Book review, movie criticism

Thursday, February 9, 2017

Yasmina Khadra-Most of his books




The attack-Τρομοκρατικό κτύπημα, Καστανιώτης 2006, σελ. 272

  Το να συνοδεύει μια γυναίκα για ψώνια δεν είναι ό, τι πιο ευχάριστο για έναν άντρα. Ακόμη και όταν πρόκειται για το Mall, όπου όλα τα μαγαζιά βρίσκονται δίπλα δίπλα. Σε μια ώρα τα είχα φτύσει, μέχρι που φτάσαμε στο Fnac. Πήγαμε στο τμήμα με τα γαλλικά βιβλία, και το μάτι μου έπεσε στο L' attentat, της Γιασμίνα Χαντρά. -Πάρε το, μου είπε η φίλη μου, η συγγραφέας είναι πολύ καλή. Το πήρα όχι γιατί ήταν πολύ καλή, αλλά γιατί βρήκα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αφήσω τη φίλη μου να συνεχίσει μόνη της τα ψώνια και εγώ να την αράξω κάπου να διαβάσω. Την άραξα σε ένα παγκάκι, και αφοσιώθηκα στο διάβασμα. Και κατενθουσιάστηκα με το βιβλίο.
  Έτσι ανακάλυψα τη Γιασμίνα Χαντρά.
  Που ήδη από το βιογραφικό στο αυτί του βιβλίου ήξερα ότι ήταν άνδρας, στρατιωτικός, που όταν παραιτήθηκε από το στρατό αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα: Μωχάμεντ Μουλεσεχούλ.
  Στη συνέχεια αγόρασα όλα τα βιβλία του που ήταν μεταφρασμένα στα ελληνικά.  
  Στο αυτί του «Τι ονειρεύονται οι λύκοι» γράφει: «Είμαι υπερήφανος που υπογράφω με γυναικείο όνομα, γιατί σέβομαι εξαιρετικά τις γυναίκες». Είμαι αντιισλαμιστής από μια φεμινιστική σκοπιά, θεωρώντας ότι οι γυναίκες υφίστανται μια φοβερή καταπίεση στις ισλαμικές χώρες, ιδιαίτερα στην μαύρη Αφρική και εκεί που επικρατούν θεοκρατικά καθεστώτα - ευτυχώς με τους Ταλιμπάν να έχουν ανατραπεί στο Αφγανιστάν έχουμε ένα λιγότερο - και το να διαβάσω μια τέτοια δήλωση από έναν άντρα συγγραφέα δεν μπορούσε παρά να με ενθουσιάσει.
  Δεν σκοπεύω να κάνω μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των έργων της Γιασμίνα Χαντρά (ας αφήσουμε τον συγγραφέα με το ψευδώνυμό του, που είναι και πιο εύηχο. Άραγε ξέρουν οι συμπατριώτες μου από το Χαντρά της Σητείας ότι χαντρά σημαίνει πράσινο;). Θα γράψω μόνο για τα βιβλία που έχω διαβάσει και για ό,τι με εντυπωσίασε σ’ αυτά. Θα ξεκινήσω από το πιο πρόσφατο που εκδόθηκε στα ελληνικά, το «Τρομοκρατικό κτύπημα», όπως μεταφράστηκε το L’ attentat, Εκδόσεις Καστανιώτη. Μια όμως και το διάβασα στα γαλλικά, παίρνω από εκεί τις παραπομπές, σε μετάφραση δική μου.
  Στο «Τρομοκρατικό κτύπημα», ως αφηγηματολόγο με εντυπωσίασε η αφηγηματική του τεχνική.
  Η αφηγηματική τεχνική να ξεκινάς από το τέλος της ιστορίας και η κυρίως ιστορία να φαίνεται ως αναδρομή, είναι κάτι όχι και τόσο σπάνιο στην αφήγηση, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στον κινηματογράφο. Με αυτή την τεχνική το «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος, αντικαθίσταται με το «σασπένς του πώς» φτάσαμε σ’ αυτό το τέλος. Το τέλος είναι συνήθως τραγικό, ένας θάνατος, και με αυτή την τεχνική υπάρχει η ειρωνεία της τραγωδίας και το αίσθημα το ελέου. Ο αναγνώστης ξέρει τι θα γίνει στο τέλος με τον ήρωα, συνήθως ότι θα πεθάνει, και όλα τα γεγονότα που διαβάζει στη συνέχεια, σαν αναδρομή, τα διαβάζει υπό το φως αυτής της γνώσης. Δεν αναρωτιέται τι θα γίνει στο τέλος με τον ήρωα, ξέρει ότι θα πεθάνει, και τον λυπάται προκαταβολικά. Αλλά γι’ αυτά έχω γράψει πιο αναλυτικά στο διδακτορικό μου.
  Έτσι και σ’ αυτό το έργο της Γιασμίνα Χαντρά. Το έργο ξεκινάει με την ανατίναξη του αμαξιού ενός ιμάμη, που παρασέρνει στο θάνατο, μαζί με αρκετούς άλλους, τον Αμίν, τον ήρωα του μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημα τελειώνει με την ίδια σκηνή.
  Μέχρις εδώ δεν έχουμε τίποτα πρωτότυπο. Η πρωτοτυπία είναι ότι η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Παραβιάζοντας κάθε ρεαλιστική σύμβαση, η Χαντρά βάζει τον ήρωά της να αφηγείται το γεγονός, ενώ από ένα σημείο και ύστερα είναι πια νεκρός. «Ένας άντρας πιάνει τον καρπό μου, και λέει, πριν τον αφήσει να πέσει: - αυτός ο άνθρωπος είναι τελειωμένος. Τίποτα δεν γίνεται μ’ αυτόν… χέρια με σέρνουν στο εσωτερικό της καμπίνας, με ρίχνουν στο σωρό με τα άλλα πτώματα. Σε ένα τελευταίο τίναγμα, μ’ ακούω να κλαίω με λυγμούς… ‘Θεέ μου, αν είναι ένας φοβερός εφιάλτης, κάνε να ξυπνήσω γρήγορα…’».
  Στο L’ attentat βρίσκουμε τον «ήρωα της μέσης του δρόμου» (middle of the road hero) των ιστορικών μυθιστορημάτων του sir Walter Scott, για τον οποίο μιλάει ο Georg Lukacz στο «Ιστορικό μυθιστόρημα» (η μετάφραση που έκανα για το έργο πριν 30 χρόνια ατύχησε με έναν τυπογράφο που είχε εκδοτικές φιλοδοξίες, και έτσι δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Το έργο, απ’ όσο ξέρω, δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά). Ο ήρωας της μέσης του δρόμου είναι ο ήρωας που συνδέεται με δυο αντιτιθέμενες παρατάξεις, και δέχεται τους κραδασμούς από τις πιέσεις και των δυο. Ο Αμίν είναι γιατρός χειρούργος. Παλαιστινιακής καταγωγής, έχει ισραηλινή υπηκοότητα. Η γυναίκα του είναι Παλαιστίνια. Κάποια στιγμή μπαίνει στον αγώνα, εν αγνοία του συζύγου της φυσικά. Ζώνεται με εκρηκτικά, μπαίνει σε ένα εστιατόριο και σκορπάει το θάνατο. Ο Αμίν ξυλοκοπείται από αγανακτισμένους Ισραηλινούς. Προσπαθεί να έλθει σε επαφή με την Παλαιστίνια αντίσταση, να μάθει πως έγινε η γυναίκα του καμικάζι. Προπηλακίζεται, συλλαμβάνεται και υφίσταται δυο εικονικές εκτελέσεις. Σε ένα τζαμί όπου ψάχνει να βρει την ανιψιά του για να ζητήσει πληροφορίες για το πώς η γυναίκα του έγινε καμικάζι, σκοτώνεται στην δολοφονική απόπειρα κατά του ιμάμη από ισραηλινούς.
  Ο Αμίν κάπου λέει «είμαι χειρούργος, σώζω ζωές, δεν παίρνω ζωές». Ο Χαντρά νιώθει σαν τον ήρωά του. Καταλαβαίνει το δικαίωμα των Παλαιστινίων για μια πατρίδα, όμως δεν φαίνεται να είναι σύμφωνος με τις τυφλές επιθέσεις των καμικάζι εναντίον αμάχων. Τα αντίποινα οδηγούν σε άλλα αντίποινα, σε ένα ασταμάτητο λουτρό αίματος που τα θύματα είναι κυρίως οι άμαχοι. Το αγέλαστο, απαισιόδοξο αυτό βιβλίο, επικυρώνει την βαθειά απαισιοδοξία του με το θάνατο του ήρωα, με αυτό τον πρωτότυπο αφηγηματικό τρόπο που περιέγραψα.
  [(ξανα)είδα την ταινία σήμερα, 1-2-2017, και διαπίστωσα διαφορές. Στην ταινία δεν είδα να ξυλοκοπείται ο Αμίν από αγανακτισμένους Ισραηλινούς, ούτε να υφίσταται δυο εικονικές εκτελέσεις από την παλαιστινιακή αντίσταση. Αυτό το διαπιστώνω ξαναδιαβάζοντας την βιβλιοκριτική μου. Ασφαλώς θα υπάρχουν και άλλες, αλλά σίγουρα μια, σημαντικότατη, για την οποία δεν χρειαζόταν να διαβάσω την βιβλιοκριτική μου. Στην ταινία δεν δείχνεται καμιά δολοφονική απόπειρα εναντίον του ιμάμη, και ο Αμίν μένει ζωντανός. Ακόμη, δεν θυμάμαι στο βιβλίο η γυναίκα του να ήταν χριστιανή. Βάζοντας όμως τη λέξη κλειδί «Christian» στο ηλεκτρονικό κείμενο που έχω, δεν μου βγάζει τίποτα. Ίσως είναι προσθήκη της ταινίας].
  Παρεμπιπτόντως να σημειώσουμε ότι το θέμα του τρομοκρατικού κτυπήματος καμικάζι χρησιμοποιεί και η παλαιστινιακής καταγωγής Αμερικανίδα Betty Shamieh στο θεατρικό έργο της The Black eyed («Τα ουρί»), που είδαμε φέτος από την εταιρεία θεάτρου «Δυτικά της πόλης» στο θέατρο «Φούρνος» σε μια εξαίρετη σκηνοθεσία από τον Τάκη Τζαμαριά και με θαυμάσιες ερμηνείες από τις Άννα Κουτσαφτίκη, Καλλιρόη Μαραγκού, Ευδοκία Στατήρη και Στέβη Φόρτωμα. Η Δαλιδά, μια Παλαιστίνια την εποχή των σταυροφοριών, μια καμικάζι και μια επιβάτις σε ένα από τα μοιραία αεροπλάνα που χτύπησαν τους δίδυμους πύργους, συνομιλούν στον παράδεισο. Με βάση τις προσωπικές τους ιστορίες συζητείται το αν δικαιώνεται ένα τρομοκρατικό κτύπημα που στοιχίζει ζωές αθώων.
