Book review, movie criticism

Saturday, February 4, 2017

Ziad Doueiri, West Beirut και Lila says



Ziad Doueiri, West Beirut και Lila says

  Ξαναείδαμε την ταινία «The attack» του Ziad Doueiri και προσθέσαμε μια παράγραφο γι’ αυτήν στη βιβλιοκριτική που γράψαμε για το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε, το «Τρομοκρατικό κτύπημα» της Γιασμίνα Χαντρά, και έτσι είπα να συνεχίσω με άλλες ταινίες του.   

West Beirut (1998)

  Η ταινία είναι μια γλυκόπικρη κωμωδία με φόντο τον εμφύλιο που ξέσπασε στο Λίβανο στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ήρωες της ταινίας είναι δυο αγόρια και ένα κορίτσι. Ο Ταρίκ και ο Ομάρ είναι κολλητοί, και πηγαίνουν στο γαλλικό σχολείο. Η May που προστίθεται αργότερα στην παρέα είναι χριστιανή, ορφανή από πατέρα, που ήλθε με τη μητέρα της στην πολυκατοικία τους.
  Ο Ταρίκ είναι αρκετά ατίθασος και δημιουργεί προβλήματα. Στο γαλλικό σχολείο που φοιτά  τραγουδούν κάθε πρωί τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας, τη μασσαλιώτιδα. Ο Ταρίκ αρπάζει μια ντουντούκα, ανεβαίνει τις σκάλες, και από το παράθυρο μιας αίθουσας αρχίζει να τραγουδάει ένα αραβικό τραγούδι, που υποθέτω ότι είναι ο εθνικός ύμνος του Λιβάνου. Οι μαθητές τραγουδούν κι αυτοί ενθουσιασμένοι. Θα τιμωρηθεί με τη τιμωρία που γνωρίσαμε κι εμείς, τη βέργα. Όμως όχι στις παλάμες αλλά στον καρπό, για να πονάει πιο πολύ.
  Έχει προεκτάσεις αυτό το επεισόδιο. Εθνικός ύμνος ποιών; Των χριστιανών που ζουν στην ανατολική Βυρηττό ή των μουσουλμάνων που ζουν στη δυτική; Όμως όλοι οι μαθητές τον τραγουδούν, και είναι και χριστιανοί και μουσουλμάνοι.
  Το σχολείο βρίσκεται στην ανατολική Βυρηττό, στην περιοχή των χριστιανών. Όταν ξεσπούν οι πρώτες συγκρούσεις το σχολείο κλείνει. Χαρά ο Ταρίκ. Οι γονείς του, μεσοαστοί, αγωνίζονται να τον πείσουν να διαβάζει σπίτι μόνος του. Αυτός και ο Ομάρ με μια κάμερα 8΄΄ τραβούν σκηνές. Όμως δεν υπάρχει κανείς να τους το εμφανίσει στη δυτική Βυρηττό και έτσι η μόνη λύση είναι να πάνε στην ανατολική.
  Ακολουθούν πολλά χιουμοριστικά επεισόδια, με κορυφαίο εκείνο που ο Ταρίκ ξεπέφτει σε ένα μπουρδέλο σε μια περιοχή που βρίσκεται περίπου στα ενδιάμεσα. Η πατρόνα του, η Oum Walid, είναι μύθος, ο Ταρίκ νοιώθει εκστασιασμένος με τη συνάντηση, και ακόμη πιο εκστασιασμένος με τα κορίτσια. Ένα όμορφο ξανθό του προσφέρει καφέ. Διηγείται με ενθουσιασμό τη συνάντηση στους φίλους του και θα τους παρασύρει να ξαναπάνε. Γουρλώνει τα μάτια της από έκπληξη η Ουμ Ουάλιντ, ένα μικρό κορίτσι στο μπουρδέλο της! Θα τους διώξει κακήν κακώς.
