Book review, movie criticism

Tuesday, October 6, 2015

Friedriech Nietzsche, Τελευταίες επιστολές, 1887-1889



Friedriech Nietzsche, Τελευταίες επιστολές, 1887-1889 (μετ. Αιμιλία Μανούση), Άγρα 2003

  Οι τρεις συγγραφείς που σημάδεψαν την εφηβεία μου και που τους ανακάλυψα την ίδια χρονιά, μαθητής δευτέρας γυμνασίου, ήταν ο Ντοστογιέφσκι («Ο ηλίθιος»), ο Νίτσε («Η γέννηση της τραγωδίας») και ο Καζαντζάκης («Ο φτωχούλης του θεού»). Το «ξαναδιαβάζοντας», πέρα από το να δω με τη ματιά της ωριμότητας τα έργα των κορυφαίων αυτών, ενέχει και μια νοσταλγία, μια νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια.  Ξαναδιαβάζοντας τον Νίτσε ξαναδιάβασα ακριβώς τα βιβλία που είχα διαβάσει και τότε, και είδα με συγκίνηση τις υπογραμμίσεις και κάποιες σημειώσεις που κράτησα στα περιθώρια. Σήμερα θα τελειώσω με τις «Τελευταίες επιστολές», το μοναδικό βιβλίο που δεν ανήκει σε εκείνη την εποχή αλλά το αγόρασα πολύ μεταγενέστερα, αφήνοντάς το στο «ράφι των τύψεων» για να το διαβάσω εν ευθέτω χρόνω. Και ο χρόνος αυτός ήλθε.
Τα γράμματα αυτά, στην πλειοψηφία του καρτ ποστάλ, με συγκίνησαν πολύ, και ιδιαίτερα τα τελευταία, όταν πια ο Νίτσε είχε καταρρεύσει ψυχολογικά. Τα υπογράφει ως Εσταυρωμένος και ως Διόνυσος· φαντάζομαι γιατί νοιώθει τον εαυτό του ως Εσταυρωμένο, και γιατί ταυτίζεται με τον Διόνυσο, το θεό της τραγωδίας, το θεό των ενστίκτων.
«Τραγούδησέ μου ένα νέο τραγούδι: ο κόσμος είναι μεταμορφωμένος και όλοι οι ουρανοί αγάλλονται» (σελ. 181), γράφει στον φίλο του Πέτερ Γκαστ. Ο ίδιος όμως νοιώθει ως εσταυρωμένος, και έτσι υπογράφει.
Στο φίλο του Φραντς Όβερμπεκ και στη γυναίκα του γράφει: «Μολονότι μέχρι τώρα δείξατε μια περιορισμένη πίστη στην ικανότητά μου να πληρώσω, ελπίζω ωστόσο να μπορώ ακόμη να αποδείξω ότι είμαι κάποιος που ξεπληρώνει τα χρέη του – για παράδειγμα απέναντί σας… Μόλις έβαλα να τουφεκίσουν όλους τους αντισημίτες…» (σελ. 183).
Ένας από τους αντισημίτες που δεν χώνευε ήταν ο άντρας της αδελφής του. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του διαβάζουμε: «…μου λείπει πάντα και η ελάχιστη επιθυμία να κάνω παρέα με τον αντισημίτη κύριο γαμπρό μου. Οι απόψεις του και οι δικές μου διαφέρουν μεταξύ τους – και αυτό καθόλου δεν με λυπεί» (σελ. 50).
Σταχυολογώ από τις υπογραμμίσεις μου.
  «…μόλις είχε γυρίσει από το Παρίσι, αβέβαιη για το μέλλον της, τους στόχους και τις απόψεις της, αλλά, όπως κι εγώ, παθιασμένη με τον Ντοστογιέφσκι» (σελ. 45).
Όπως κι εγώ. Ξαναδιάβασα τον Καζαντζάκη, ξαναδιάβασα τον Νίτσε, τα «ξαναδιαβάζοντάς» μου θα τελειώσουν με τον Ντοστογιέφσκι.
«satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus» (σελ. 46). Σε υποσημείωση διαβάζουμε τη μετάφραση: Μου αρκούν ολίγοι, αρκεί ένας, αρκεί κανένας. Ήμουνα σχεδόν σίγουρος ότι δεν ήταν φράση του Νίτσε που την έγραψε στα λατινικά. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα πως είναι του Σενέκα.