  Το «Μοριτούρι» (1997) είναι το πρώτο έργο που θα τον κάνει διάσημο. Αστυνομικό μυθιστόρημα, θα το ακολουθήσουν άλλα δύο.
  Σε όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα σημασία έχει η υπόθεση και όχι το φόντο στο οποίο κινούνται τα πρόσωπα. Εδώ σημαντικό, περισσότερο ίσως για τον δυτικό αναγνώστη, είναι το φόντο. Αλγερία, σπαραζόμενη από έναν εμφύλιο. Από τη μια το Εθνικό Πατριωτικό Μέτωπο που χάρισε στην Αλγερία της ανεξαρτησία της διώχνοντας τους Γάλλους, και από την άλλη οι φανατικοί ισλαμιστές να σκοτώνουν τους «δικτάτορες», δηλαδή κάθε δημόσιο υπάλληλο, που κατά τη γνώμη τους βρίσκεται στην υπηρεσία ενός διεφθαρμένου καθεστώτος. Ο αστυνομικός Λομπ αναλαμβάνει την υπόθεση μιας εξαφάνισης, της κόρης ενός μεγιστάνα. Στην πορεία της αναζήτησης σκιαγραφείται γλαφυρά η σύγκρουση αυτή. Ο αστυνόμος Λομπ, porte-parole των αντιλήψεων του συγγραφέα, εκφράζει την αντίθεσή του, την οργή του και την αηδία του για τους ισλαμιστές.
  Διαβάζοντας το «Μοριτούρι» και έχοντας ήδη διαβάσει το L’ attentat, μου ήλθε στο μυαλό ένας δικός μας συγγραφέας, για ορισμένα κοινά στοιχεία που έχουν, ακόμη και στην πορεία τους: Ο Γιάννης Ξανθούλης. Το «Μοριτούρι» διαθέτει δυο στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα δυο πρώτα έργα του Ξανθούλη, το «Ο μεγάλος θανατικός» και «Οικογένεια Μπες Βγες». Τα στοιχεία αυτά είναι το ξέφρενο χιούμορ και η ευφάνταστη μεταφορά. Κατά τα άλλα το θανατικό που υπάρχει στα δυο αυτά έργα του Ξανθούλη τοποθετείται σε ένα περίπου σουρεαλιστικό πλαίσιο, ενώ το θανατικό στο έργο της Χαντρά είναι ένα πραγματικό θανατικό, που το ακούμε κατά καιρούς στα δελτία ειδήσεων.
  Μια και είμαι fan των ανεκδότων, των αστείων και κάθε τι που σε κάνει να γελάς και να ξεχνάς το ζόφο που σε περιβάλει, μάρτυράς μου το blog μου, θα αντιγράψω κάθε χιουμοριστική ατάκα που βρήκα στο βιβλίο και την υπογράμμισα. Πολλές από τις χιουμοριστικές ατάκες δεν είναι παρά ευφάνταστες μεταφορές. Όταν βαρεθείτε πηδήξτε τις γραμμές.
  «Δεν γυρίζει πια στο σπίτι του στο Μπαμπ ελ Ουέντ από τότε που τρεις πανομοιότυποι γενειοφόροι πήγαν να του πάρουν μέτρα για την καρωτίδα ώστε να διαλέξουν το κατάλληλο μαχαίρι» (σελ. 14).
  «Κοιτάζω τον γκουρού στη φωτογραφία: είκοσι οχτώ χρόνων. Ποτέ δεν πήγε σχολείο. Ποτέ δεν έπιασε δουλειά. Προσκυνήματα μεσσιανικά στην Ασία, κηρύγματα που στάζουν δηλητήριο κι αδυσώπητο μίσος εναντίον όλου του κόσμου. Και να τον που αυτοανακηρύσσεται τιμωρός: τριάντα τέσσερις δολοφονίες, δύο τόμοι δογματικών θέσεων, ένα χαρέμι σε κάθε γιάφκα κι ένα ιερατικό δαχτυλίδι σε κάθε δάκτυλο» (σελ. 15).
  «Αναγνώρισα έναν μικροέμπορο ναρκωτικών. Έναν εντελώς αηδιαστικό κοπρίτη, άνετο μες στη θανάσιμη αμαρτία όσο μια μουνόψειρα στο βρακί ενός χίπη. Σήμερα έχει ένα δίκαννο με πριονισμένη κάννη, ένα στίχο από το κοράνι στην άκρη των χειλιών κι εκδικείται με χαρά τα πρώην αφεντικά του» (σελ. 15).
  «Ο Χατζ Γκαρν είναι ένας από τους πιο επικίνδυνους πειρατές των ταραγμένων υδάτων της επικράτειας. Πασίγνωστος σοδομίτης, θα έβαζε ιδέες με το νου του, βλέποντας ακόμα και την τρύπα μιας εξάτμισης. Ο θρύλος λέει γι’ αυτόν τον διακεκριμένο επί των πρωκτικών επιστημών ότι το κάνει με ότι κινείται, εκτός από τους δείκτες του ρολογιού, με ό, τι στέκεται όρθιο εκτός από τα οδόσημα, και με ό, τι ψηλαφιέται, εκτός από τις δικογραφίες» (σελ. 21).
  «-Χαλαρά Λομπ, οι προσκεκλημένοι μου έχουν μακρύ χέρι.
  -Το έλεγα εγώ ότι έχουν κοινά σημεία με τους χιμπαντζήδες» (σελ. 24).
  «-Είναι σαν να γυρεύεις ένα έντιμο χασάπη το μήνα του ραμαζανιού» (σελ. 35). Αυτή την ατάκα θα μπορούσαμε να την τροποποιήσουμε στα καθ’ ημάς, την παραμονή των Χριστουγέννων με τις γαλοπούλες και την παραμονή του Πάσχα με τα αρνιά.
  «Ο καφετζής είναι ένας στραβοχυμένος ανθρωπάκος. Χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εξυπηρετήσει τον πελάτη απ’ ό, τι ένας τελωνειακός για να αφήσει τον ταξιδιώτη να περάσει. Θα μπορούσε να δείχνει καλοκάγαθος, αν δεν είχε κολλημένο στο μούτρο του έναν αηδιαστικό σκαντζόχοιρο, μια ανατρεπτική γενειάδα που κάνει την παρέα του επικίνδυνη» (σελ. 47).
  «Στον ουρανό …οι γλάροι απλώνονται σαν λευκά συνθήματα» (σελ. 58).
  «Έχει τόσο ταλέντο όσο τακούνι έχει μια παντόφλα» (σελ. 76).
  Κι ένα σωρό άλλα, που τα περισσότερα χρειάζονται το context τους, και δεν θέλω να παραφορτώσω το κείμενό μου.
  Θα τελειώσω αναφέροντας ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους.
  Οι ωραιότερες σελίδες που διάβασα στη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ, είναι αυτές όπου ο ήρωας σκοτώνει τον αποπλανητή της Λολίτας. Εκτείνονται σε πάνω από τρεις σελίδες. Και φαίνεται δεν είμαι ο μόνος που έχω αυτή την αντίληψη, γιατί στο ίντερνετ βρήκα αρχείο ήχου με τον Jeremy Irons να διαβάζει τις σελίδες αυτές.
  Η Χαντρά είναι πιο σύντομη. Ο Λομπ σκοτώνει τον εγκέφαλο των δολοφονιών.
«Υπάρχουν τρεις αρχές αρμόδιες να δικάζουν τους ανθρώπους κύριε Γκουλ. Η συνείδηση, η δικαιοσύνη και ο θεός. Οι δυο πρώτες συμβαίνει να αποτυχαίνουν, όχι όμως η Τρίτη. Και σας περιμένει ακλόνητη.
  Τα χαρακτηριστικά του τον προδίδουν μεμιάς. Γίνεται ωχρός. Τα χείλη του ξεραίνονται.
  -Δεν είστε σοβαρός, αστυνόμε. Είστε μπάτσος. Δεν έχετε το δικαίωμα…
  -Πολύ φοβάμαι ότι είναι το μόνο δικαίωμα που μου έχει μείνει.
  Όταν συνήλθα, έπιασα τον εαυτό μου να πατάει σαν τρελός τη σκανδάλη, ενώ η κάννη του όπλου μου είχε εδώ και πολύ ώρα παγώσει».
  Είναι υπέροχο αυτό το εφέ τέλους, με το αφηγηματικό κενό.
  Η Γιασμίνα Χαντρά φαίνεται να ακολουθεί μια πορεία ανάλογη με του Ξανθούλη. Στη συνέχεια γίνεται τραγικά αγέλαστος. Στο επόμενο μυθιστόρημά του δεν καταφέρνω να σημειώσω καμιά χιουμοριστική ατάκα.
  Είναι το «Τι ονειρεύονται οι λύκοι».
  Ο τίτλος προέρχεται από μια φράση μέσα στο βιβλίο.
«…αναρωτήθηκα τι ονειρεύονται οι λύκοι, στο βάθος της φωλιάς τους, όταν, ανάμεσα σε δυο χορτάτα ουρλιαχτά, η γλώσσα τους σπαρταράει μέσα στο φρέσκο αίμα του θηράματός τους που κρέμεται από την αηδιαστική μουσούδα τους, όπως κρεμόταν, από πάνω μας, το φάντασμα των θυμάτων μας» (σελ. 280-281).
  Τι ονειρεύονται οι φανατισμένοι, διψασμένοι για αίμα σαν λύκοι ισλαμιστές; Την εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού κράτους μήπως;
  Μπα, ονειρεύονται περισσότερο αίμα. Σε σημείωση του μεταφραστή διαβάζω ότι ο Άμπου Τάλχα «Ευθύνεται για τις σφαγές μεγάλης κλίμακας και για τους φετβάδες του εναντίον του συνόλου του Αλγερινού λαού» (σελ. 277). Από τις ειδήσεις της εποχής θυμάμαι ότι οι φανατικοί μουσουλμάνοι ξεπάστρευαν ολόκληρα χωριά. Όταν έχεις - ή πιστεύεις ότι έχεις - την ευλογία του Αλλάχ για τέτοιες θεάρεστες πράξεις, το χέρι δεν διστάζει καθόλου να σφάξει.
