Book review, movie criticism

Friday, February 17, 2017

Sean Penn, Into the wild



Sean Penn, Into the wild (2007)



  Για αυτή την ταινία θα μιλήσω συγκρίνοντάς την με την «Χωρίς στέγη, χωρίς νόμο» της Ανιές Βαρντά, που είδαμε το προηγούμενο Σάββατο στο «Σχολείο του σινεμά», κάνοντας ταυτόχρονα και κάποιες γενικότερες παρατηρήσεις.
  Για την ταινία της Βαρντά ακούστηκαν διάφορα σχόλια μετά την προβολή της. Το ευχάριστο είναι ότι κανείς δεν προσπάθησε να επιβάλλει την άποψή του ή να αμφισβητήσει την άποψη του άλλου, σε ένα κλίμα πάρα πολύ φιλικό και ευχάριστο. Η ταινία άρεσε σε όλους.
  Νομίζω διάβασα στην συνέντευξη της Βαρντά και σε κάποια άλλη κριτική, μπορεί να ειπώθηκε κιόλας, δεν θυμάμαι, ότι η ηρωίδα της που περιφέρεται άστεγη, μένοντας σε μια σκηνή μέχρι που θα τη χάσει και αυτή, συμβολίζει τον ελεύθερο άνθρωπο, τον μη συμβιβασμένο.
  Στο διδακτορικό μου είχα χρησιμοποιήσει σαν βασικό άξονα ανάλυσης το δίπολο συμβιβασμός/μη συμβιβασμός. Επίσης μίλησα, όπως και σε άλλα κριτικά μου κείμενα, για την «παριολατρεία», τη λατρεία των παριών, την προτίμηση δηλαδή πολλών συγγραφέων να έχουν ως ήρωες στις ιστορίες τους παρίες, απόβλητους της κοινωνίας, περιθωριακούς.
  Περιθωριακή (ακόμα πιο πέρα από το περιθώριο, λέγει κάποιος) είναι και η ηρωίδα της Βαρντά. Όμως πόσο νομιμοποιούμαστε να τη θεωρούμε σαν σύμβολο του μη συμβιβασμού, του αντικομφορμισμού και της ελευθερίας; Αν η Βαρντά είχε τέτοιο στόχο, το ντοκιμενταρίστικο ύφος της, η νατουραλιστική ματιά της, (την παρουσιάζει και με τα αρνητικά της, όπως π.χ. να κλέβει), δεν το επιτρέπει. Το ότι ο φίλος μου ο Πρατικάκης, αλλά και ο Παλαμάς, χρησιμοποιούν τον γύφτο σαν σύμβολο αυτής της ελευθερίας («Ο δωδεκάλογος του γύφτου»), δεν σημαίνει ότι έτσι είναι και στην πραγματικότητα. Μπορεί οι γύφτοι, ή οι τσιγγάνοι καλύτερα, να έχουν συνηθίσει ένα τρόπος ζωής που τους έχει επιβληθεί από αιώνες, όμως πολλοί δείχνουν διάθεση ενσωμάτωσης. Και βέβαια αυτή η ενσωμάτωση δεν είναι και τόσο εύκολη.
  Πριν προχωρήσω θα ήθελα να πω ακόμη δυο λόγια για την «προτιθέμενη σκηνοθετική πρόσληψη». Αν όντως ήταν αυτή η πρόθεση της Βαρντά, να θεωρήσουμε την ηρωίδα της σαν μια ασυμβίβαστη, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να την θεωρήσουμε έτσι βλέποντας την ταινία, και εξήγησα τους λόγους. Εγώ απλά την είδα σαν μια γυναίκα που σπρώχτηκε στο περιθώριο, όπως τόσοι άλλοι άστεγοι που υπάρχουν, που το να ζουν χωρίς στέγη δεν είναι καθόλου επιλογή τους.
  Νομιμοποιούμαστε να αγνοούμε την προτιθέμενη σκηνοθετική πρόσληψη;
  Δεν μπορούμε να την ξέρουμε, απλά πιστεύουμε ότι είναι ίδια με τη δική μας πρόσληψη. Βέβαια όταν διαβάζουμε γι’ αυτήν, σε μια συνέντευξη για παράδειγμα, τότε τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μπορεί να προβληματιστούμε, όμως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να συμφωνήσουμε ντε και καλά.
  Θα φέρω ένα ακραίο παράδειγμα για να γίνω πιο κατανοητός.
  Στη δικτατορία ήμουν φοιτητής. Πήγα και είδα μια ταινία, αμερικανική, που αναφερόταν στο Βιετνάμ. Τους βιετκόγκ ο σκηνοθέτης τους παρουσίαζε σαν συμμορίτες, όπως παρουσίαζαν και σε μας επί χρόνια τους άνδρες του Δημοκρατικού Στρατού. Οι νεολαίοι που βλέπαμε την ταινία, σε κάποιες φάσεις χειροκροτούσαμε τους βιετκόγκ. Για μας δεν ήταν καθόλου συμμορίτες, ήταν αγωνιστές.
