Book review, movie criticism

Saturday, February 11, 2017

Joyce Carol Oates, Solstice-Παράξενες σχέσεις



Joyce Carol Oates, Solstice-Παράξενες σχέσεις, Ζαχαρόπουλος 1990, σελ. 260

  Το μυθιστόρημα, που γράφηκε το 1985 όταν η πολυγραφότατη Τζόυς Κάρολ Όουτς (γεν. 1938) ήταν 47 χρονών, είναι βασικά η ανάπτυξη δυο προσωπογραφιών, της Μόνικας και της Σήλας, καθώς και η αφήγηση των σχέσεών τους. Τα επεισόδια είναι δεικτικά, που εικονογραφούν δηλαδή το χαρακτήρα και τις σχέσεις τους, ενώ το σασπένς απουσιάζει.
  Όχι ολότελα. Συναντούμε δυο σασπένς, όμως η συγγραφέας δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία. Κάποιος ερευνά για την Μόνικα. Ντετέκτιβ ίσως; Αναστατώνεται. Πολύ αργότερα θα υποπτευθεί ότι τον έβαλε η Σήλα για να αντλήσει πληροφορίες. Επίσης για ένα γράμμα που η Σήλα δεν ενδιαφέρεται να το ανοίξει, δεν θα μάθουμε ποτέ τι έγραφε.
  Η Όουτς (δεν χρειάζεται εδώ να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε συγγραφέα και αφηγητή, που εξάλλου είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας) εστιάζει εσωτερικά στην Μόνικα, με την οποία ξεκινάει το μυθιστόρημα, και εξωτερικά, με τα μάτια της Μόνικας, στην Σήλα.
  Το «Παράξενες σχέσεις», ο τίτλος της ελληνικής μετάφρασης, είναι πιο κατάλληλος από το «Solstice», Ηλιοστάσιο, που είναι ο τίτλος του πρωτοτύπου. Πιστεύω όμως ότι καλύτερα θα ταίριαζε «Αμφιθυμικές σχέσεις», αφού βλέπουμε στα αισθήματα της Μόνικας μια αμφιθυμία απέναντι στην Σήλα, πράγμα που, σε δεικτικά επεισόδια, μαθαίνουμε ότι διακρίνει και τα αισθήματα της Σήλας απέναντι στη Μόνικα, με κύριο το επεισόδιο που δεν της άνοιγε την πόρτα.
  Κάποιες φορές, σε κάποιες σχέσεις φιλίας, υπάρχει μια αμφιθυμία. Στον έρωτα μάλιστα είναι πιο έντονη. Odi et amo τραγουδά ο Κάτουλλος. Στην περίπτωση της Μόνικας η αμφιθυμία αυτή τροφοδοτείται και από μια κάποια ζήλεια. Η Σήλα είναι διάσημη και πλούσια, κοινωνικά πιο πάνω απ’ αυτήν. Η ίδια βρήκε καταφύγιο, μετά το διαζύγιό της, σ’ αυτό το δευτέρας κατηγορίας σχολείο. Όμως η αμφιθυμία αυτή δεν διαταράσσει τα βαθύτερα αισθήματά τους. Το τέλος είναι εντυπωσιακό. Η Σήλα, για την οποία τα αισθήματα της Μόνικας βρίσκονται στο ναδίρ, είναι που την «σώζει» κυριολεκτικά, βαριά άρρωστη, με αυτοκτονικό οικογενειακό ιστορικό, ανίκανη να αντιδράσει. Είναι δίπλα της στο νοσοκομειακό που τη μεταφέρει στο νοσοκομείο.
  Το δίδυμο Μόνικα-Σήλα μου θύμισε ένα άλλο δίδυμο, του Νικ και Γκάτσμπι στο μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ. Επίσης το in absentia δίδυμο, Σήλα και Φλάξμαν (ο πεθαμένος, κατά 20 τόσα χρόνια μεγαλύτερος, φτασμένος ζωγράφος, σύζυγός της), μου θύμισε τα δίδυμα Φρίντα Κάρλο-Ντιέγκο Ριβέρα και Ωγκύστ Ροντέν-Καμίγ Κλωντέλ.