  Το βιβλίο θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με ένα κινηματογραφικό πλάνο. Στην αρχή μας δείχνεται ο ήρωας από κοντά, με την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του, ενώ στη συνέχεια υποχωρεί στο βάθος του πίνακα σε μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ το φόντο είναι αυτό που κυριαρχεί, σαν τους φλαμανδικούς πίνακες όπου οι άνθρωποι εξαφανίζονται μέσα στο τοπίο. Και το τοπίο εδώ είναι η επαρχία της Αλγερίας, με τους φανατικούς ισλαμιστές αντάρτες του GIA να επιδίδονται σε ένα όργιο δολοφονιών και σφαγών. Ταγούτ είναι ο εχθρός, ο δημόσιος υπάλληλος, από το πιο υψηλόβαθμο στέλεχος μέχρι τον απλό αγροφύλακα, και πρέπει να εκτελούνται. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά και οι οικογένειές τους.
  Η Χαντρά, με την τυπική ιστορία ενός νεαρού, θέλει να δείξει πως πύκνωσαν οι γραμμές των φανατικών ισλαμιστών. Ο Ναφά, ηθοποιός με ψαλιδισμένα τα όνειρά του -μόνο σε μια ταινία κατάφερε να παίξει- προσλαμβάνεται ως οδηγός μιας μεγαλοαστικής οικογένειας. Δέχεται διάφορες ταπεινώσεις αλλά περνάει καλά. Η διαφθορά της τον ενοχλεί, αλλά δεν έχει εναλλακτικές λύσεις. Θα την εγκαταλείψει μόνο από αποτροπιασμό, όταν ο σωματοφύλακας του γιου θα πολτοποιήσει το κεφάλι ενός κοριτσιού που είχε πεθάνει από υπερβολική χρήση ναρκωτικών στο σπίτι τους, για να μην αφήσει ίχνη. «Δεν μπορούσα να απομακρύνω το βλέμμα μου από το πρόσωπο της κοπέλας που πολτοποιούνταν. Τα ούρα μου έτρεχαν σαν καταρράχτες στους τρεμάμενους μηρούς μου. Μη αντέχοντας άλλο, εξουθενωμένος έπεσα στα τέσσερα, με το πρόσωπο μέσα στους εμετούς μου, και άρχισα να ουρλιάζω, να ουρλιάζω…» (σελ. 81). Του Ναφά δεν του περνούσε από το μυαλό ότι μετά από λίγο θα μακέλευε ο ίδιος όχι νεκρούς, αλλά ζωντανούς.
  Όταν ο Ναφά προσχωρεί στις τάξεις των ισλαμιστών (κάπως βιαστικά κατά τη γνώμη μου, πράγμα που θεωρώ σαν αδυναμία του μυθιστορήματος), η αφήγηση γίνεται τριτοπρόσωπη, «αποστασιοποιημένη». Η Χαντρά δεν θέλει πια να ταυτιζόμαστε με τον ήρωά της, αλλά να αποστασιοποιηθούμε από αυτόν και να τον κρίνουμε, κατά το μπρεχτικό πρότυπο. Και το ενδιαφέρον μας ως αναγνώστες μετατοπίζεται από την μοίρα του Ναφά στο λουτρό αίματος στο οποίο έχουν αποδυθεί οι φανατικοί ισλαμιστές.
  Τα γεγονότα που περιγράφει είναι πραγματικά. Το ξεκλήρισμα ολόκληρων χωριών από τους ισλαμιστές το θυμάμαι από τότε, από τα ρεπορτάζ και τις ειδήσεις. Για άλλα γεγονότα, που δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν δημοσιογραφική είδηση, εικάζω ότι και αυτά είναι πραγματικά. Για παράδειγμα, ένας ισλαμιστής ορμάει μέσα σε μια ομάδα γυναικών διαδηλωτών και μαχαιρώνει την αδελφή του. Ήταν η κοπέλα που ήθελε να ζητήσει σε γάμο ο Ναφά.
  Πώς εικάζω ότι αυτό το επεισόδιο είναι αληθινό, και όχι μυθιστορηματική επινόηση; Πριν λίγους μήνες διαβάσαμε στις εφημερίδες ότι στη Γερμανία, ένας μουσουλμάνος, μετανάστης τρίτης γενιάς, σκότωσε την αδελφή του γιατί «έβγαινε με γκόμενους».
  Ένα μυθιστόρημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως πηγή αισθητικής απόλαυσης, μέσα στην οποία βρίσκεται και η αγωνία για την έκβαση, αλλά και ως πηγή γνώσης, κυρίως κοινωνικο-ανθρωπολογικής και ιστορικής. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο έμαθα πολλά πράγματα. Για παράδειγμα ότι ο σεϊχης είναι κάτι σαν πολιτικός αρχηγός, ενώ ο εμίρης είναι ο στρατιωτικός. Ότι δίπλα στο GIA υπήρξε και μια πιο μετριοπαθής μουσουλμανική αντιπολίτευση. Έμαθα και μια καινούρια λέξη: σαμπίγια. Μου την εξηγεί ο μεταφραστής. «Γυναίκες ή κοπέλες που τις απήγαγαν κατά τη διάρκεια ομαδικών σφαγών ή μπλόκων. Θεωρούνταν λάφυρα πολέμου. Αποτελούν το μπορντέλο της εξοχής των φανατικών ισλαμιστών. Τις αποκεφαλίζουν ή τις διαμελίζουν συστηματικά από τις πρώτες ενδείξεις εγκυμοσύνης» (σελ. 274). Το «αποκεφαλίζουν» το καταλαβαίνω, αλλά το «τις διαμελίζουν συστηματικά» δεν το καταλαβαίνω. Το κάνουν από σαδισμό;
  Σταχυολογώ από υπογραμμισμένες φράσεις: «…επιφανείς πανεπιστημιακοί μετατρέπονταν συνήθως σε σουβλατζίδες για να τα βγάλουν πέρα με το μισθό τους» (σελ. 23).
  «Βρισκόταν παντού: στο τζαμί, στις συγκεντρώσεις, στις στέγες για να ξηλώσει δορυφορικές κεραίες…» (σ. 105).
  Το παρακάτω απόσπασμα μου το επιβεβαίωσε ντοκιμαντέρ που είδα πρόσφατα για τους ισλαμιστές:
  «Στην Κάσμπα αποκλειόταν να βρεις κάποιον να σε παρηγορήσει, χωρίς να του δώσεις την ευκαιρία να σε προσηλυτίσει. Εκμεταλλεύονταν την ψυχική κατάσταση των «παραπλανημένων» και επωφελούνταν από την κατάπτωσή τους για να τους προσαρτήσουν στο χώρο… Αδύνατο να υπομείνεις τη δυστυχία σου. Μια απλή μουρμούρα και αυτοί συναγωνίζονταν ποιος θα σε περιβάλει περισσότερο με τη συμπάθειά του, προτού να σε παραδώσει, άρον άρον, στους τεχνίτες της Σωτηρίας» (σελ. 125).
  Διαβάζοντας το βιβλίο, απόκτησα ένα ακόμη λόγο για να αντιπαθώ τους Ταλιμπάν: «Δεν γελούσαν ποτέ». Ένας Ταλιμπάν που ξέρει ελληνικά, ποτέ δεν θα επισκεπτόταν το blog μου για δεύτερη φορά.
  Θα παραθέσω ακόμη μια «στάση ζωής», του ποιητή Σιντ Αλί που δολοφόνησαν οι ισλαμιστές. Έδιωξε τη γυναίκα του και τους περίμενε ήρεμα, όπως ο Σωκράτης στη φυλακή περίμενε να του φέρουν το κώνιο. «Προτού πεθάνει ο Σιντ Αλί είχε ζητήσει να καεί στην πυρά. -Γιατί; Ζήτησε να μάθει ο Άμπου Μάριεμ. - Για να φωτίσω λίγο το σκοτάδι σας» (σελ. 177).
  Το μυθιστόρημα κυλάει γοργά στο τέλος. Οι ισλαμιστές περικυκλώνονται από το στρατό, αποδεκατίζονται, ο ηγέτης τους σκοτώνεται, και η γυναίκα του τα ρίχνει στον Ναφά. Του εξάπτει τις φιλοδοξίες, τον σπρώχνει στην εξολόθρευση ενός χωριού. Ο στρατός αντιδρά ακαριαία σπέρνοντας τον όλεθρο στις τάξεις των ισλαμιστών και προκαλώντας την οργή του αρχηγού του, που έλπιζε ότι θα τον έχριζε επί κεφαλής στο τμήμα του στη θέση του αποθανόντος. Αποδεκατισμένοι, καταφέρνουν να το σκάσουν για την πρωτεύουσα. Όμως μόλις φτάνουν στις παρυφές της, η γυναίκα εξαφανίζεται.
  Και εδώ βρίσκεται μια αδυναμία στο μυθιστόρημα. Η φεμινίστρια Χαντρά πέφτει στο στερεότυπο: Η γυναίκα ή είναι μούσα και οδηγεί τον άντρα σε υψηλές κορυφές, ή τον σπρώχνει στην καταστροφή θερμαίνοντας τις φιλοδοξίες του. Η γυναίκα-μούσα δεν αξιοποιείται μυθιστορηματικά, ενώ η γυναίκα καταστροφέας είναι η πιο συνηθισμένη περίπτωση. Η λαίδη Μάκβεθ είναι η πιο τυπική περίπτωση. Οι σινεφίλ ξέρουν επίσης την Kaede στο Ραν του Κουροσάβα, που παρέσυρε τη φυλή των Ichimonji στην καταστροφή για να εκδικηθεί το θάνατο της οικογένειάς της. Ο Ναφά υποκύπτει στη σαγήνη της Ζουμπέιντα, για να βρεθεί στο τέλος πολιορκημένος σε μια πολυκατοικία. Ο Καπετάν Μιχάλης σκοτώνει την Εμινέ χανούμ για να μη μπει το πάθος του γι αυτήν εμπόδιο στον αγώνα του. Η Χαντρά βλέπει την καταπίεση της γυναίκας μόνο στο μουσουλμανικό κόσμο, παραβλέποντας ότι η καταπίεση αυτή είναι απλώς η πιο ακραία μορφή. Ο φαλλοκρατισμός έχει και πιο ήπιες, πιο εκλεπτυσμένες μορφές.
  Το μυθιστόρημα αυτό έχει την ίδια αφηγηματική τεχνική που έχει και το L’ attentat, για το οποίο γράψαμε πιο πριν, αλλά το παραθέτουμε παρακάτω, ακολουθώντας τη σειρά της συγγραφής: ξεκινάει από το τέλος. Η Χαντρά μας αφηγείται την πολιορκία των ισλαμιστών στο διαμέρισμα όπου κατέφυγαν. Ο ένας μετά τον άλλο οι σύντροφοι του Ναφά σκοτώνονται. Ο τελευταίος, ο πιο πιστός του σύντροφος, ξεκοιλιασμένος και ετοιμοθάνατος, αυτοκτονεί. Το δικό του τέλος αφήνεται ανοικτό. Παραδόθηκε; Σκοτώθηκε και αυτός; Για τη Χαντρά, και για μας, σημασία δεν έχει. Η ιστορία του ήρωά του ήταν η πρόφαση για να μας παρουσιάσει τα αιματηρά γεγονότα που συγκλόνισαν, και συγκλονίζουν ακόμη, την Αλγερία.
