Book review, movie criticism

Wednesday, October 21, 2015

Λιλή Ζωγράφου, Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός



Λιλή Ζωγράφου, Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός, εκδόσεις Αστέρι 1981, σελ. 316

Το βιβλίο το πρωτοδιάβασα φοιτητής. «Ξαναδιαβάζοντας» τον Καζαντζάκη μου ήλθε κάποια στιγμή η επιθυμία να το ξαναδιαβάσω και αυτό. Ο λόγος; Ήταν ένας λίβελος. Σε ένα λίβελο θα μάθεις σκοτεινές πλευρές που οι αγιογράφοι παραλείπουν.
Έχω μάθει να πονηρεύομαι για κάποια πράγματα, έτσι μπορώ να υποθέσω ότι ο λίβελος αυτός πυροδοτήθηκε από μια προσωπική αντιπάθεια· μια αντιπάθεια που δημιουργήθηκε από ένα βιογραφικό επεισόδιο. Της φέρθηκε σκαιά; Την πρόσβαλε; Την κουτσομπόλεψε; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ, γι’ αυτό λέω υποθέτω.
Φυσικά δεν έχει σημασία το κίνητρο, αλλά το τι γράφει η ίδια.
Δεν θα συμμεριστώ την κρίση της για πολλά που γράφει για τον Καζαντζάκη. Κάποια πράγματα για τα οποία τον κατακρίνει, εμένα αντίθετα τον ανεβάζουν στη συνείδησή μου.
Η Ζωγράφου τον κατηγορεί επίσης για τις ιδέες του. Διακρίνει σ’ αυτές ένα κακοχωνεμένο Νίτσε.
Έχω δηλώσει ότι δεν μου αρέσει η φιλοσοφία. «Ξαναδιαβάζοντας» τον Νίτσε διαπίστωσα πόσο πολύ διαφωνούσα με κάποιες ιδέες του. Το ίδιο και με τις ιδέες του Καζαντζάκη. Όμως στη φιλοσοφία εκτίθενται μόνο ιδέες, ενώ ο Καζαντζάκης γράφει ιστορίες, μέσα στις οποίες παραθέτει και τις ιδέες του. Δεν είναι υποχρεωτικό να συμμεριστείς τις ιδέες του για να απολαύσεις τις ιστορίες του. Παραφράζοντας τον «αφορισμό» του φίλου του Κώστα του Μαυρουδή που διάβασα προ ημερών στον τοίχο του στο facebook "Δεν χρειάζεται συμφωνία με τον αφορισμό. Η όντως Αλήθεια του είναι η φόρμα", θα έλεγα για το μυθιστόρημα ότι δεν χρειάζεται συμφωνία με τις ιδέες που εκτίθενται σ’ αυτό, η όντως αλήθεια του είναι η λογοτεχνικότητά του.
Το βιβλίο γράφηκε μια εποχή που υπήρχε μια πόλωση γύρω από το όνομα Καζαντζάκης. Από τη μια μεριά ήταν οι λάτρεις του, από την άλλη οι άσπονδοι εχθροί του. Σήμερα έχει κατακάτσει ο κουρνιαχτός εκείνης της εποχής. Δεν θα συναντήσεις πολλούς ανθρώπους να τον εχτρεύονται, αλλά όχι και πολλούς φανατικούς οπαδούς του. Κάποιοι με τους οποίους έχω συζητήσει, εδώ και χρόνια, παραδέχονται ότι είναι μεγάλος συγγραφέας, πιστεύουν όμως ότι είναι ελαφρά υπερτιμημένος. Και εκείνοι που διαβάζουν σήμερα το βιβλίο της Ζωγράφου πιστεύω το κάνουν με μια περιέργεια σαν τη δική μου. Όχι για να διαβάσουν ένα λίβελο για ένα συγγραφέα που αντιπαθούν, δεν νομίζω να υπάρχει κανείς σήμερα που να αντιπαθεί τον Καζαντζάκη, έστω και αν δεν τον συμπαθεί, αλλά για να μάθουν κάποια στοιχεία παραπάνω για τη ζωή και το έργο του.
