως και ο Νίτσε θεωρώ κι εγώ την τραγωδία σαν σύνθεση του απολλώνιου στοιχείου του έπους, είδους αριστοκρατικού (η μη έκφραση συναισθημάτων και η γαλήνια αντιμετώπιση της πραγματικότητας είναι αριστοκρατική αντίληψη) και του διονυσιακού στοιχείου της λυρικής ποίησης, μιας ποίησης «αστικής» που εκφράζει συναισθήματα, σύνθεση που επιτεύχθηκε όταν τα αστικά στρώματα νίκησαν την αριστοκρατία και επέβαλαν τη δημοκρατία, στα όργανα της οποίας επικρατούσαν πάντα, όπως στις σημερινές δημοκρατίες επικρατεί πάντα (ή σχεδόν πάντα) η πλουτοκρατία.
Σήμερα θα μπορούσα να συμπληρώσω ότι το «επικό», δηλαδή το αφηγηματικό στοιχείο,  στην τραγωδία από αριστοκρατικό έγινε λαϊκό, ενώ το «λυρικό» στοιχείο των στασίμων, το κατ’ εξοχήν ποιητικό, στοιχείο μιας ελίτ κυρίως αστικής αλλά και αριστοκρατικής, εξοβελίστηκε σταδιακά από την τραγωδία, η οποία υποχώρησε σιγά σιγά σε πιο λαϊκά γούστα. Δεν είναι τυχαίο που του Ευριπίδη (του επιτίθεται άγρια ο Νίτσε) έχουν σωθεί 18 τραγωδίες, ενώ του Αισχύλου και του Σοφοκλή μόνο 7 από τον καθένα. Για να κάνω μια σύγκριση με το σήμερα, ο «λαός» αρέσκεται σε ιστορίες, που άλλες βλέπει στο σινεμά και άλλες τις διαβάζει στα μυθιστορήματα, ενώ οι πνευματικές ελίτ διαβάζουν ποίηση.
Για να ξαναγυρίσουμε στον Νίτσε, στο βιβλίο αυτό παρατηρούμε αντιφάσεις με τη μεταγενέστερη σκέψη του. Εδώ μιλάει για τον θαυμαστό λαό των Ελλήνων. Στα μεταγενέστερα έργα του όμως ο λαός έχει μια άλλη σημασία, είναι το παρακατιανό ισοδύναμο του σκλάβου που με τον χριστιανισμό και την ηθική του έχει κυριαρχήσει πάνω στην αριστοκρατία. Ακόμη ο Νίτσε δεν φαίνεται να δίνει σημασία στο ότι ο Απόλλων ήταν ένας από τους Ολύμπιους θεούς της αριστοκρατίας, ενώ η νικηφόρα τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών λάτρευε τον θεό Διόνυσο, τον λαϊκό θεό του κρασιού και του έρωτα, στις γιορτές του οποίου δινόντουσαν οι παραστάσεις της τραγωδίας. Στα μεταγενέστερα έργα του τον πεσιμισμό και τον μηδενισμό της σύγχρονης εποχής τον χρεώνει στην καταπίεση των ενστίκτων (και ο Φρόιντ στο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» λέει κάτι ανάλογο), καταπίεση για την οποία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη η χριστιανική ηθική των «σκλάβων», ενώ εκεί που μπορούμε να δούμε αχαλίνωτα τα ένστικτα είναι ακριβώς στις λαϊκές τάξεις.
  Καιρός όμως να δώσουμε κάποια αποσπάσματα.
  «Η γνώση σκοτώνει τη δράση, στη δράση χρειάζεται ο αντικατοπτρισμός της αυταπάτης» (σελ. 59).
  Δηλαδή για ένα πουκάμισο αδειανό, μόνο που το γεγονός ότι είναι αδειανό θα το δεις, αν το δεις, εκ των υστέρων.
«Δεν πρέπει όμως ποτέ να ξεχνάμε πως το κοινό της αττικής τραγωδίας ξανάβρισκε τον εαυτό του στο χορό της ορχήστρας, και πως κατά βάση δεν υπήρχε καμιά αντίθεση, καμιά αντινομία μεταξύ του χορού και του κοινού: γιατί όλοι ήσαν ένας μεγάλος, υπέροχος χορός Σατύρων που τραγουδούσαν και χόρευαν, ή χορός εκείνων που ένοιωθαν πως αντιπροσωπεύονταν απ’ αυτούς τους Σάτυρους» (σελ. 62).