  Και γράφοντας αυτές τις γραμμές μου έρχεται στο μυαλό η Μάρω Βαμβουνάκη. Αυτή, σε ένα υποτυπώδη αφηγηματικό ιστό, σε ένα φόντο διαγραμμένο στις πιο γενικές του γραμμές για να μην βρίσκονται ξεκρέμαστοι οι ήρωές της αλλά να υπάρχει ένας χώρος που κινούνται, αφοσιώνεται στην προσωπογραφία τους, περιγράφοντας τα (ερωτικά) πάθη που τους ταλανίζουν, κατεβαίνοντας μέχρι τα άδυτα του ψυχισμού τους. Η Χαντρά είναι η πλήρης αντιστροφή. Ο ήρωάς της είναι περίπου προσχηματικός, η αφορμή για να περιγράψει το φόντο, τις ταλαιπωρίες της Αλγερίας τα τελευταία χρόνια και να καταγγείλει τον ισλαμικό φανατισμό.
    Το τέταρτο βιβλίο της Χαντρά που διαβάσαμε είναι τα «Χελιδόνια της Καμπούλ», ένας μεταφορικός τίτλος για τις γυναίκες στο Αφγανιστάν που κάτω από το καθεστώς των Ταλιμπάν ήταν υποχρεωμένες να κυκλοφορούν με τσαντόρ στο δρόμο.
  Η Χαντρά φεύγει από την πατρίδα της αναζητώντας αλλού φανατικούς ισλαμιστές για να τους καταγγείλει. Και πηγαίνει στο Αφγανιστάν, όπου οι Ταλιμπάν, αντίθετα από τους Αλγερινούς ισλαμιστές, είναι εξουσία. Εδώ δεν σφάζουνε τους απλούς πολίτες, αλλά τους καταπιέζουν. Οι γυναίκες αναγκάζονται να αφήσουν τις δουλειές τους, μια και η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι. Υποχρεώνονται να κυκλοφορούν με τσαντόρ, συχνά σε συνθήκες αποπνικτικής ζέστης. Οι άντρες πιέζονται να παρακολουθούν το κήρυγμα του ιμάμη στο τζαμί. Ο κάθε απρόσεκτος περαστικός αναγκαζόταν από τους Ταλιμπάν να περάσει μέσα στο τζαμί.
  Το έργο ξεκινάει με το λιθοβολισμό μιας πόρνης.
  Ο λιθοβολισμός των πορνών ήταν επινόηση των εβραίων, και τον πήραν ατόφιο οι μουσουλμάνοι. Ο Χριστός είπε «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω», και επειδή, όσο να ’ναι, οι χριστιανοί έχουν μια αυτοσυνείδηση, εγκατέλειψαν το έθιμο. Το ίδιο και οι άραβες. Μόνο στη μαύρη Αφρική επιβιώνει, και στην Ασία το αναβίωσαν οι Ταλιμπάν. Επίσης κόβουν τα χέρια του κλέφτη, σύμφωνα με τη σαρία. Ο Γιάννης Αγιάννης, αν δεν ήταν Γάλλος αλλά μουσουλμάνος, θα ήταν κουλός, και ο Ουγκώ θα έπρεπε να είχε δώσει άλλη εξέλιξη στο μύθο του. Οι μεγάλες λοβιτούρες δεν γίνονται σήμερα με το χέρι. Με το χέρι κλέβουν μικροκακόμοιροι μετανάστες, όπως αυτός ο φουκαράς που μπροστά στα μάτια μου τον ξετρύπωσε η security του liddl να έχει γεμίσει το στήθος του, κάτω από το μπουφάν του, με τυριά και αλλαντικά. Και πόσα να χωρέσουν! Οι μεγάλες λοβιτούρες γίνονται σήμερα όχι με το χέρι, αλλά ψηφιακά. Όπως με τις αποϋλοποιημένες μετοχές του χρηματιστηρίου, όπου τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων αποϋλοποιήθηκαν οριστικά. Αλλά ο Μωάμεθ τέτοιες εξελίξεις δεν τις είχε προβλέψει.
  Η αφηγηματική δομή μοιάζει με τους παραπόταμους, που ενώνονται στο τέλος σε ένα μεγάλο ποτάμι. Το βιβλίο, μικρό σε έκταση, μόλις 150 σελίδες, αφηγείται την ιστορία δυο ζευγαριών, που οι μοίρες τους στο τέλος συγκλίνουν. Υπάρχουν και μικρές παράπλευρες ιστορίες, που εικονογραφούν το τοπίο του Αφγανιστάν με τους Ταλιμπάν. Το μοτίβο της φυγής, που αναπτύξαμε διεξοδικά στο διδακτορικό μας, υπάρχει και εδώ, αυθεντικό. Ο Ναζίς, φίλος του Ατίκ, όλο του λέει ότι θα φύγει αλλά δεν φεύγει. Αυτός τον ειρωνεύεται. Και, σε αντίθεση με τον ήρωα στο «Σταθμό» του Μάτεση (ή του Σκούρτη;), τελικά θα φύγει, για να αποδείξει ότι δεν είναι μόνο λόγια. Η αφήγηση αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο της αποτυχίας αυτής της φυγής. Είναι γέρος, και είναι δύσκολο να διασχίσει τα βουνά.
  Το ένα ζευγάρι είναι ο Ατίκ, περιστασιακός δεσμοφύλακας με τη γυναίκα του την Μουσαράτ. Τρία χρόνια μεγαλύτερή του, την παντρεύτηκε γιατί του έσωσε τη ζωή. Δεν την αγάπησε, αλλά τη σεβάστηκε. Και τώρα που είναι άρρωστη και ετοιμοθάνατη αρνείται να την παρατήσει, καθ’ υπόδειξη του παιδικού του φίλου Κασίμ, που είναι αξιωματούχος των Ταλιμπάν. Το άλλο ζευγάρι είναι ο Μοσέν Ραμάτ και η γυναίκα του η Ζαϊρά. Με πανεπιστημιακή μόρφωση και οι δυο εγκαταλείπουν τις καριέρες τους κάτω από την πίεση των Ταλιμπάν, και ζουν από περιορισμένα εισοδήματα. Δεν συμπαθούν τους Ταλιμπάν, ιδιαίτερα η γυναίκα που εγκατέλειψε τις φιλοδοξίες της να γίνει δικαστικός.
  Η ιστορία που επινοεί η Χαντρά για πρώτη φορά δεν θα μας ικανοποιήσει. Αφενός δεν θα την βρούμε πειστική, σύμφωνα με τις ρεαλιστικές συμβάσεις τις αφήγησης, και αφετέρου μένουμε αμήχανοι μπροστά στο «μήνυμα» που προσπαθεί να μας μεταφέρει με το στόρι, πέρα από την καταγγελία των Ταλιμπάν.
  Ο Μοσέν Ραμάτ, όχι οπαδός των Ταλιμπάν, θα παρασυρθεί από τον όχλο στο λιθοβολισμό της πόρνης, για να γυρίσει μετανιωμένος στο σπίτι και να το εξομολογηθεί στη γυναίκα του, προκειμένου να αλαφρώσει τη συνείδησή του. Καμιά ψυχολογία του όχλου δεν θα μας έπειθε για κάτι τέτοιο. Έτσι όμως πρέπει να γίνει, για την οικονομία της αφήγησης. Αυτό προκαλεί και την πρώτη του ρήξη με τη γυναίκα του. Η δεύτερη, και μοιραία, θα προκληθεί όταν θα παρασύρει τη γυναίκα του να βγουν περίπατο στην Καμπούλ. Αυτή αρχικά αρνείται, κυρίως γιατί δεν θέλει να φορέσει το τσαντόρ. Θα συγκατατεθεί στη συνέχεια. Καθώς περνούν δίπλα από το τζαμί, υποχρεώνουν τον άντρα της να μπει στο τζαμί και να παρακολουθήσει το κήρυγμα, και αυτή να τον περιμένει έξω, στον ήλιο, κάτω από τα περίεργα βλέμματα των περαστικών και τις ανακριτικές ερωτήσεις των Ταλιμπάν. Αυτό οδηγεί και στην τελική ρήξη. Κατά τη διάρκεια του τσακωμού τους ο Ραμάτ πέφτει και κτυπάει στο κεφάλι. Το κτύπημα είναι θανάσιμο. Η Ζαϊρα συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη δολοφονία του συζύγου της, παρόλο που είναι ατύχημα. Ο δεσμοφύλακας Ατίκ μαγεύεται από την ομορφιά της. Στη φυλακή, καταδικασμένη σε θάνατο, δεν φοράει πια το τσαντόρ.
  «Εκτός από τη γυναίκα του, ο Ατίκ έχει πολλά χρόνια να αντικρίσει γυναικείο πρόσωπο. Μέχρι που έμαθε να ζει έτσι. Γι’ αυτόν, εκτός από τη Μουσαράτ, υπάρχουν μονάχα φαντάσματα, δίχως φωνή και έλξη, που διασχίζουν τους δρόμους χωρίς να αγγίζουν τις ψυχές. Σμήνη χελιδονιών σε μαρασμό, με μπλε ή κιτρινωπά χρώματα, συχνά ξεβαμμένα, που μένουν φυλακισμένα στο παρελθόν και βγάζουν ένα θλιβερό ήχο περνώντας δίπλα από τους άντρες» (σελ. 114).
  Στη συνέχεια το έργο εξελίσσεται σε μελόδραμα. Ο Ατίκ της προτείνει να το σκάσει και αυτή αρνείται. Συντριμμένος εξομολογείται την ιστορία στη γυναίκα του, λέγοντάς της ότι είναι αθώα και άδικα καταδικάστηκε σε θάνατο. Η Μουσαράτ συνειδητοποιεί τον έρωτα του άνδρα της για αυτή τη γυναίκα.