  Ουμ Ουάλιντ σημαίνει η μητέρα του Ουάλιντ. Είναι φοβερό να προσδιορίζεται η ταυτότητα μιας γυναίκας από το τίνος μητέρα είναι, αλλά αυτά συμβαίνουν στον αραβικό κόσμο, όπου η μαρτυρία μιας γυναίκας μετράει όσο το μισό ενός άντρα. Και θυμήθηκα την Ομ Μεχάλης, αιγύπτια αυτή, η μητέρα του Μιχάλη, στις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα.
  Η Ουμ Ουάλιντ λέει ότι ο πόλεμος ξέσπασε όταν μια κοπέλα στο μπουρδέλο της πήγε με ένα χριστιανό και ένα μουσουλμάνο, με αποτέλεσμα αυτοί οι δυο να τσακωθούν. Και η ατάκα: «Από πότε το κρεβάτι έχει θρησκεία;».
  Εμείς θα προσθέταμε «και ο έρωτας». Συχνά γράφω για το μοτίβο «τα σύνορα της αγάπης», με τον έρωτα να αναπτύσσεται ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής θρησκείας. Μια πρόσφατη ανάρτησή μου για μια ινδική ταινία, το «PK» του Rajkumar Hirani, αναφέρεται στον έρωτα μιας ινδουίστριας και ενός μουσουλμάνου.
  Στην κωμωδία δεν έχουν τόση σημασία ούτε τα πυρηνικά επεισόδια που προωθούν την πλοκή ούτε τα δεικτικά που εικονογραφούν μια κατάσταση ή ένα χαρακτήρα, αλλά τα χιουμοριστικά, που σε κάνουν να γελάς. Και τέτοια υπήρχαν αρκετά. Ένα τέτοιο, σε επανάληψη, είναι ο μουεζίνης που μόλις αρχίζει να λέει την πρωινή προσευχή αρχίζει και ένας κόκορας να λαλεί, ξυπνώντας τον Ταρίκ και εξοργίζοντας μια γυναίκα στην πολυκατοικία -όχι για τον μουεζίνη, για τον κόκορα. Ξεσπά γυναικοκαυγάς με την ιδιοκτήτριά του. Ένα άλλο είναι με τη θεόχοντρη γυναίκα που κάθεται μπροστά στον άντρα προσπαθώντας να τον παρασύρει σεξουαλικά, ενώ πίσω η τηλεόραση μεταδίδει ένα ματς. Αυτός προφανώς δεν βλέπει την ώρα να φύγει από μπροστά.
  Μάθαμε και ιστορικά για τον Λίβανο. Πριν από τον εμφύλιο που έφθασε και στις δικές μας ειδήσεις είχαν προηγηθεί και άλλες κρίσεις ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Δεν συγκράτησα χρονολογίες, αλλά ήταν σε συχνότητα μικρότερης της δεκαετίας. Ακόμη, κάτι που μπορούσαμε να το φανταστούμε, ο εμφύλιος αναζωπύρωσε το θρησκευτικό συναίσθημα των μουσουλμάνων, προς απογοήτευση του Ομάρ που ο πατέρας του τον πιέζει να πηγαίνει, μια και έχει κλείσει το σχολείο, στο μουσουλμανικό κατηχητικό, ενώ η μητέρα του δεν φοράει πια ξεμανίκωτα ρούχα και έχει βάλει τσαντόρ.     