  Διαβάζουμε:
  «Από γνωστούς στο Γκλένκι η Μόνικα έμαθε πως οι Φλάξμαν, όπως έλεγαν στην περιοχή, ήταν «ασυνήθιστο» ζευγάρι. Ο γάμος τους ήταν «κάπως πειραματικός». Ταξίδευαν πολύ, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε μακρινά, εξωτικά μέρη του κόσμο, Αφγανιστάν, Νέα Γουινέα, Παταγωνία. Καμιά φορά εξαφανίζονταν μήνες και κανένας δεν ήξερε πού είχαν πάει. Καμιά φορά εξαφανιζόταν ο ένας τους κι ο άλλος… ναι, ο άλλος… έκανε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ή παρηγοριόταν-φανερά και ξετσίπωτα-με μια ξένη γυναίκα ή έναν ξένον άντρα» (σελ. 38).
  Οι συγγραφείς αντλούν τα θέματά τους από χώρους που τους είναι οικείοι. Ο David Lodge για παράδειγμα, πανεπιστημιακός, γράφει campus novels και ο Τζόζεφ Κόνραντ, ναυτικός επί δεκαέξι χρόνια, μιλάει αρκετά για τη θάλασσα. Η Όουτς υπήρξε δασκάλα. Δασκάλα είναι και η Μόνικα. Η Όουτς με τον άνδρα της ίδρυσαν το περιοδικό «Ontario Review», με λογοτεχνική και καλλιτεχνική ύλη. Η Σήλα είναι ζωγράφος.
  Πριν προχωρήσουμε σε παράθεση αποσπασμάτων να πούμε ότι η Όουτς αποφεύγει το διάλογο, και στη θέση του χρησιμοποιεί συχνότατα τον ελεύθερο πλάγιο λόγο.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Όπως λέει κι ο Νίτσε, η σκέψη της αυτοκτονίας μπορεί να κάνει κανένα να περάσει πολλές άγρυπνες νύχτες… δεν συμφωνείς;» (σελ. 91).
  Πού να ξέρω. Όμως διάβασα όλο το Νίτσε (εκτός κι αν μου ξέφυγε κάτι) και δεν θυμάμαι να το συνάντησα πουθενά.
  «Μην παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου Μόνικα» (σελ. 112).
  Συνταγή ψυχικής υγείας: ούτε τον εαυτό σου, ούτε τους άλλους, ούτε τη ζωή γενικά δεν πρέπει να παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά.
  «…με μια εύθυμη κατά κάποιο τρόπο απόγνωση» (σελ. 149).
  Οξύμωρο; Είναι φορές που κρύβουμε την απόγνωσή μας παριστάνοντας τους εύθυμους.
  «Θεωρία της φιλολογικής αποικοδόμησης» (σελ. 151). Μεταφραστικό ατόπημα, deconstruction=αποδόμηση.
  «Λοιπόν, Μόνικα …είναι σημαντικό για σένα να είσαι διαρκώς απασχολημένη» (σελ. 165).
  Εδώ ταιριάζει ένα από τα γνωμικά-παραφράσεις μου, το horror vacui temporis, ο τρόμος του κενού χρόνου.
  Και ένα ρητό που σταχυολόγησε ο Σήλα κατά το ταξίδι της στο Μαρόκο:
  «Μια γυναίκα βγαίνει έξω μόνο τρεις φορές στη ζωή της… μια όταν γεννιέται και βγαίνει από τη μήτρα της μάνας της, μια όταν παντρεύεται και φεύγει από το σπίτι του πατέρα της και μια όταν πεθαίνει και φεύγει από τον κόσμο τούτο» (σελ. 184).
  Ευτυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι, τουλάχιστον για όλες τις γυναίκες. Γιατί αλλιώς…
  Αυτά για τις «Παράξενες σχέσεις». Έχουμε στο πρόγραμμα να διαβάσουμε άμεσα άλλα δυο έργα της, το «Ζόμπι» και την «Ξανθιά».
Post a Comment