  «Πιστεύω πως βρήκες επιτέλους το δρόμο σου, Ατίκ, σύζυγέ μου. Το φως ανατέλλει μέσα σου. Αυτό που σου συμβαίνει, οι βασιλιάδες και οι άγιοι θα το ζήλευαν. Αναγεννιέται η καρδιά σου… Είσαι ευτυχισμένος μα δεν το ξέρεις. Η ευτυχία σε πλημμυρίζει και δεν ξέρεις πώς να την απολαύσεις… Ατίκ, σύζυγέ μου, είσαι ευλογημένος. Άκου την καρδιά σου. Είναι η μόνη που σου μιλά για σένα, η μόνη που κατέχει την πραγματική αλήθεια. Η λογική της είναι πιο δυνατή απ’ όλες τις λογικές του κόσμου. Να την εμπιστευτείς, να την αφήσεις να οδηγήσει τα βήματά σου. Και προπαντός, μη φοβάσαι. Γιατί σήμερα, απ’ όλους τους άντρες, σήμερα το βράδυ, είσαι αυτός που ΑΓΑΠΑ…» (σελ. 131-132).
  Η Μουσαράτ καταλαβαίνει ότι ο άνδρας της δεν την ερωτεύτηκε ποτέ αλλά την παντρεύτηκε από ευγνωμοσύνη. Συγκινημένη από τον έρωτα που τον συγκλονίζει, και ξέροντας ότι η ίδια όπου να ’ναι θα πεθάνει, του προτείνει ένα σχέδιο απόδρασης. Θα αντικαταστήσει τη Ζαϊρα στη φυλακή. Με το τσαντόρ δεν θα καταλάβουν την αλλαγή. Ο Ντίκενς με την «Ιστορία δύο πόλεων» δίνει το παρόν του.
  Έτσι και γίνεται. Όμως μετά την εκτέλεση μάταια ο Ατίκ θα την αναζητήσει έξω από το γήπεδο των εκτελέσεων όπου υποτίθεται ότι θα συναντιόντουσαν. Τρελαμένος από απελπισία θα την ψάχνει σε κάθε γυναίκα, σηκώνοντας το τσαντόρ τους. Αυτό θα προκαλέσει την οργή των ανδρών, που θα τον καταδιώξουν και θα τον ξυλοκοπήσουν μέχρι θανάτου.
  Γιατί το unhappy end; Εκφράζει την απαισιοδοξία της Χαντράς, όπως και η εγκατάλειψη του ξέφρενου χιούμορ του Morituri; Ή με τον θάνατο του ήρωά της, με τον τρόπο που συνέβη, βρήκε ένα ακόμη τρόπο να κατηγορήσει το τσαντόρ; Μετά από αυτό τον ύμνο στον έρωτα με το στόμα της Μουσαράτ γιατί αυτή η ματαίωση, που ουσιαστικά συνιστά ακύρωσή του;
  Άδηλαι αι βουλαί του συγγραφέα. Εμάς όμως το τέλος δεν μας ικανοποίησε καθόλου. Εξακολουθούμε όμως, παρ’ όλ’ αυτά, να είμαστε fan της Υασμίνα Χαντρά.
  Α, ναι, το ξέχασα, ήθελα να αναφέρω τις παρομοιώσεις σε σχέση με τη γυναικεία ομορφιά. «Τα μάτια της, μάτια ουρί…» (σελ. 61), «Και τα διάφανα λεπτά της χέρια, σαν χέρια ουρί, που τα φαντάζεται απαλά σαν χάδι» (σελ. 117). «Θέλω να δω το πρόσωπό σου, τ’ όμορφο, σαν πρόσωπο ουρί, πρόσωπό σου…» (σελ. 151).
  «Ήταν πολύ ωραία η Αμίρα, με δυο λακκάκια στα μάγουλα και μακριά μαλλιά ως την πλάτη, όμοια με ουρί του παραδείου» (σελ. 179). Όχι, αυτό είναι από το «Τι ονειρεύονται οι λύκοι».
  Όμως θέλω να παραθέσω ακόμη ένα απόσπασμα όπου υπάρχει η λέξη «ουρί». «Ένας από εμάς να υποκύψει στα τραύματά του, κι αμέσως έρχεται μια στρατιά ουρί, όμορφα σαν χίλιοι ήλιοι, για να τον δεχτούν» (σελ. 78).
  Με τα αποσπάσματα αυτά θέλω να φωτίσω κάποια σχόλια δικά μου σε post στο blog της φίλης της ange-ta. Τα παραθέτω.
  Το πρώτο: «Αλλά θα απαντήσω στην ange-ta. Κάνω copy and paste από το δικό σου: "Ο μουσουλμάνος, αν δεν βγάλει από το μυαλό του αυτή την θρησκεία, όπου ο παράδεισος είναι γεμάτος παρθένα ουρί, είναι μία χαμένη υπόθεση.". Το είδες; Ο Μωάμεθ ήξερε τι έχει στο μυαλό του ο άραβας, και γι αυτό του έταξε ουρί στον παράδεισο, πράγμα που δεν έταξε ο δικός μας χριστός, γι αυτό και εμείς είμαστε τόσο αμαρτωλοί, γιατί ο παράδεισος χωρίς ουρί δεν μας είναι και τόσο ελκυστικός, τις ωραίες γυναίκες, τις "αμαρτωλές", στην κόλαση θα τις συναντήσουμε.
  Νομίζω ότι κάνεις μεγάλο λάθος ότι η σεξουαλικότητα είναι το τελευταίο πράγμα στο φεμινιστικό κίνημα. Μια φεμινίστρια μουσουλμάνα δεν θα το έλεγε ποτέ αυτό, γιατί, σύμφωνα με το κοράνι (Ελένη, εσύ μου το είπες), πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι έτοιμη να πηδηχτεί από τον άντρα της, είτε έχει πονοκέφαλο είτε όχι, είτε γουστάρει είτε όχι. Και με τέτοια νοοτροπία, αμφιβάλλω αν ο άντρας ενδιαφέρεται και για τη δική της σεξουαλική ικανοποίηση».
  Το δεύτερο: «Τώρα το θυμήθηκα να κάνω ένα ακόμη σχόλιο. Είχα γράψει ότι οι μουσουλμάνοι έχουν το σεξ στο μυαλό τους. Ξαφνικά μου ήλθε η σύγκριση με το χριστιανισμό. Οι χριστιανοί στον παράδεισό τους περνάνε παρθενικά, ενώ οι μουσουλμάνοι πηδάνε τα ουρί (διάβασα κάτι της Γιασμίνα Χαντρά και μου ήλθε η ιδέα). Για να ξαναπηδήξουνε τις γυναίκες τους ούτε συζήτηση. Και οι γυναίκες μουσουλμάνες, για να πηδηχτούν με αρσενικά ουρί, δεν προβλέπεται. Έτσι λοιπόν, στον μουσουλμανικό παράδεισο οι άνδρες θα πηδάνε τα ουρί, αλλά οι γυναίκες θα τη βγάζουν αγάμητες».
  (Νομίζω ότι πρέπει να το σημειώσω, τώρα που αναρτώ τα κείμενα. Γράφτηκαν όλα στις διακοπές του Πάσχα, πριν την αποφράδα ημέρα της 2ης Μαϊου).
  Και γράφουμε και για το τελευταίο βιβλίο, το «Μερίδιο του νεκρού», που το διαβάσαμε μετά την αποφράδα ημέρα, και συγκεκριμένα στις 2-9-2007, μετά την πιο αποφράδα ημέρα (στο blog μου γράφω περισσότερα). Δεν μπόρεσα να γράψω τότε, δεν είχα την ψυχολογική διάθεση, και δοκιμάζω τώρα, μετά από 40 μέρες, σαν να πρόκειται για μνημόσυνο της ανάγνωσης εκείνης.
  Ενώ στο Morituri και στο «Τι ονειρεύονται οι λύκοι» η Χαντρά καταγγέλλει τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, στο «Μερίδιο του νεκρού» καταγγέλλει τη διαφθορά του επαναστατικού καθεστώτος που αποτίναξε τον αποικιοκρατικό ζυγό. Εδώ ξαναβρίσκει το χιούμορ του «Μοριτούρι», με φοβερά χιουμοριστικές ατάκες, τόσο στις μεταφορές του όσο και σε διάφορα άλλα εφέ, όπως υπερβολής, δισημίας κλπ. Να δώσουμε ένα δείγμα:
  «…τον παραμερίζω σαν κουρτίνα και διασχίζω την είσοδο με την παληκαριά μιας αρκούδας που περνάει από μια κατασκήνωση προσκόπων» (σελ. 68). «Καταρρέει ο κύριος Διευθυντής. Σαν γηραιά χήρα της υψηλής κοινωνίας που ανακάλυψε ένα ψίχουλο από μαύρο ψωμί στο τσουρέκι της» (σελ. 135) «Ο σερβιτόρος είναι τόσο αργός στις αντιδράσεις του που συχνά θυμάται τις πρωινές παραγγελίες αργά το βράδυ» (σελ. 185). «-Πρέπει οπωσδήποτε να πάρω τα λόγια σου τοις μετρητοίς; -Μου έχουν τελειώσει οι επιταγές» (σελ. 126).
  Πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα, με τον αστυνόμο Ιμπραήμ Λομπ να πρωταγωνιστεί και πάλι. Και όπως και το «Μοριτούρι», το έργο αυτό δεν είναι παρά μια μετωνυμία της πραγματικότητας, σύμφωνα με την κατά Roman Jakobson αντίληψη ότι η πεζογραφία δεν είναι παρά μια μετωνυμία της πραγματικότητας και η λυρική ποίηση μια μεταφορά της. Εδώ ταιριάζει γάντι αυτή η αντίληψη του Jakobson, αφού το στόρι είναι προσχηματικό για να μας δοθεί μια εικόνα της Αλγερίας μετά την απελευθέρωσή της από τους Γάλλους.
  Το έργο αυτό μου θύμισε τους «Σαμουράι» του Σουσάκου Έντο, για την τραγικότητα του μύθου του. Ο ήρωας αναλαμβάνει μια αποστολή, το πραγματικό νόημα της οποίας του διαφεύγει. Και ενώ ο σαμουράι, μετά την επιτυχή έκβαση της αποστολής του θανατώνεται, όπως ήταν το σχέδιο αυτών που του την ανάθεσαν, ο Λομπ δεν έχει το ίδιο τραγικό τέλος. Ένα ακόμη παράδειγμα της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης που είναι έρμαιο στα χέρια δυνάμεων που την υπερβαίνουν. Σαν ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα δίνω το «Οι Ρόζενκραντς και Γκίλντενστερν είναι νεκροί» του Tom Stoppard. Πρόκειται για τους συνοδούς του Άμλετ στην Αγγλία, οι οποίοι δεν ξέρουν το περιεχόμενο της επιστολής που κρατούν για τον βασιλιά. Η επιστολή γράφει να θανατωθεί ο Άμλετ άμα τη αφίξει, όμως ο Άμλετ την αλλάζει και γράφει να θανατωθούν οι συνοδοί. Το επεισόδιο αυτό επεξεργάζεται ο Στόπαρντ στο παραπάνω έργο του, που έχει γυριστεί και ταινία από τον ίδιο.