Δεν σκοπεύω να γράψω μια βιβλιοκριτική αντιλίβελο σ’ αυτόν τον λίβελο, γι’ αυτό θα προχωρήσω στον σχολιασμό κάποιων αποσπασμάτων.
«Μαγείρευε κάθε Δευτέρα ένα τσουκάλι όσπρια κι έτρωγε όλη τη βδομάδα χωρίς να παραπονιέται» (σελ. 13).
Το ίδιο έκανε και κάποιος γνωστός μου, όταν ήταν φοιτητής. Ο πατέρας του τού έστελνε ελάχιστα.
Για το πόσο λιτοδίαιτος ήταν ο Καζαντζάκης το έχω διαβάσει και αλλού. Δεν μπορεί παρά να τον θαυμάσει κανείς γι’ αυτό. Αλλά καλύτερα ας μη γενικεύω, εγώ τον θαυμάζω γι’ αυτό.
«Στα παλιότερα χρόνια, με τη θέληση της νύφης και πάρα πολύ συχνά με τη συνεργασία της μάνας [γινόταν η απαγωγή]· και στα νεότερα, που η βαρβαρότητα αυτή εκφυλίστηκε και υποτίθεται πως εκπολιτιστήκαμε, χωρίς τη θέληση του κοριτσιού πολλές φορές» (σελ. 24).
Περίεργο, είχα την εντύπωση ότι τα πράγματα ήταν αντίστροφα.
«Ένα χρόνο αργότερα [μετά από ένα χρόνο συμβίωσης] η Γαλάτεια θα απαιτήσει από τον Καζαντζάκη να την παντρευτεί» (σελ. 98).
Αυτή είναι μια πληροφορία που δεν την ήξερα, για την ακρίβεια δεν την είχα συγκρατήσει όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο. Αλήθεια, υπάρχει γυναίκα που συζεί έναν ολόκληρο χρόνο με έναν άντρα χωρίς να κάνει έρωτα μαζί του, και να τον πιέζει να παντρευτούν;
Η σεξουαλική ανικανότητα συνήθως δεν είναι οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες. Ίσως, για διάφορους λόγους, να εμφανιστεί κάποια στιγμή στη ζωή ενός άνδρα, και μπορεί να είναι θεραπεύσιμη, αλλά μπορεί και όχι. Η σεξουαλική ανικανότητα συνοδεύει πάντα τα γερατειά, και τους πιο τυχερούς τους βρίσκει στα βαθιά γεράματα.
Και θυμήθηκα τη μαντινάδα:
Μετά τα εβδομήντα σου, ας είσαι κι ευρωπαίος
σου μένουν μόνο τα ευρώ και χάνεται το πέος
«Ο Βερναρδάκης μένει αρκετά πιστός στην ιστορική αλήθεια, κατά τον Ηρόδοτο και τον Διογένη τον Λαέρτιο, χωρίς, φυσικά, και να θίξει το θέμα της νεκροβασίας του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου» (σελ. 154).
Να κάτι που αγνοούσα! Ελπίζω βέβαια ότι κανείς αναγνώστης της Ζωγράφου δεν αγνοεί ότι ο Περίανδρος ο Κορίνθιος ήταν ένας από τους επτά σοφούς. Οι αρχαίοι δεν σκοτίζονταν για τις σεξουαλικές προτιμήσεις του καθενός. Τα πράγματα βέβαια άλλαξαν όταν ήλθε ο μονοθεϊσμός.
«Αν ο Καζαντζάκης έγραψε μυθιστόρημα, αν απ’ το μυθιστόρημα γνώρισε τη δόξα, αυτό το χρωστά στο θάρρος, την ειλικρίνεια και την αγάπη, του κ. Β. Λαούρδα» (σελ. 273).