Lila says (2004)

  Η ταινία ξεκινάει σαν ερωτική, αλλά καταλήγει σε δραματικό ρομάντζο.
  Η Λίλα έχει μόλις μετακομίσει στη γειτονιά του Chimo. Δεκαεξάχρονη, ξανθιά, πανέμορφη. Την πέφτει στον Chimo ο οποίος νοιώθει αρκετά αμήχανα σ’ αυτή τη σχέση. Δεν είναι ξεκάθαρη. Στην πρώτη τους συνάντηση του προτείνει να του δείξει το τέτοιο της. Του το δείχνει κάνοντας κούνια. Μετά, καβάλα στο μηχανάκι της, θα τον αυνανίσει ενώ αυτός κρατάει το τιμόνι. Είναι μια τσούλα;
  Έτσι φαίνεται. Ίσως αυτό προκαλεί αμηχανία στον Chimo, και δεν της την πέφτει. Όμως αυτή ξέρει ότι του αρέσει.
  Σιγά σιγά αποκαλύπτονται τα μυστικά.
  Η θεία της την «κακοποιεί» σεξουαλικά, αλλά με εντελώς ανώδυνο τρόπο. Την βάζει και της δείχνει το τέτοιο της, ενώ η ίδια τραγουδάει. Αυτό φαίνεται να την ηδονίζει. Όμως της Λίλας δεν της αρέσει, αγανακτεί. Η θεία της της θυμίζει ότι την έσωσε. Πεντάρφανη (προφανώς από μικρή), θα είχε πέσει σε μια ανάδοχη οικογένεια και θα την πηδούσαν οι αρσενικοί της οικογένειας. Έτσι εξηγείται και η προσφορά της στον Chimo, έτσι εξηγούνται και οι εμμονές της με το σεξ. Θέλει να παίξει σε πορνό, θέλει να κάνει σεξ και να την βιντεοσκοπήσει ο Chimo. Μάλιστα του λέει ότι πήγε σε πορνογραφική εταιρεία και ρώτησε πόσο θα την πλήρωναν, παρθένα ούσα, να παίξε σε πορνό. Της απάντησαν ότι δεν τους ενδιαφέρει. Ενδιαφέρει αυτούς που πάνε με τις γκέισες όπως διάβασα στο βιβλίο «Οι αναμνήσεις μιας γκέισας», που την παρθενιά την καλοπληρώνουν.
  Ήταν όντως παρθένα όταν έκανε την πρόταση στην πορνογραφική εταιρεία; Και να ήταν, μετά έπαψε να είναι, υποπτευόμαστε. Το «παρθένα» θα το θυμηθούμε όταν την βιάζουν οι αλήτες φίλοι του Chimo, για τους οποίους τον είχε προειδοποιήσει. Θα τρέξει να τους προλάβει. Μάταια. Τη βρίσκει στο κρεβάτι γυρισμένη στο πλάι να κλαίει. Κηλίδες αίμα είναι πάνω στο σεντόνι. Ήταν όντως παρθένα. Σε λίγο καταφτάνει η αστυνομία.
  Αυτός είναι αθώος. Η Λίλα φεύγει με τη θεία από τη γειτονιά. Σκοπεύουν να πάνε στην Πολωνία. Ο Chimo ικετεύει τον αστυνομικό να του δώσει τη διεύθυνση ή το τηλέφωνο. Αυτός αρχικά αρνείται, όμως μετά υποχωρεί. Τον παίρνει μαζί του στο τμήμα, από όπου την καλεί. Του δίνει το τηλέφωνο. «Σ’ αγαπώ», της λέει. «Το ξέρω», του απαντάει.
  Όμως δεν θα την ξανασυναντήσει.
  Συγκινητική ταινία.
  Διαβάζουμε ότι είναι μεταφορά ενός μυθιστορήματος που ο συγγραφέας υπογράφει με το ψευδώνυμο Chimo, το όνομα του ήρωα. Τα χειρόγραφα, διαβάζω, τα πήγε δικηγόρος στον εκδοτικό οίκο. Ο ίδιος δεν εμφανίστηκε ποτέ.
  Να πρόκειται για αυτοβιογραφία;
  Υποτίθεται ότι αυτό είναι το μυθιστόρημα που γράφει ο Chimo, που αν θεωρηθεί καλό θα είναι κάτι σαν εισαγωγικές για το πανεπιστήμιο, σε τμήμα δημιουργικής γραφής.
  Δεν μπορούμε να ξέρουμε, όπως και σε όλα τα μυθιστορήματα άλλωστε, πόσο εισχωρεί το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Και για τις ταινίες που στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά, δεν ξέρουμε πιο είναι το επινοημένο και πιο το πραγματικό.
  Όμως μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις.
  Εδώ υποθέτουν για τόσο σπουδαία πράγματα όπως τα μεταφυσικά, γιατί να μην υποθέσουμε κι εμείς;
  Ίσως, για να μην εμφανιστεί ποτέ ο συγγραφέας, να πρόκειται πράγματι για αυτοβιογραφία. Και ίσως να είχε το happy end που δεν είδαμε στην ταινία. Με αυτό το ιστορικό της κοπέλας, είναι προφανές ότι θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία.