  Θα κλείσω την βιβλιοπαρουσίαση αυτή με τη δήλωση ότι η Γιασμίνα Χαντρά είναι ένας από τους λίγους συγγραφείς που με έχουν τόσο ενθουσιάσει.

Γιασμίνα Χαντρά, Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα (μετ. Γιάννης Στρίγγος), Καστανιώτης 2010, σελ. 364.

Μια ιστορία ματαιωμένου έρωτα με φόντο την Αλγερία πριν και κατά τον αγώνα για την εθνική της ανεξαρτησία

  Βαρέθηκα να συνοδεύω τη φίλη μου στα μαγαζιά του Mall και έτσι, όταν μπήκαμε σε ένα βιβλιοπωλείο, είπα να αγοράσω ένα βιβλίο και να την περιμένω διαβάζοντας σε κάποια καφετέρια. Μου σύστησε το Lattentat της Γιασμίνα Χαντρά.
  Με μάγεψε. Έτσι, όταν λίγο αργότερα ανακάλυψα ότι είχαν μεταφραστεί τα βιβλία της στα ελληνικά, τα πήρα και τα διάβασα όλα. Το μόνο που μου ξέφυγε, γιατί είχε εξαντληθεί και δεν επανεκδόθηκε, ήταν το «Ο ψυχοπαθής με το νυστέρι».
  Το Γιασμίνα Χαντρά είναι ψευδώνυμο. Πίσω από αυτό κρυβόταν ο Μωχάμεντ Μουλεσεχούλ (γ. 1955), αλγερινός στρατιωτικός, μέχρι που πήρε σύνταξη, το 2001 και κατέφυγε αυτοεξόριστος στη Γαλλία, για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Τότε αποκαλύφθηκε με το πραγματικό του όνομα. Διπλή μεταμφίεση: ψευδώνυμο, και μάλιστα γυναικείο.
  Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο της/του προβληματίστηκα πάνω στο ζήτημα της πρόσληψης. Τι ήταν αυτό που με μάγεψε στα βιβλία της Χαντρά, η λογοτεχνικότητα της γραφής ή το θέμα που πραγματεύεται; Ασφαλώς και τα δυο, όμως τι περισσότερο; Το θέμα στο «Τρομοκρατικό χτύπημα», το Lattentat, ήταν οι παλαιστίνιοι καμικάζι στο Ισραήλ. Στα «Χελιδόνια της Καμπούλ» ήταν οι ταλιμπάν. Στα υπόλοιπα μυθιστορήματα, η κατάσταση στην Αλγερία με την εξέγερση των ισλαμιστών, με εξαίρεση τις «Σειρήνες της Βαγδάτης», που πραγματεύεται την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.
  Σε όλα αυτά τα βιβλία το φόντο είναι αυτό που προβάλλει μέσα από τις ιστορίες που πραγματεύεται ο συγγραφέας, και νομίζω ότι είναι αυτό που με τράβηξε περισσότερο. Το συνειδητοποίησα όταν οι «Σειρήνες της Βαγδάτης» με απογοήτευσαν, γιατί δεν με βρήκαν σύμφωνο κάποιες ιδέες που εκφράζονται εδώ. Τώρα, με το «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα» έρχεται η επιβεβαίωση, αλλά με άλλο τρόπο. Το φόντο παύει πια να βρίσκεται σε πρώτο πλάνο (οξύμωρο, ας πούμε καλύτερα ότι ως «βάθος» βρίσκεται πολύ μακριά), απλά αποτελεί τον εκ των ων ουκ άνευ όρο στην αφήγηση μιας ιστορίας.
  Ο ήρωας του μυθιστορήματος που αφηγείται τη ζωή του σε πρώτο πρόσωπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα δείγμα του «ήρωα που βρίσκεται στη μέση του δρόμου» για τον οποίο μιλάει ο Λούκατς στο «Ιστορικό μυθιστόρημα».
  Η ιστορία ξεκινάει τη δεκαετία του ’30, στο Αλγέρι. Ο ήρωάς μας είναι ένα από τα δυο παιδιά μιας οικογένειας αγροτών. Όταν καταστρέφεται η σοδειά τους, έχοντας χρεοκοπήσει, εγκαταλείπουν τα χωράφια τους για να βρουν μια καλύτερη ζωή στο Οράν. Ζουν σε συνθήκες απίστευτης αθλιότητας, από τις οποίες δεν μπορούν να ξεφύγουν. Ο μόνος που θα ξεφύγει είναι ο ήρωάς μας, που θα τον υιοθετήσει ο αδελφός του πατέρα του, φαρμακοποιός. Θα φοιτήσει σε σχολείο, θα συναναστραφεί με γάλλους, και θα ζήσει τον ρατσισμό της απόρριψης από μια συμμαθήτριά του όταν αυτή θα μάθει ότι δεν είναι γάλλος αλλά άραβας. Μια γαλλίδα, ως άλλη Mrs Robinson (αναφέρομαι στην ταινία με τον Ντάστιν Χόφμαν) θα τον μυήσει στο σεξ, όμως αυτός δεν θα ενδώσει στον έρωτα της κόρης της, παρόλο που είναι κι αυτός ερωτευμένος μαζί της, αφού έχει υποσχεθεί στη μητέρα. Στο τέλος μάταια θα την αναζητήσει, είναι πια πολύ αργά. Αυτός ο ματαιωμένος έρωτας φαίνεται να είναι και η κύρια θεματική του μυθιστορήματος, στην εξέλιξη του οποίου παρακολουθούμε και τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο. Σ’ αυτόν τον δεύτερο ο ήρωάς μας, κάθε άλλο παρά ήρωας, θα συμμετάσχει ελάχιστα, και μάλιστα πιεσμένος. Ο ήρωας του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα είναι ένας φίλος του τότε που ζούσε στη φτωχογειτονιά. Ο ίδιος, ως θετός γιος ενός ευκατάστατου φαρμακοποιού, ως «βολεμένος», δεν θα ανακατευθεί στην εξέγερση. Θα βρεθεί «ανάμεσα», πράγμα που θα του δημιουργήσει προβλήματα, όχι όμως ιδιαίτερα σοβαρά. Στο τέλος θα τον βρούμε, μετά από χρόνια, να επισκέπτεται τον τάφο εκείνης της κοπέλας στη Γαλλία, καθώς και τους γάλλους φίλους του, που μετά την απελευθέρωση οδηγήθηκαν σε ένα βίαιο εκπατρισμό. Εκπατρισμό, όχι επαναπατρισμό, αφού αυτοί γεννήθηκαν στην Αλγερία, όπως και οι γονείς και οι παππούδες τους, μια και οι Γάλλοι είχαν κατακτήσει την Αλγερία το 1830. Ο προοδευτικός Καμύ, γαλλοαργερινός, είχε φανταστεί αυτή την εξέλιξη, γι αυτό και ήταν ενάντια στην ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας, σε αντίθεση με τον επίσης προοδευτικό Ζαν Πωλ Σαρτρ, που αυτός μόνο ως τουρίστας την είχε επισκεφθεί.
  Το τι βιογραφικό στοιχείο υπάρχει στο έργο (αυτοβιογραφικό σίγουρα όχι, αφού ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1955), αν δηλαδή κάποια από τα επεισόδια που αφηγείται συνέβησαν πραγματικά σε γνωστά ή άγνωστά του πρόσωπα, δεν μπορούμε να ξέρουμε. Όμως στο έργο εμφανίζονται και πραγματικά πρόσωπα, όπως ο Τζων Στάινμπεκ, ανταποκριτής εφημερίδας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μια και διάβασα πρόσφατα την βιογραφία του Καμύ από τον Ολιβιέ Τοντ, πάλι από τις εκδόσεις Καστανιώτη, μπορώ να ξέρω ότι και ο εκδότης Εντμόν Σαρλό και ο συγγραφέας Εμανουέλ Ρομπλές είναι πραγματικά πρόσωπα. Για τον Μαξ Πωλ Φουσέ, ότι ήταν συγγραφέας και δημοσιογράφος, μας πληροφορεί σε υποσημείωση ο μεταφραστής.
  Μπορεί να μη μας άρεσε ιδιαίτερα η πλοκή, μπορεί να θέλαμε το φόντο να βρίσκεται πιο κοντά μας, μπορεί να μην «ταυτιστήκαμε» ιδιαίτερα με τον ήρωα, που δεν έψαξε παρά ελάχιστα να βρει τους γονείς του και την αδελφή του, που θεωρήσαμε εντελώς ανόητη την υπόσχεση που έδωσε στη μητέρα και να χάσει έτσι την κοπέλα που αγαπούσε, όμως ο Μουλεσεχούλ είναι πολύ καλός λογοτέχνης. Στα πρώτα έργα θαυμάσαμε το χιούμορ του, εδώ τη γλαφυρότητα των περιγραφών του και κάποιες καταπληκτικές μεταφορές («Τα αεικίνητα χέρια της διέγραφαν τεράστιες ψευδαισθήσεις στο κενό», σελ. 125). Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την βιβλιοπαρουσίαση με μια μικρή περίοδο από το βιβλίο, που αποτελεί μια υπόδειξη για όλους μας: «την άλλη μέρα, πρωί πρωί, πήρα το λεωφορείο και επέστρεψα στο Ρίο, αποφασισμένος να ξεριζώσω την καρδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια αν έπιανα ξανά τον εαυτό μου να κλαίει τη μοίρα του» (σελ. 253).

Τίτλος: «Οι σειρήνες της Βαγδάτης»
Συγγραφέας: Γιασμίνα Χαντρά
Μετάφραση: Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις:
Καστανιώτης 2008
Σελίδες: 325


  Με μεγάλο ενθουσιασμό διάβασα το «Τρομοκρατικό κτύπημα» της Γιασμίνα Χαντρά, και έγινα αμέσως φαν του συγγραφέα Μωχάμεντ Μουλεσεχούλ, πρώην στρατιωτικού που για ευνόητους λόγους έγραφε με αυτό το γυναικείο ψευδώνυμο και εξακολουθεί να γράφει, μια και με αυτό καθιερώθηκε. Διάβασα όλα τα βιβλία του, με εξαίρεση ένα που έχει εξαντληθεί, και έκανα μια συλλογική παρουσίαση στο Λέξημα.
  Και ενώ όλα τα προηγούμενα βιβλία του με ενθουσίασαν, αυτό εδώ μου δημιούργησε μια κάποια αμηχανία. Αντιισλαμιστής από μια φεμινιστική οπτική, συμμεριζόμουν τον αντιισλαμισμό του. Στις «Σειρήνες της Βαγδάτης» όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο αντιισλαμισμός έχει εξαφανιστεί, και το μόνο που μένει είναι η καταδίκη των τυφλών τρομοκρατικών κτυπημάτων που έχουν σαν θύματα αθώους πολίτες.