Ο Β. Λαούρδας από φλογερός θαυμαστής του Καζαντζάκη έγινε αρνητής του. Η Ζωγράφου βγάζει το συμπέρασμα από ένα γράμμα που του έστειλε, και που είναι εκτενέστατο για να το παραθέσω. Μου φαίνεται αφελές να πιστέψω ότι τον επηρέασε αυτό το γράμμα. Η πληροφορία η δική μου είναι (δεν θυμάμαι πού τη διάβασα) ότι τον πίεσε η γυναίκα του να ασχοληθεί με το μυθιστόρημα που έχει πέραση, μπας και ξεφύγουν από τη φτώχεια τους.
Ένας Καζαντζάκης δεν θα άκουγε ποτέ τη γυναίκα του σε τέτοιου είδους θέμα. Πιστεύω ότι η στροφή του στο μυθιστόρημα οφείλεται σε εσωτερικές διεργασίες που δεν είναι δυνατόν να ξέρουμε. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Καζαντζάκης ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα για να κάνει λεφτά, αλλά το ότι με το μυθιστόρημα μπορούσε να γίνει ευρύτατα γνωστός – όπως και έγινε – αυτό μπορώ να το θεωρήσω ως ένα από τα κίνητρα. Ο ίδιος βέβαια ο Καζαντζάκης γράφει: «…μ’ έπιασαν ξαφνικά τα μεράκια, το ’ριξα στο γλέντι· άρχισα να γράφω μυθιστορήματα» (σελ. 277).
«Το μοναδικό έργο του Καζαντζάκη που μας καταχτάει, παρ’ όλες τις αντινομίες του και τις υπερβολές του, είναι ο Καπετάν Μιχάλης… το έργο αυτό βρίσκεται ακριβώς στο μέσον. Αλλά ενώ γράφτηκε το 1950, δεν συγκρίνεται ασφαλώς με το προηγούμενό του, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, αλλ’ ούτε και μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα σημείο της σταδιακής συγγραφικής του εξέλιξης. Γιατί ο Τελευταίος Πειρασμός που ακολουθεί, είναι κακό βιβλίο. Και ο Φτωχούλης του Θεού, που γράφτηκε ακόμη αργότερα, το πιο κακό κι αδιάβαστο πού ’γραψε ο συγγραφέας» (σελ. 281).
Για αυτό που λέει για τον «Τελευταίο Πειρασμό» ο Martin Scorsese σίγουρα έχει τις αντιρρήσεις του. Όσο για τον «Φτωχούλη του θεού» θα συμφωνήσω ότι είναι το πιο αδιάβαστο. Όχι όμως και το πιο κακό. Γιατί περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Εμένα, αυτό το βιβλίο του Καζαντζάκη είναι που μου αρέσει περισσότερο. Ποτέ δεν θα καθορίσει το γούστο μου το τι αρέσει στην πλειοψηφία.
Να σημειώσουμε ακόμη ότι η μόνη τύχη που γνώρισε ο «Καπετάν Μιχάλης» είναι να ανεβεί ως θεατρικό έργο, πρώτα από τον Νίκο Χατζίσκο το 1959 και έπειτα από το Μάνο Κατράκη, με μουσική Μάνου Χατζηδάκη, το 1966, ενώ ο «Χριστός ξανασταυρώνεται» έγινε και ταινία και σήριαλ. Βέβαια για μας τους κρητικούς είναι cult.
Θα κλείσω με ένα μεγάλο ευχαριστώ στη φίλη φιλόλογο Λένα Γαλυμιτάκη που μου έστειλε φωτοτυπημένο το βιβλίο, το οποίο είναι εξαντλημένο.
Θα πω την κακία μου: δεν βρέθηκε εκδότης να θεωρήσει ότι αξίζει επανέκδοση. Το «Έθνος» όμως που επανεξέδωσε τα βιβλία του Καζαντζάκη πολλαπλασίασε την κυκλοφορία του (δεν θυμάμαι πόσο ακριβώς, πάντως ήταν εντυπωσιακό το νούμερο), όπως με πληροφόρησε η φίλη Ελένη Γκίκα.
Post a Comment