  Δυο μέρες μετά την ανάρτηση ανακάλυψα και το βιβλίο. Εδώ είναι η βιβλιοκριτική που έγραψα γι' αυτό.


 Chimo, Τι λέει η Λιλά (μετ. Νίκολα Καρολίν-Γιαννακάκη Μαρία), Ωκεανίδα 1997, σελ. 166

  Πάλι οι «ρίζες της σύμπτωσης»: δεν πρόλαβα καλά καλά να δω την ταινία και βρήκα ότι το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά (την κριτική που έκανα για την ταινία θα την παραθέσω στο τέλος). Ενημέρωσα και τη βικιπαίδεια σχετικά.
  Στη βικιπαίδεια διαβάζω ότι ένας δικηγόρος έδωσε τα χειρόγραφα στον εκδότη. Βλέποντας την ταινία υπέθεσα ότι το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε είναι αυτοβιογραφικό. Διαβάζοντάς το είμαι σχεδόν σίγουρος (Σχεδόν. Ένα δίδαγμα που αποκόμισα από τη μελέτη μου της παραψυχολογίας και που ήταν το θέμα του πρώτου μου βιβλίου είναι να έχω πάντα κάποια αμφιβολία, ακόμη και στην πιο ισχυρή βεβαιότητά μου). Λέξεις που δεν διαβάζονταν στο χειρόγραφο, δυο παράγραφοι στο περιθώριο, μακροπερίοδοι και ροή συνείδησης, καθώς και κάποια άλλα στοιχεία όπως: «(Εδώ δυο τρεις λέξεις που δεν ακούω και μετά:)…», μια υποσημείωση στην οποία παραπέμπει ένας αστερίσκος η οποία λέει «Κείμενο ασαφές, πολύ μουντζουρωμένο, μεταγραμμένο εδώ λέξη προς λέξη», ενισχύουν την πεποίθησή μου.
  Ο Σιμό είναι αραβικής καταγωγής και ζει σε μια φτωχογειτονιά του Παρισιού. Η Λιλά μένει στην ίδια γειτονιά. Τον προκαλεί σεξουαλικά. Φαίνεται περπατημένη. Είναι όμως;
  Στην ταινία αυτό που κυριαρχεί είναι η ιστορία του Σιμό και της Λιλά. Στο βιβλίο το φόντο παρουσιάζεται πολύ καλύτερα από ότι στην ταινία. Και το φόντο αυτό είναι η ζωή στις φτωχογειτονιές του Παρισιού, όπου οι περισσότεροι που μένουν εκεί κατάγονται από το Αλγέρι και τις άλλες πάλαι ποτέ γαλλικές αποικίες. Οι νεαροί ζουν μέσα στη φτώχεια. Τα καταφέρνουν με μικροκλοπές. Το μέλλον τους είναι ζοφερό. Πριν λίγα χρόνια ήταν που στις γειτονιές αυτές ξέσπασαν εξαιρετικά βίαιες ταραχές.
  Ας δώσουμε ένα απόσπασμα για το τι συμβαίνει στα σχολεία τους και σαν υφολογικό δείγμα.
  «Οι άλλοι στο γυμνάσιο ξέρανε μόνο να σκυλοβρίζουνε, να χασμουριούνται, να τρίζουνε τα δάχτυλά τους, να κλάνουνε λες και κάνανε διαγωνισμό, να γράφουνε βρωμομαλακίες παντού, ακόμα και με δάχτυλα σκατωμένα, κάποια φορά πάλι ο Μουλούντ έβγαλε όπλο στην τάξη, του αδελφού του λέει, ή ακόμα να πετάνε τέτοιες σπόντες στους καθηγητές που κάποιες φορές βγαίνανε κλαίοντας, θυμάμαι τη φιλόλογο με τα μάτια κατακόκκινα που περίμενε το λεωφορείο κάτω απ’ τη βροχή, σε όσους έρχονταν με αυτοκίνητο τους έσκαγαν τα λάστιχα, τους έσπαζα τα τζάμια, και μέσα στους διαδρόμους του σχολείου κάθε φορά εξαφάνιζαν τον