«Αριστοκρατικός ριζοσπαστισμός». Έτσι, γράφει ο Νίτσε, χαρακτηρίζει τα κείμενά του ο Δανός καθηγητής Γκέοργκ Μπράντες, ο οποίος έκανε μαθήματα πάνω στη φιλοσοφία του στους φοιτητές του. Όντως εύστοχος χαρακτηρισμός.
«Είναι κάτι νύχτες που με πιάνει απελπισία, γιατί δεν μπορώ πια να αντέξω άλλο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν τόσα πολλά ακόμη (και μάλιστα τα πάντα!) για να κάνουμε. Κατά συνέπεια, θα αντέξουμε. Αυτή η «σοφία» μου εμφανίζεται τουλάχιστον τα πρωινά» (σελ. 71) γράφει στον Πέτερ Γκάστ.
Κρίμα που άντεξε μόνο ένα χρόνο ακόμη.
Και στην ίδια σελίδα, στο ίδιο γράμμα: «Η ζωή χωρίς μουσική είναι απλώς ένα λάθος, μια ταλαιπωρία, μια εξορία».
Το ίδιο πιστεύω κι εγώ. Ήταν άτυχος που στην εποχή του δεν υπήρχε το γραμμόφωνο.
Στο ίδιο γράμμα διαβάζουμε το εξής αμίμητο:
«Δεν ακούσατε τίποτε για το δράμα του Μπιόρσον Το γάντι, για την προπαγάνδα του σχετικά με την παρθενία των ανδρών και το σύνδεσμό του με τις γυναίκες οπαδούς της «διεκδίκησης για ηθική ισότητα»; (αυτή είναι η διατύπωση). Στη Σουηδία αυτές οι τρελογυναίκες έχουν συστήσει μεγάλους συλλόγους, όπου υπόσχονται να «παντρεύονται μόνον παρθένους άντρες» (δηλαδή με εγγύηση, σαν τα ρολόγια, στην αντίθετη περίπτωση κλπ.) (σελ. 73).
Στον Όβερμπεκ:
«Επιτίθεμαι μ’ αυτό στους Γερμανούς σε όλα τα μέτωπα· … Αυτή η ανεύθυνη ράτσα, η οποία φέρει στη συνείδησή της όλα τα malheurs [δυστυχίες] του πολιτισμού και σε όλες τις αποφασιστικές στιγμές της ιστορίας…» (σελ. 117).
Οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι ήλθαν μετά.
Το παρακάτω δεν το είχα σκεφτεί, και με εντυπωσίασε.
«Οι Γερμανοί για παράδειγμα φέρουν ως βάρος στη συνείδησή τους το ότι απογύμνωσαν την τελευταία μεγάλη περίοδο της ιστορίας, την Αναγέννηση, από το πνεύμα της –σε μια στιγμή όπου οι χριστιανικές αξίες, οι αξίες της decadence [παρακμή] είχαν ηττηθεί, όπου είχαν ξεπεραστεί, σε ό,τι αφορά τα ένστικτα της υψηλότερης πνευματικότητας, από τα αντίθετα, τα ένστικτα της ζωής!.. Το να επιτίθεσαι στην Εκκλησία – αυτό βέβαια σημαίνει να αποκαθιστάς τον Χριστιανισμό» (σελ. 129).
«Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς δέκα μέρες πιο επωφελώς, γιατί το βιβλίο δεν μου πήρε παραπάνω χρόνο» (σελ. 132).
Ο λόγος για το «Λυκόφως των ειδώλων». Με συναρπάζουν τα βιβλία που γράφονται σε στιγμές χειμαρρώδους έμπνευσης.
Και σε μια επιστολή του στον Στρίντμπεργκ:
«Διάβασα δυο φορές με βαθιά συγκίνηση την τραγωδία σας· με αιφνιδίασε υπέρμετρα το να ανακαλύπτω ένα έργο στο οποίο η δική μου αντίληψη για τον έρωτα – που έχει ως μέσο του τον πόλεμο, θεμέλιό του το θανάσιμο μίσος των δύο φύλων – εκφράζεται κατά μεγαλειώδη τρόπο» (σελ. 135).
Εκύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.
Αυτά για τον Νίτσε. Αν πέσει στα χέρια μας και άλλο βιβλίο του θα το διαβάσουμε κι αυτό. Αν.
Post a Comment