Book review, movie criticism

Saturday, October 31, 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Κούρος



Νίκος Καζαντζάκης, Κούρος

  Στην προηγούμενη ανάρτησή μας κάναμε μια αναφορά στο σημειωτικό τετράγωνο, υποστηρίζοντας ότι δεν βοηθάει στην ερμηνευτική κατανόηση. Αυτό φαίνεται να ισχύει απόλυτα στην περίπτωση του «Κούρου».
Παρά τον τίτλο, η υπόθεση του έργου είναι εμπνευσμένη από την ιστορία του Θησέα και του Μινώταυρου.
Ο Θησέας έχει έλθει στην Κρήτη μαζί με την αποστολή των επτά νέων και των επτά νεανίδων, φόρος των υποτελών αθηναίων στον Μίνωα, σαν θυσία στον Μινώταυρο. Σκοπός του; Να εξοντώσει τον Μινώταυρο. Βοηθός του; Η Αριάδνη, που τον έχει ερωτευθεί. Αντίμαχος; Μάλλον κανένας.
Θα σκοτώσει το Μινώταυρο;
Εδώ έχουμε την παραλλαγή του μύθου, με την οποία στόχο έχει ο Καζαντζάκης να εικονογραφήσει την αντίληψή του για τον άνθρωπο που αγωνίζεται να ξεπεράσει τη φύση του και να αρθεί σε κάτι ανώτερο. Ο Υπεράνθρωπος για τον Καζαντζάκη δεν είναι ένας άριος που έχει σαν αποστολή να εξοντώσει τις κατώτερες φυλές, όπως έκανε ο homo sapiens που εξόντωσε τον νεαντερτάλιο, τουλάχιστον όπως υποστηρίζεται από πολλούς, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος που με τον αγώνα του αίρεται στο επίπεδο του υπεράνθρωπου. Χρησιμοποιεί ένα τριαδικό σχήμα, σχήμα που έχει χρησιμοποιηθεί κι άλλες φορές, όπως για παράδειγμα «αγριότητα-βαρβαρότητα-πολιτισμός», «ανιμισμός-θρησκεία-φιλοσοφία», για να συσχετίσει την εξέλιξη της ανθρωπότητας με το βαθμό ανθρωπομορφισμού των θεών. Ο Μίνωας αγωνίστηκε με τον θεό-ταύρο, και κατάφερε και του έδωσε ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε όλο του το σώμα εκτός από το κεφάλι, όπως είναι οι ζωόμορφοι αιγυπτιακοί θεοί. Ο αγώνας του Θησέα με τον Μινώταυρο είναι μια μεταφορά επίσης.
«Δε μου αρέσουν οι θεοί που έχουν κεφάλι σκύλου ή τσακαλιού ή ταύρου· που δεν μπόρεσαν ακόμη να νικήσουν το χτήνος» (σελ. 294).
Και πιο κάτω:
«Εσύ, εσύ, Μίνωα, Μεγάλε βασιλιά, με τον αγώνα σου, με το μυαλό σου και με την πράξη, νικώντας τους ανθρώπους, χαλινώνοντας τα πάθη τα δικά σου, μετουσιώνοντας το χάος σε αρμονία, έσμιξες με το θεό, έκαμες τον Ταύρο Μινώταυρο. Παραπάνω δεν μπόρεσες» (σελ. 323).
Το παραπάνω το καταφέρνει ο Θησέας. Παλεύοντας μαζί του τον κάνει να χάσει το ταυρίσιο κεφάλι του και να πάρει ανθρώπινο κεφάλι. Παίρνοντας ανθρώπινο κεφάλι γίνεται ένα με τον Κούρο, και η πάλη τελειώνει με ένα θερμό εναγκαλισμό. Το τριαδικό σχήμα του Καζαντζάκη είναι λοιπόν «Ταύρος-Μινώταυρος-Κούρος».