  Αντιμετώπισα ακόμη δυο προβλήματα, που παρουσιάζονται συχνά σε μια αφήγηση.
  Το πρώτο: Ποιες από τις απόψεις των ηρώων συμμερίζεται ο συγγραφέας, ή διαφορετικά, ποιες απόψεις του βάζει στο στόμα των ηρώων του;
  Ο Σαγιέντ είναι φερέφωνο του συγγραφέα; Το κατηγορητήριο κατά της Δύσης, στις σελίδες 188-191, είναι κατηγορητήριο του συγγραφέα ή μόνο του ήρωά του; Διότι εδώ βλέπουμε μια αντιστροφή του οριενταλισμού του Σαΐντ, τα στερεότυπα που έχουν οι μουσουλμάνοι για τη Δύση, και που δεν υπάρχει λόγος να τα παραθέσουμε εδώ.
  Διαβάζουμε κάπου:
  «-Εγώ ξέρω τι σημαίνει να δει κανείς τον πατέρα που λατρεύει σαν θεό με τα αχαμνά σε κοινή θέα, επειδή τον πέταξε κάτω ένας κάφρος [πεζοναύτης σε έρευνα στο σπίτι του ήρωα]….
  Αλλά ένας πεζοναύτης δεν το ξέρει. Δεν μπορεί να αναλογιστεί το μέγεθος της ιεροσυλίας. Στο δικό του κόσμο, ξαποστέλνουν τους γονείς στα γηροκομεία και τους ξεχνούν εκεί σαν να μην έχουν την παραμικρή σημασία…» (σελ. 188).
  Όχι μόνο ο πεζοναύτης, αλλά και ο δυτικός αναγνώστης. Πρόκειται για διαφορά κουλτούρας. Θεωρείται ταμπού να δει ο μουσουλμάνος τα γεννητικά όργανα του πατέρα του. Επειδή ο ήρωας τα είδε όταν ο πεζοναύτης έσπρωξε βάναυσα τον πατέρα του και έπεσε στο έδαφος, ένιωσε ιερή αγανάκτηση και πήγε στη Βαγδάτη για να πάρει την εκδίκησή του, μπαίνοντας στην αντίσταση. Και θυμάμαι εδώ μια από τις βρισιές του ήρωα στο μυθιστόρημα του Αμαντού Κουρουμά, «Ο Αλλάχ δεν είναι υποχρεωμένος» (Μεταίχμιο 2000) που παρουσιάσαμε στο blog μας: Φαφαρό, που σημαίνει «του πατέρα μου το πράμα». Κι εμείς χρησιμοποιούμε την ίδια βρισιά, αλλά μιλώντας για το δικό μας πράμα.
  Κάνω τη σκέψη μήπως το οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι πιο ισχυρό στον αραβικό κόσμο από ότι στο δικό μας. Το παραπάνω ταμπού ίσως να μην είναι παρά μια άμυνα στην ασυνείδητη επιθυμία του αγοριού να σκοτώσει τον πατέρα του και να του αρπάξει τη μητέρα, έναν πατέρα-αφέντη και μια μητέρα με την οποία αναπτύσσει ισχυρούς λιμπιντικούς δεσμούς, όπως μας μαρτυρεί και η αυτοβιογραφία της Αλεξάνδρας Σιμεωνίδου «Εφιαλτικές νύχτες στην έρημο της Αραβίας» (Λιβάνης 2004)
  Θα ανατρέψω εδώ το αραβικό στερεότυπο περί γηροκομείου αναφέροντας την προσωπική μου περίπτωση. Δεν έβαλα τον πατέρα μου στο γηροκομείο. Τα εννιά τελευταία χρόνια της ζωής του (πέθανε 94 χρονών, το 1997) τα πέρασε στο σπίτι μου, μια και γέρος καθώς ήταν δεν μπορούσε πια να μένει μόνος στο σπίτι μας στην Κρήτη. Δεν είχε λοιπόν άλλη επιλογή παρά τη «φυλακή» του διαμερίσματος στην Αθήνα. Τα τρία τέσσερα τελευταία χρόνια που είχε καταπέσει δεν μπορούσε να κάνει μόνος του μπάνιο. Του έκανα εγώ. Έτσι είδα πολλές φορές το πράγμα του. Και αναρωτιέμαι τι γίνεται στον μουσουλμανικό κόσμο, όταν ο γέρος καταπέσει και έχει πεθάνει η γυναίκα του: τον αφήνουν άπλυτο τα παιδιά του, ή φωνάζουν τον γείτονα; Γιατί δεν πιστεύω να έχουν όλοι την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν κάποιον γι αυτή τη δουλειά. Ή μήπως τον στέλνουν στο γηροκομείο;
  Και περνάμε στο δεύτερο πρόβλημα.
  Υπάρχει ένας ασυνείδητος μηχανισμός ταύτισης με τα πρόσωπα που εμφανίζονται συχνότερα στη σκηνή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως εγώ δυσκολεύτηκα να ταυτιστώ με τον ήρωα. Ο λόγος της στράτευσής του στην αντίσταση, αυτός που αναφέραμε πιο πριν, μπορεί να είναι απόλυτα δικαιολογημένος από τη δική του κουλτούρα, όχι όμως και από τη δική μου. Έτσι ο έλεος, η συμπόνια για τον ήρωα, που υπάρχει σε πολλές «αφηγήσεις» και όχι μόνο στην τραγωδία, δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Στο τέλος βέβαια υπάρχει η κάθαρση, που όμως και αυτή δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, κι αυτό γιατί συντελείται στη βάση μιας συνειδησιακής μεταστροφής που δεν φαίνεται ιδιαίτερα πειστική: ο ήρωας, περιμένοντας στην αναμονή το αεροπλάνο που θα τον πάει στην Ευρώπη για να σκορπίσει τον θανατηφόρο ιό που κουβαλάει μέσα του, μετανιώνει την τελευταία στιγμή βλέποντας τους αθώους, αμέριμνους επιβάτες. Ακόμη λιγότερο πειστική μας φαίνεται η δεύτερη συνειδησιακή μεταστροφή, του δόκτορα Τζαλάλ, που από πολέμιος των ισλαμιστών γίνεται ένθερμος υποστηρικτής τους, όταν συνειδητοποιεί ότι η Δύση τον «χρησιμοποιεί». Αυτό το πρόβλημα της συνειδησιακής μεταστροφής είναι ιδιαίτερα δύσκολο στο χειρισμό του, και ελάχιστοι το αντιμετωπίζουν με επιτυχία. Η Γιασμίνα Χαντρά κατά τη γνώμη μου δεν είναι απ’ αυτούς.
  Ο αναγνώστης κουβαλάει κατά την ανάγνωση τις δικές του αντιλήψεις και προκαταλήψεις. Οι περισσότεροι είναι ενάντια στην αμερικάνικη κατοχή στο Ιράκ, και ιδιαίτερα εμείς οι Έλληνες που περάσαμε τη δική μας κατοχή με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Δυσκολεύομαι όμως να ταυτιστώ με την ιρακινή αντίσταση, καθώς εμφορείται από το φονταμενταλιστικό ισλαμικό πνεύμα. Στην εκπομπή του Κούλογλου ακούω μέλος τη ιρακινής αντίστασης να λέει ότι θέλει να γίνει μάρτυρας για να πάει στον παράδεισο όπου τον περιμένουν, όχι ένα και δύο, αλλά 72 ουρί. Τελικά φαίνεται ότι πιο αποτελεσματική είναι η θρησκεία που τάζει περισσότερα στον άλλο κόσμο. Σε σχέση με τον δικό μας, χριστιανικό ασεξουαλικό παράδεισο, ο μουσουλμανικός παράδεισος αποτελεί όντως μια πρόοδο, ακόμη και αν δεν προβλέπει τίποτα για τις γυναίκες. Αλλά η γυναίκα στο ισλάμ είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για να το ανοίξουμε εδώ.
  Η Χαντρά, με θητεία στο αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι ένας ικανότατος αφηγητής που προσφέρει πάντα στα έργα της μια συναρπαστική πλοκή. Και οι «Σειρήνες της Βαγδάτης» δεν αποτελούν εξαίρεση. Παρά τις παραπάνω ενστάσεις μας δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν πρόκειται για ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, που η ανάγνωσή του αποζημιώνει. 

Γιασμίνα Χαντρά, Ο Όλυμπος των αποκλήρων (μετ. Γιάννης Στρίγγος), Καστανιώτης 2011, σελ. 167.
  Ένα ακόμη συναρπαστικό μυθιστόρημα του Αλγερινού συγγραφέα, που έχει σαν θέμα του τη ζωή κάποιων περιθωριακών
  Κατ’αρχάς να ξεκινήσουμε με τη διευκρίνιση πώς πίσω από το ψευδώνυμο Γιασμίνα Χαντρά κρύβεται ο Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ (γεν. 1955), αξιωματικός του Αλγερινού στρατού που για λόγους ασφαλείας προτίμησε να υπογράφει τα βιβλία του με γυναικείο ψευδώνυμο. Μόλις το 2001 αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, όταν εγκατέλειψε το στρατό και κατέφυγε στη Γαλλία εξόριστος. Όπως διαβάζουμε στη Βικιπαίδεια, «η ανωνυμία ήταν ο μοναδικός τρόπος για να επιβιώσει κατά τη διάρκεια του Αλγερινού Εμφυλίου Πολέμου». Στη συνέχεια έχουμε μια ένσταση ως προς τον τονισμό του ονόματος όπως γράφεται στο βιογραφικό του συγγραφέα στο αυτί του βιβλίου, Χάντρα αντί Χαντρά. Όχι γιατί οι γαλλικές λέξεις τονίζονται στη λήγουσα, αλλά γιατί η λέξη χαντρά στα αραβικά σημαίνει πράσινο. Μου θυμίζει μια συνάδελφο σε ένα συνέδριο από την Τουρκία, που μου είπε «είσαι ο μόνος που τονίζει το όνομά μου σωστά». Την έλεγαν Σεβντά, αγάπη. Όλοι οι άλλοι την φώναζαν Σέβντα.
  Γιασμίνα Χαντρά λοιπόν, πράσινο γιασεμί.