πυροσβεστήρα, μαραφέτι όμως που δύσκολα πουλιέται μετά, και λέω στον εαυτό μου ότι ίσως ήταν μεγάλη μαλακία να μην επωφελείται κανείς απ’ το σχολείο, να μη σκέφτεται τίποτα παρά το χαβαλέ το τσιγαριλίκι το να τα κάνει γυαλιά καρφιά εδώ κι εκεί, το να ξετρυπώνει και κάποιο ψιλό, όλα εφήμερα, επομένως όταν βγαίνεις μοιάζεις κιόλας γέρος και δεν ξέρεις τίποτα μα τίποτα τίποτα, και δε φτάνουν όλ’ αυτά οι μπάτσοι σ’ έχουν μάθει, σ’ αμολάνε λιγδιάρη στην τσιμεντένια φύση, νάνι, δουλειά γιοκ, νάνι, δεν σκέφτεσαι πια ούτε να βρίσεις και γιατί να σου δώσουν δουλειά αφού δεν ξέρεις την τύφλα σου» (σελ. 22). Απνευστί, καμιά τελεία.   
  Ο Σιμό ξεχωρίζει αρκετά. Δεν παίρνει μέρος σε μεγάλες κομπίνες και του αρέσει το γράψιμο. Μια φορά το μήνα πηγαίνει και δίνει αίμα για να πάρει λίγα φράγκα. Ζει με τη μητέρα του και την αδελφή του. Ο πατέρας του τους εγκατέλειψε για μια νεαρή γαλλίδα.
  Και η Λιλά τον ξεχωρίζει, γι’ αυτό και του την πέφτει-εν μέρει. Ο ίδιος καθόλου. Γιατί;
  (Μετά την πρότασή της να του πάρει τσιμπούκι, μονολογεί). «…θα τη χάσεις αν σε γλείψει, θα γίνεις ένας γαμιάς σαν όλους τους άλλους, ένας πάνω ένας κάτω δε θα ’χεις κάνει ούτε βήμα στο συναίσθημα, αυτό που μετράει είναι που ξεχώρισες στα μάτια της, είναι το μόνο πράμα που μετράει στον κόσμο, σου φωνάζει γεια σε σένα κι όχι στους άλλους, σου μιλάει, σου σηκώνει και τις φούστες της, ενώ έτσι και κάνεις το μεγάλο μοιραίο βήμα και στηθείς στην ουρά όσων τη βρίσκουνε μαζί της μπαίνεις στο ασκέρι των ανώνυμων, δεν είσαι παρά μόνο φυλλαράκι στο δέντρο κι αλίμονό σου όταν έρθει φθινόπωρο και αγέρας» (σελ. 144).
  Τι υπέροχο! Αντί το σεξ προτιμά να είναι στην καρδιά της.
  «...βλέπω τότε τις γούβες των ώμων της και τη λαιμόκοψη στο φουστάνι της και μέσα εκεί δυο αυγά ακουμπισμένα το ’να δίπλα στ’ άλλο να ψιλοτρέμουν χωρίς να σπάνε όμως, δε βλέπεις τίποτα να τα βαστάει, όμορφα σαν την ομορφιά, τόσο απαλά που φαίνεται και με το μάτι, αν ήμουνα έντομο/ ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο θα ’θελα να πεθάνω» (σελ. 28).
  Έχω απομονώσει τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, τον μόνο που συνάντησα. Λες και βγήκε από κρητική μαντινάδα. Θα τον κλέψω όμως και θα τη φτιάξω.
  Να ’μουνα λέει έντομο στα στήθια σου απάνω
  Ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο θα ’θελα να πεθάνω
  «…νομίζω πως είναι η σειρά σας κύριε, κι αυτός λες και πηδάει απ’ όνειρο χωρίς αλεξίπτωτο» (σελ. 48). Πολύ μου άρεσε αυτή η μεταφορά. Ναι, έχει ταλέντο ο Σιμό.
  «Άγγελος είναι με γλώσσα πουτάνας» (σελ. 53). Αυτός είναι ο πιο καίριος χαρακτηρισμός της Λιλά.