Όμως και εδώ υπάρχει εξέλιξη, εκτός όμως πλαισίου της ιστορίας. Ο Κούρος είναι με αλύγιστο σώμα και με τα χέρια κολλημένα στους γοφούς, ακίνητος. Είναι ο Κούρος της αρχαϊκής εποχής. Στην ιστορική εποχή τα χέρια του Κούρου θα ξεκολλήσουν, τα γόνατά του θα λυγίσουν, το αρχαϊκό του χαμόγελο θα εξαφανιστεί και θα μεταμορφωθεί στους ανθρωπόμορφους ολύμπιους θεούς με τη γαλήνια, γεμάτη αυτοπεποίθηση, έκφραση.
Όμως ας δούμε κάποια αποσπάσματα. Και ξεκινάμε με το θέμα της Ελευθερίας και της Αναγκαιότητας, που θίξαμε και στην ανάρτησή μας για τα «Σόδομα και τα Γόμορρα».
«ΜΙΝΩΑΣ: Να κάνω βούληση δικιά μου την Ανάγκη. Αυτό, αλίμονο! αυτό μονάχα, στη γης ετούτη, θα πει ελευθερία.
ΘΗΣΕΑΣ: Ελευθερία θα πει να κάνει η Ανάγκη ό,τι εγώ θέλω» (σελ. 319-320).
«ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Κι ό,τι κι αν δείτε, κι ό,τι κι αν ακούσετε, κι ο Χάρος να προβάλει ομπρός στα μάτια σας, να μην τρομάξετε· όλα ετούτα είναι ένας χωρατάς του νου, ένα πιτήδειο παιχνίδισμα του αγέρα, τίποτα δεν υπάρχει, όλα όνειρο!» (σελ. 337).
Σχεδόν τριάντα χρόνια πέρασαν από τον «Βούδα», και ο Καζαντζάκης κατατρύχεται ακόμη απ’ αυτόν.
Συνειδητοποιεί βέβαια ότι και αυτός είναι όπιο, όπως όλες οι θρησκείες.
«ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Βάρα λοιπόν το τούμπανο· δεν τους λυπάσαι; Βόηθα με να τους κάνω να πεθάνουν και να θαρρούν ότι ονειρεύονται πώς πεθαίνουν» (σελ. 339).
Όμως η θρησκεία δεν είναι μόνο όπιο, είναι και κάτι άλλο, αλλά πάνω σ’ αυτό δεν αποφάνθηκε αποφθεγματικά ο Μαρξ, παρόλο που ασφαλώς το πίστευε.
«Τώρα που δε θ’ ακούει πια ο λαός το θεό να μουγκρίζει κάτω από τη γης, θα ξεδιαντραπεί και θα σηκώσει κεφάλι. Εγώ δεν έχω ανάγκη από θεό να μουγκρίζει· μουγκρίζω εγώ· μα ο λαός, αν του λείψει ο τρόμος, ξεχαρβαλώνεται, ξεκαπιστρώνεται, πετάει κατά γκρεμού τον καβαλάρη και γκρεμίζεται κι αυτός στο χάος!» (σελ. 368).
Και θα κλείσουμε με μιαν αντίληψη και έμμεση παραίνεση του Μίνωα.
«Να βλέπεις με ατάραχο μάτι τη Μοίρα που χιμάει με φωτιές και τσεκούρια να σε τρομάξει, να τη βλέπεις και να χαμογελάς, αυτή ’ναι η πιο αψηλή κορυφή, όπου μπορεί να φτάσει η δύναμη του ανθρώπου» (σελ. 375).
Θα ξαναπαραθέσω τους στίχους της Αρετούσας:
Μοίρα, δεν σε φοβούμαι μπλιο, κι ό,τι κι αν θέλεις κάμε.
Κι ανε γυρεύεις να με βρεις, κάτεχε πως επά ’μαι.
Είπαμε τώρα, να μην τη φοβάσαι, αλλά όχι και να της χαμογελάς κιόλας, λες και είναι γκόμενα.
Post a Comment