  Θα γυρίσω και πάλι στην παριολατρεία. Οι συγγραφείς αυτοί προβάλανε το ασυμβίβαστο του ήρωά τους, επαινούσανε τον αντικομφορμισμό του, εκθειάζανε τη στάση του σαν εξαιρετική στάση ζωής, όμως τι συνέβαινε στο τέλος; Το τέλος ήταν πάντα τραγικό, συχνά ο θάνατος του ήρωα. Ο θεατής/αναγνώστης θαύμαζε τον αντικομφορμισμό του, έναν αντικομφορμισμό τον οποίο ο ίδιος ένοιωθε ανίκανος να ακολουθήσει, και παρηγοριόταν γι’ αυτό βλέποντας πού τον οδήγησε αυτός ο αντικομφορμισμός.
  Πάνε πάρα πολλά χρόνια που έγραφα γι’ αυτά τα πράγματα, όμως στο μυαλό μου έρχεται τώρα η «Μεγάλη Πράσινη» της Ευγενίας Φακίνου. Αντικομφορμίστρια η Ιωάννα, στο τέλος πεθαίνει. Επίσης το μυθιστόρημά της «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» είναι μια πινακοθήκη περιθωριακών.
  Τόσο η ηρωίδα της Βαρντά όσο και η ηρωίδα της Φακίνου είναι επινοημένες. Όχι όμως και ο Christopher McCandles στο «Into the wild» (καιρός να μιλήσουμε και για την ταινία με αφορμή την οποία κάνουμε την ανάρτηση) του Σον Πεν, που είναι πραγματικό πρόσωπο. Αυτός οδηγείται στην περιθωριακή ζωή συνειδητά, από δική του επιλογή. Εγκαταλείπει την οικογένειά του χωρίς να δώσει σημεία ζωής αμέσως μόλις παίρνει το πτυχίο του, μοιράζει τα λεφτά του σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, περιπλανιέται άσκοπα μένοντας σε μια σκηνή όπως και η Μόνα της Βαρντά και η Γιου της Dorris Dörrie στην ταινία της «Cherry blossoms», με στόχο να πάει κάποτε στην Αλάσκα.
  Θα πάει. Θα καταφέρει να επιβιώσει ζώντας σε ένα εγκαταλειμμένο λεωφορείο. Όμως θα πεθάνει, από πείνα. Θα ανακαλυφθεί τυχαία δεκαπέντε μέρες μετά το θάνατό του.
  Όμως, ήταν αυτή μια αυθόρμητη επιλογή; Τόσο η Μόνα όσο και η Γιου οδηγήθηκαν στο να ζουν στους δρόμους από οικονομικό αδιέξοδο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Ο Κρις όμως;
  Αυτό που μοιάζει αυθόρμητη επιλογή ποτέ δεν είναι στην πραγματικότητα. Ο Κρις είχε ψυχολογικά προβλήματα που οφείλονταν στις τεταμένες σχέσεις των γονιών του, που κάποτε είχαν φτάσει στα πρόθυρα του διαζυγίου. Ένοιωθε να πνίγεται μέσα στην οικογένεια και ήθελε να ξεφύγει. Τώρα γιατί απλά δεν τους παράτησε και να πάει να ζήσει αλλού, να δουλέψει, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Ίσως υποσυνείδητα επιδίωκε το τέλος του. Σίγουρα παρασύρθηκε από τον Θορώ, ο οποίος επέλεξε (από ποια ψυχολογικά κίνητρα κι αυτός, είναι άγνωστο), να ζήσει στο δάσος, μόνος του, μια αυτάρκη ζωή, για μια διετία. Τη ζωή του αυτή την περιέγραψε στο βιβλίο του «Walden», το οποίο διαβάσαμε πέρυσι. Δεν περιπλανήθηκε, έζησε στην άκρη της λίμνης Walden, και δεν έζησε σε σκηνή, έφτιαξε μια καλύβα.  
  Όσοι οδηγούνται στο περιθώριο, στην πραγματικότητα σπρώχνονται από οικονομικά κυρίως αδιέξοδα. Όσοι επιλέγουν το περιθώριο, πολλοί λιγότεροι, οδηγούνται από ψυχολογικά αδιέξοδα.
  Ναι, είμαι ακραίος ντετερμινιστής, συχνά δυσπιστώ στα κίνητρα τα οποία επικαλούνται κάποια άτομα για να αιτιολογήσουν ή να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, θεωρώντας τα ως εκλογικεύσεις. Το «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια» εικονογραφεί θαυμάσια τη θέση μου, παρόλο που αναφέρεται σε μια υποπερίπτωση.  
Post a Comment