Book review, movie criticism

Sunday, February 12, 2017

Joyce Carol Oates, Zombie



Joyce Carol Oates, Zombie (μετ. Βασίλης Μπαμπούρης), Οξύ 2002, σελ. 153


  Συνήθως αυτό το γράφω σε κριτικές μου για ταινίες: Τα θρίλερ δεν μου αρέσουν. Και αυτό το έργο είναι θρίλερ. Και αυτό επίσης το γράφω σε κριτικές μου για ταινίες: Υπάρχουν ειδολογικές προτιμήσεις. Όσο καλό και να είναι αυτό το θρίλερ, όσο καλογραμμένο, δεν μου άρεσε. Φυσικά τους λάτρεις του είδους τους ενθουσίασε, και το βιβλίο κέρδισε το βιβλίο Bram Stoker (Είναι αυτός που έγραψε το «Δράκουλα») το 1996, ένα χρόνο μετά την έκδοσή του. Εμένα όμως μου ανέβασε την πίεση. Δεν ξέρω πού αλλού να αποδώσω την αυξημένη υπέρτασή μου, 15,8, πράγμα που είχε να συμβεί μήνες.
  Το μυθιστόρημα βασίζεται στη ζωή ενός σήριαλ κήλερ. Και η Κάρολ Όουτς, προσπαθώντας να μπει στα άδυτα της ψυχοσύνθεσής του, φτιάχνει μια δυνατή προσωπογραφία, εξίσου ισχυρή με τις προσωπογραφίες των δυο γυναικών που έδωσε στο «Παράξενες σχέσεις». Υπάρχει όμως μια κεφαλαιώδης διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δυο μυθιστορήματα. Στις «Παράξενες σχέσεις» σχεδόν απουσιάζει το σασπένς. Εδώ είναι κυρίαρχο, πράγμα ειδολογικά αναπόφευκτο.
  Ο Κουέντιν, ένας τριαντάρης νεαρός, είναι ομοφυλόφιλος. Διαταραγμένος ψυχολογικά, σκέφτεται να φτιάξει ένα «ζόμπι» κάνοντας λοβοτομή σε κάποιο άτομο που θα είχε απαγάγει. Είχε διαβάσει για τη διαδικασία: μέσω ενός παγοκόπτη, περνώντας τον μέσα από τα μάτια του θύματος, φτάνει στους λοβούς του εγκεφάλου. Το ζόμπι, σαν ζόμπι, θα ήταν ολότελα υπάκουο στις σεξουαλικές του ορέξεις.
  Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, τα θύματά του κατέληγαν το ένα μετά το άλλο. Και φυσικά δεν σταμάτησε τις προσπάθειες.
  Κάποτε παρά λίγο να την πατήσει, να την πατήσει για καλά. Το θύμα του, ένας νεαρός μαύρος, ξέφυγε. Με πατέρα καθηγητή πανεπιστημίου και κατάλληλες διασυνδέσεις τη γλίτωσε με δυο χρόνια με αναστολή, για απλή σεξουαλική παρενόχληση. Επίσης ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθείται από ψυχίατρο, να συμμετέχει σε ομαδικές συνεδρίες και να παίρνει ψυχοφάρμακα. Για τους προηγούμενους φόνους του δεν ανακάλυψαν τίποτα.
  Εκεί που κινδύνεψε πραγματικά ήταν στην τελευταία του απόπειρα. Θύμα ήταν ένας νεαρός λευκός που έμοιαζε καταπληκτικά με ένα συμμαθητή του με τον οποίο ήταν ερωτευμένος. Στο τσακ θα καταφέρει να ξεφύγει.
  Ένας ακόμη λόγος που δεν μου άρεσε το έργο είναι η αδυναμία να ταυτιστώ με έναν διαταραγμένο δολοφόνο, ο οποίος μάλιστα είναι και ο αφηγητής. Όχι, δεν είμαι οπαδός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού να θέλω θετικούς ήρωες σε ένα μυθιστόρημα, πρότυπα μίμησης, αλλά όταν ο ήρωας είναι ένας εντελώς αρνητικός χαρακτήρας το μυθιστόρημα δεν μου αρέσει. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν μου άρεσε και «Το άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ.
  Και ένας τελευταίος λόγος: Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει ποιητική δικαιοσύνη όπως στα αστυνομικά, στα οποία ο δολοφόνος τιμωρείται. Εδώ όμως ο ήρωας ξεφεύγει. Και όχι μόνο: Προετοιμάζεται για επόμενα κτυπήματα.
  Μου θύμισε πολύ το «Funny games» του Michael Hanecke, στο οποίο οι δυο σήριαλ κίλερς, στο τέλος του έργου, ετοιμάζονται για το καινούριο κτύπημα. Είδα όλο τον Hanecke πακέτο, με αρκετή δυσκολία, έχοντας πάρει απόφαση να μην ξαναδώ άλλο του έργο.
  Γιατί να υπάρχει ποιητική δικαιοσύνη;
  Με το γιο μου όταν ήταν μικρός, μαθητής σε κάποια από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, είδαμε μια ταινία του Τζέημς Μποντ. Την επομένη μου είπε ότι είδε εφιάλτη. Γιατί; Γιατί φοβήθηκε με την ταινία. Και γιατί φοβήθηκε με την ταινία; Γιατί η «κακιά» στο τέλος τη γλίτωσε.
  Αν δεν τη γλίτωνε δεν θα υπήρχε συνέχεια με άλλη ταινία, όμως ο γιος μου εκείνο το βράδυ έχασε τον ύπνο του. Αν οι κακοί καταφέρνουν και γλιτώνουν, τότε νοιώθουμε ανυπεράσπιστοι. Εν τάξει, να ξεφεύγουν στην πραγματικότητα, αλλά να ξεφεύγουν και στον φανταστικό κόσμο του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας;
Post a Comment