  Αντίφαση; Φαίνεται, αλλά δεν είναι. Στο τέλος θα διαπιστωθεί, όταν την βιάζει η βρωμοπαρέα του, ότι είναι παρθένα. Αυτός ο περίεργος και αινιγματικός χαρακτήρας της μου θύμισε την Αλεχάντρα στο «Περί ηρώων και τάφων» του Ερνέστο Σάμπατο, η οποία επίσης είχε στοιχειώσει τον ήρωα.
  Να σημειώσουμε και το δαχτυλικό μέτρο στο παραπάνω απόσπασμα. Είπαμε, δεν ανιχνεύουμε μόνο τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους.
  «Γενικός κανόνας τα κορίτσια και οι παντρεμένες παίρνουνε βίζιτες Πέμπτη βράδυ ή Παρασκευή απόγευμα όταν μένουνε ταπί κάθε τέλος του μήνα, τουτέστιν πάντα, μια απ’ τα ίδια και οι κοπέλες για να βρουν φράγκα για τις σπουδές τους ή το φαΐ στη φοιτητική εστία ακόμα και ανήλικες, οι άντρες και οι γονείς τους κάνουνε τα στραβά μάτια, του στυλ ή αυτό ή χέσ’ τα κι άσ’ τα, αφού και πολλές φορές φεύγουνε απ’ το σπίτι τρεις τέσσερις ώρες όσο πρέπει κι όταν γυρίσουνε ούτε γάτα ούτε ζημιά» (σελ. 54).
  Δεν πιστεύω να είναι ο κανόνας, αλλά δεν παύει να είναι πολύ θλιβερό.
  Και μια ακόμη σημείωση:
  «Το πρώτο τετράδιο τελειώνει εδώ. Έχει ημερομηνία 19 Σεπτεμβρίου 1995. Η αρχή του δεύτερου τετραδίου φαίνεται να συνδέεται αμέσως μα τα προηγούμενα». Δεκαεννιάχρονος ο Σιμό, δεκαεξάχρονη η Λιλά.
  Να σημειώσουμε ότι τα κεφάλαια του βιβλίου έχουν χαρακτήρα ημερολογιακών καταγραφών.
  Έχουμε γράψει κάποια πρόσθετα στην κριτική της ταινίας την οποία θα παραθέσουμε αμέσως μετά, κυρίως πάνω στην πλοκή. Εδώ θα κάνουμε μια παρατήρηση σε σχέση με την κινηματογραφική μεταφορά.
  Δεν μπορούσα να ξέρω κατά πόσο ο σκηνοθέτης ακολούθησε πιστά το βιβλίο. Υπέθεσα ότι το ακολούθησε πιστά, και βέβαια είχα την πεποίθηση ότι είναι αυτοβιογραφικό. Τελικά βλέπω ότι η ταινία δεν ακολουθεί το βιβλίο στο τέλος.
  Στην ταινία η Λιλά φεύγει από τη γειτονιά με τη θεία της. Σε μια τηλεφωνική επικοινωνία με την Λιλά ο Σιμό της λέει «Σ’ αγαπώ». «Το ξέρω», του απαντάει αυτή. Είχε άγχος μήπως νομίσει ότι ήταν κι αυτός ανάμεσα στην παρέα που τη βίασε.
  Στο βιβλίο τα πράγματα είναι αλλιώς. Η Λιλά πιστεύει ότι τη βίασε κι αυτός. Τα τελευταία λόγια που του λέει, πριν φουντάρει από το παράθυρο, ήσαν «μη, μη καθίκι». Πέμπτος όροφος, δεν θα γλιτώσει.
  Ο κανόνας είναι τα κινηματογραφικά έργα να τελειώνουν με δραματικό τρόπο και όχι τα μυθιστορήματα, όπως το «Αντίο Παλλακίδα μου» όπου ο ήρωας αυτοκτονεί και το «Πέδρο Πάραμο», όπου ο ήρωας δολοφονείται. Εδώ έχουμε μια εξαίρεση.
  Όταν ψάχνω στο διαδίκτυο ψάχνω στα αγγλικά. Ψάχνοντας στα ελληνικά βλέπω ότι το μυθιστόρημα διασκευάστηκε θεατρικά και παίχτηκε πρόπερσι στο θέατρο του Καρόλου Κουν.

Post a Comment