Book review, movie criticism

Wednesday, October 28, 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Μέλισσα



Νίκος Καζαντζάκης, Μέλισσα

Δεκαπέντε χρόνια χωρίζουν τον «Βούδα» από τη «Μέλισσα». Ενώ όμως ο «Βούδας», αν και γραμμένος σε πεζό λόγο έχει τη ρητορική της τραγωδίας, με το ποιητικό ύφος και τους μακρούς μονόλογους, η «Μέλισσα» έχει τη γλώσσα του σύγχρονου αστικού δράματος, όπως εξάλλου και ο «Οθέλος ξαναγυρίζει» που γράφηκε την ίδια εποχή, παρά το ότι η υπόθεσή της τοποθετείται στην κλασική αρχαιότητα και έχει τα χαρακτηριστικά της τυπικής τραγωδίας· και σαν έκταση είναι το μισό του Βούδα.
Ο Αριστοτέλης είχε γράψει πως οι συγκρούσεις είναι τόσο πιο τραγικές, όσο πιο συγγενικά είναι τα πρόσωπα που συγκρούονται. Και εδώ βλέπουμε τη σύγκρουση του πατέρα (του Περίανδρου του Κορίνθιου) με τους δυο γιους του. Κάποια στιγμή θα τους σκοτώσει, πρώτα τον Κύψελο και μετά τον Λυκόφρονα.
Θυμάμαι την καταπληκτική παράσταση της Μέλισσας που είδα πριν κάποια χρόνια στο Θέατρο Αττικού Άλσους σε σκηνοθεσία Τηλέμαχου Μουδατσάκη. Επί τέλους εδέησε να διαβάσω και το έργο.
Στο πρόσωπο του Περίανδρου αναγνώρισα τα χαρακτηριστικά του υπεράνθρωπου του Νίτσε, τον οποίο τόσο θαυμάζει ο Καζαντζάκης. Μήπως όμως ο υπεράνθρωπος έχει τα χαρακτηριστικά του αλαζόνα κυβερνήτη, με την αυτοπεποίθηση που του δίνει η δύναμη της εξουσίας;
O Περίανδρος είναι σαν ανατολίτης δεσπότης. Ετοιμοθάνατος, θα σκοτώσει τη γυναίκα που υπεραγαπά, για να μην πέσει στο κρεβάτι κανενός άλλου μετά το θάνατό του, καρφώνοντάς της ένα χρυσό μαχαίρι στο στήθος. Όμως τελικά δεν πεθαίνει, και μένει με τον καημό. Κάθε βράδυ πηγαίνει στον τάφο της και της παίζει τον αυλό, για να του εμφανιστεί το φάντασμά της. Όταν ο παππούς φανερώσει στον εγγονό το ανοσιούργημα του πατέρα του, θα οδεύσουν γρήγορα τα γεγονότα προς την τραγική κατάληξη.
Και θυμήθηκα μια «εύθυμη ιστορία» που παραθέτει ο Καζαντζάκης στον «Καπετάν Μιχάλη».
-Γυναίκα, βλέπεις ότι είμαι ετοιμοθάνατος, σε λίγο θα πεθάνω, πες μου, είναι όλα μας τα παιδιά δικά μου;
-Κι αν δεν πεθάνεις; Κι αν δεν πεθάνεις;
Η τελική κατάληξη στο έργο δεν είναι σύμφωνη με το αριστοτελικό «κατά το εικός και το αναγκαίον». Ο Περίανδρος αυτοκτονεί παίρνοντας κώνειο, και οι δυο φρουροί αναρωτιούνται τι να κάνουν τις γυναίκες που ήθελε ο Περίανδρος να θυσιαστούν στον τάφο του μετά το θάνατό του, και που τον εκλιπαρούν για τη ζωή τους. 
«Α΄ΦΡΟΥΡΟΣ: Τι λες; Να τις σκοτώσουμε; Να μην τις σκοτώσουμε;
Β΄ΦΡΟΥΡΟΣ: Να τις παίξουμε κορόνα γράμματα· κορόνα η ζωή, γράμματα ο θάνατος.
Α΄ΦΡΟΥΡΟΣ: Καλά! (Βγάζει ένα νόμισμα, το τινάζει στον αγέρα. Οι γυναίκες αλλόφρονες πέφτουν πίστομα και κοιτάζουν το νόμισμα που έπεσε.)
Β΄ΦΡΟΥΡΟΣ: Γράμματα!
Α΄ΦΡΟΥΡΟΣ: Ας τις σκοτώσουμε! (Οι φρουροί αδράχνουν τα σπαθιά τους· πέφτει η αυλαία γοργά γοργά.)».
Το τέλος αυτό προκαλεί τον έλεο στο θεατή, ζητούμενο σε κάθε τραγωδία. Ταυτόχρονα όμως υποβάλει και το μοντερνιστικό αίσθημα του παράλογου της ύπαρξης, της τυχαιότητας που καθορίζει εν πολλοίς τη ζωή μας.
Αλλά ας προχωρήσουμε στο σχολιασμό κάποιων αποσπασμάτων. Διαβάζουμε:
«ΛΥΚΟΦΡΩΝ: Ένα χρυσό μαχαίρι! Μοίρα, καλώς εκόπιασες, να με! (σελ. 532).
Και θυμήθηκα τους υπέροχους στίχους του Κορνάρου, που τους βάζει στο στόμα της Αρετούσας.
Μοίρα, δε σε φοβούμαι μπλιο, κι ό,τι κι αν θέλεις κάμε
Κι α με γυρεύγεις να με βρεις, κάτεχε πως επά ’μαι.
«ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ: Τι θέλει ο άνθρωπος για να σωθεί; Ένα μονάχα… να νικήσει την ελπίδα» (σελ. 606).
Μόνο νικώντας την ελπίδα και το φόβο μπορείς να νιώσεις πραγματικά ελεύθερος, αυτό πιστεύει ο Καζαντζάκης.
Ανιχνεύσαμε και εδώ αρκετούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, αλλά είπαμε πως δεν θα τους παραθέτουμε πια.
Post a Comment