Αυτό, όπως είπαμε, στην εποχή του Αισχύλου. Την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου ο χορός αρχίζει να γίνεται ένα στοιχείο βαρετό γι’ αυτό το κοινό. Δεν ενδιαφέρει πια το συναίσθημα αλλά ο σοφιστικέ διάλογος των προσώπων. Αυτό ο Νίτσε θα το χρεώσει στον Σωκράτη. 
«Αναφορικά με» (σελ 105). Τη φράση αυτή τη συνάντησα συχνά στο βιβλίο. Επέμενα να τη χρησιμοποιώ στις εκθέσεις μου, ακόμη και όταν ένας φιλόλογός μου – όνομα και μη χωριό – μου τη διέγραφε ως λάθος.
«…το άτομο θα πίστευε, όπως ο κάτοικος των νησιών Φίτζι, πως επιτελεί υπέρτατο υιικό καθήκον σκοτώνοντας τον πατέρα του και φιλικό καθήκον σφάζοντας τον φίλο του:  πρακτικός πεσιμισμός…» (σελ. 109).
Αν είναι αλήθεια.
«…την πλαστική τέχνη, ως απολλώνια, και τη μουσική, ως διονυσιακή» (σελ. 112). Κάθε τι που αναπαριστάνει μορφές ο Νίτσε το χαρακτηρίζει απολλώνιο, όπως και το έπος («Ο πλαστικός καλλιτέχνης, όπως επίσης κι ο επικός καλλιτέχνης που του μοιάζει, καταποντίζεται στη θεώρηση των εικόνων» (σελ. 44). Το έπος βέβαια κυρίως αφηγείται ιστορίες. Ο Νίτσε αντιτίθεται σφόδρα στην ιδέα ότι η μουσική μπορεί να αποδώσει μορφές. Μόνο τα αισθήματα που μπορούν να πυροδοτήσουν οι μορφές μπορεί να αποδώσει. Αυτό υποστηρίζει, αν θυμάμαι καλά, μιλώντας για την «Ποιμενική».
«Τίποτα δεν είναι φοβερότερο από έναν βάρβαρο λαό σκλάβων, που έμαθε να θεωρεί την ύπαρξή του για αδικία και ετοιμάζεται να εκδικηθεί…» (σελ. 129).
Εδώ βλέπουμε τον Νίτσε των μεταγενέστερων έργων του. Οι έλληνες δεν είναι τέτοιος λαός. Τελικά (εδώ βρίσκεται η αντίφαση), υπάρχουν λαοί που δεν είναι σκλάβοι, και λαοί στους οποίους η πλειοψηφία είναι σκλάβοι και μια μειοψηφία οι εκλεκτοί. Οι σύγχρονοι ευρωπαϊκοί λαοί ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. 
«…ο Χορός του Λούθηρου αντήχησε σαν η πρώτη διονυσιακή επίκληση που διαπερνά ένα πυκνό δάσος, όταν δειλά ξεπροβάλλει η άνοιξη» (σελ. 165).
Σε μεταγενέστερα έργα του όμως ο Νίτσε κατηγορεί την Λούθηρο που με τη μεταρρύθμισή του αναβίωσε τον χριστιανισμό, τον οποίο η Αναγέννηση περιθωριοποιούσε όλο και περισσότερο.
«…η τέχνη δεν είναι μόνο μίμηση της φυσικής πραγματικότητας αλλά μάλλον ένα μεταφυσικό συμπλήρωμα της φυσικής πραγματικότητας, που είναι τοποθετημένο δίπλα της, για να μπορέσει να την υπερπηδήσει» (σελ. 170).
Πολλά πράγματα είναι η τέχνη, είναι και αυτό.
Αυτά για τον Νίτσε προς το παρόν. Η επόμενη ανάρτησή μας θα είναι για τις επιστολές του, και μάλλον όχι προς το παρόν.  
Post a Comment