  Ο Γιασμίνα Χαντρά (βάζουμε το αρσενικό άρθρο όπως το βλέπουμε και στο βιογραφικό του), ενώ στα προηγούμενα έργα του περιφέρει την πλοκή του σύμφωνα με τη θεματική της στους αντίστοιχους γεωγραφικούς χώρους (η πλοκή στο «Τρομοκρατικό κτύπημα» με θέμα την τρομοκρατία τοποθετείται στο Ισραήλ, στα «Χελιδόνια της Καμπούλ» με θέμα την καταπίεση της γυναίκας στο Ισλάμ στο Αφγανιστάν, στις «Σειρήνες της Βαγδάτης» με θέμα την αντίσταση κατά των Αμερικανών στο Ιράκ), εδώ η πλοκή με θέμα τους «απόκληρους» τοποθετείται στις παρυφές μιας ανώνυμης πόλης, που θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε αραβική πόλη, αφού κάποια πρόσωπα του μυθιστορήματος έχουν όχι ψευδώνυμα αλλά αραβικά ονόματα. Ακόμα και το ψευδώνυμο του κεντρικού ήρωα, του Ας, σημαίνει στα αραβικά «αυτός που έχει ζήσει».
  Έχουμε ξανασυναντήσει ομάδες περιθωριακών στη λογοτεχνία. Πρόχειρα μου έρχεται στο μυαλό η «συμμορία της κόκκινης Λέλας» στο «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» της Ευγενίας Φακίνου. Θυμάμαι επίσης την θαυμάσια ταινία του Ακίρα Κουροσάβα με τίτλο «Ντοντεσκαντέν», που στα ελληνικά αποδόθηκε ως «Η γειτονιά των καταφρονεμένων», καθώς και την μαροκινή ταινία «Αλί Ζάουα, ο πρίγκιπας των δρόμων» του Nabil Ayouch. Όμως στο έργου του Χαντρά υπάρχει μια πρωτοτυπία: Ενώ οι περιθωριακοί συνήθως εντοπίζονται άστεγοι στους δρόμους ή στις παραγκουπόλεις στις παρυφές τριτοκοσμικών πόλεων, ο Χαντρά τοποθετεί τους δικούς τους περιθωριακούς αρκετά έξω από την πόλη, σε μιαν αλάνα. Οι δικοί του περιθωριακοί δεν ζουν σε παράγκες, αλλά σε εγκαταλειμμένα κοντέινερ ή σε σπηλιές. Κατά τα άλλα κουβαλάνε τις ψυχικές και σωματικές παραμορφώσεις που έχουν συνήθως οι περιθωριακοί. Όμως οι περιθωριακοί του Χαντρά έχουν την πεποίθηση ότι η πόλη είναι ένας πολύ επικίνδυνος τόπος για να ζήσει κανείς. Εδώ είναι χορ, δηλαδή ελεύθεροι.
  Ξάφνου εμφανίζεται από το πουθενά ο Μπεν Αντάμ, που σημαίνει «Ο υιός του ανθρώπου». Είναι μια βιβλική φυσιογνωμία, που φαίνεται να ξέρει τα πάντα για όλους τους. Όλοι ακούν μαγεμένοι τα λόγια του. Προσπαθεί να τους εμφυσήσει αισιοδοξία. Η ζωή που κάνουν είναι μια ζωή παραίτησης. Πρέπει να προσπαθήσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
  Κάποια μέρα εξαφανίζεται πίσω από τους λόφους. Όμως τα λόγια του έχουν ριζώσει σε κάποιους. Ένας από αυτούς είναι και ο Τζούνιορ. Ο Ας, ο προστάτης του, θα τον ενθαρρύνει να πάει στην πόλη, μήπως ξαναφτιάξει τη ζωή του. Κάποιοι άλλοι όμως δεν συμμερίζονται την αισιοδοξία του.
  Ο Τζούνιορ κάποια στιγμή θα επιστρέψει. Είναι κουλός από το ένα χέρι. Στην πόλη τον συνέλαβαν για αλητεία, τον φυλάκισα και τον έστειλαν σε καταναγκαστική εργασία. Εκεί κόντεψε να σκοτωθεί σε ένα ατύχημα που του στοίχισε το χέρι του. Όλοι κατηγορούν τον Ας. Και ο ίδιος νοιώθει ένοχος.
  Το μυθιστόρημα είναι εντελώς απαισιόδοξο. Φαίνεται να λέει πώς της γης οι κολασμένοι δεν έχουν σωτηρία. Είναι καταδικασμένοι να επιλέξουν ή τη Σκύλλα της πόλης ή τη Χάρυβδη μιας αλάνας μακριά απ’ αυτή.
  Ο Ας στο τέλος θα εγκαταλείψει την αλάνα. Ο Τζούνιορ θα χάσει τον προστάτη του. Ο Χαντρά μας τον παρουσιάζει στο τέλος του έργου να συλλογίζεται τη ζωή στην πόλη και τον εφιάλτη των καταναγκαστικών έργων στα νταμάρια. Και ο συγγραφέας τελειώνει το μυθιστόρημά του μιλώντας γι’ αυτόν: «Κι απ’ το μυαλό του Τζούνιορ δεν θα ξαναπεράσει ποτέ η ιδέα να ξαναφτιάξει τη ζωή του».
  Όμως υπάρχει και μια ατάκα, αισιόδοξη στην απαισιοδοξία της, λίγο μετά τη μέση του μυθιστορήματος. Την απευθύνει ο Ας στον Τζούνιορ. «Η ζωή αξίζει, παρ’ όλα τα βάσανα, Τζούνιορ. Αξίζει να τη ζήσει κανείς» (σελ. 115). Αξίζει να κλείσουμε αυτή την παρουσίαση μ’ αυτά τα λόγια.

Γιασμίνα Χαντρά, Εξίσωση θανάτου (μετ. Γιάννης Στρίγγος), Καστανιώτης 2012, σελ. 323

Ο Γιασμίνα Χαντρά είναι ένας συγγραφέας που παρακολουθούμε. Έχουμε διαβάσει όλα τα έργα του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά εκτός από το «Ο ψυχοπαθής με το νυστέρι» το οποίο οι εκδώσεις Καστανιώτη δεν επανέκδωσαν. Πρώτα πρώτα γράψαμε για το «Τρομοκρατικό κτύπημα», και στην ίδια ανάρτηση για τα προηγούμενά του τα οποία διαβάσαμε όμως μετά. Στη συνέχεια διαβάσαμε και γράψαμε ξεχωριστά για τις «Σειρήνες της Βαγδάτης», τον «Όλυμπο των αποκλήρων» και «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα».
Ας μιλήσουμε πρώτα πρώτα για τον τίτλο, «Εξίσωση θανάτου». Το έργο δεν έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, πράγμα που μου επιτρέπει χρεώσω (ή να πιστώσω, ανάλογα πως το βλέπει κανείς) τη μετατροπή του γαλλικού τίτλου L'Équation africaine σε «Εξίσωση θανάτου» στον εκδοτικό οίκο.
Ο ιδεοψυχαναγκασμός μου να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα με έχει εγκαταλείψει, ή ίσως εγώ τον έχω εγκαταλείψει, έχοντας, πιστεύω, πείσει τους αναγνώστες μου ότι περνάει στα κείμενα ερήμην των συγγραφέων, δηλαδή εντελώς ασυνείδητα. Είναι σαν να ρέει στις φλέβες μας, ή σαν να βρίσκεται μέσα στα γονίδιά μας.
Ο άλλος ιδεοψυχαναγκασμός μου όμως δεν με έχει εγκαταλείψει, να υπογραμμίζω τις συμπτώσεις.
Την «Αφρικανική εξίσωση» όπως είπαμε ότι είναι ο γαλλικός τίτλος του μυθιστορήματος την ανακάλυψα τυχαία. Θα μπορούσα να την είχα επισημάνει πριν τρία χρόνια, όταν εκδόθηκε. Την ανακάλυψα μόλις τώρα, μια περίοδο που βλέπω Αφρικανούς σκηνοθέτες, σκηνοθέτες της μαύρης Αφρικής. Έχω ήδη παρουσιάσει τους Souleymane Cissé, Abderrahmane Sissako, Ousmane Sembène, Idrissa Ouedraogo, Djibril Diop Mambéty, Med Hondo και Cheick Oumar Sissoko, καθώς και τις ταινίες για την Αφρική του Jean Rouch, του Pascal Plisson και του Alain Renais. Επίσης πριν λίγες μέρες διάβασα το «Τόντα Ράμπα» του Καζαντζάκη στο οποίο ο ομώνυμος ήρωάς του, Αφρικανός, μπροστά στο φέρετρο του Λένιν φαντασιώνεται τον τόπο του, την Αφρική, αποικιοκρατούμενη τότε κατά το μεγαλύτερο μέρος της.
Ο Χαντρά τοποθετεί τις υποθέσεις των μυθιστορημάτων του σε περιοχές οι οποίες μαστίζονται από διάφορα προβλήματα, πράγμα που συχνά φαίνεται και από τους τίτλους. Εκτός από την πατρίδα του την Αλγερία έχει γράψει μυθιστορήματα για το Ισραήλ («Τρομοκρατικό κτύπημα»), το Ιράκ («Οι σειρήνες της Βαγδάτης») και το Αφγανιστάν («Τα χελιδόνια της Καμπούλ»). Στη συνέχεια ήταν η Αφρική.
Οι κεντρικοί ήρωες δεν είναι Αφρικανοί. Ο δόκτορ Κουρτ Κράουσμαν είναι Γερμανός. Με τον πάμπλουτο φίλο του Χανς Μάκενροτ κάνουν ένα ταξίδι αναψυχής. Με το ιστιοφόρο του Χανς, έχοντας ως πλήρωμα έναν Φιλιππινέζο, περνάνε το Σουέζ και κατευθύνονται προς τις ακτές της ανατολικής Αφρικής. Έξω από τις σουδανικές ακτές καταλαμβάνουν το σκάφος τους πειρατές και τους αιχμαλωτίζουν. Τους οδηγούν σε ένα καταφύγιο όπου συναντούν έναν γάλλο ανθρωπολόγο, τον Μπρούνο, επίσης αιχμάλωτό τους. Μέσα από τις περιπέτειες που περνάνε μαθαίνουμε για την κατάσταση της Αφρικής σε ένα ιδιαίτερα «πολυφωνικό» μυθιστόρημα, για να θυμηθούμε τον Μιχαήλ Μπαχτίν. Ξεχωριστή είναι η «φωνή» του Ζομά, που πριν μεταμορφωθεί σε αιμοσταγή πειρατή ήταν ένας ευαίσθητος ποιητής του οποίου η ποιητική συλλογή «Το μαύρο φεγγάρι» (θα διαβάσουμε δυο ποιήματά της) είχε τύχει ιδιαίτερα ευνοϊκής αποδοχής από κριτικούς και κοινό, και είχε μάλιστα βραβευθεί. Το μίσος του για τους νεοαποικιοκράτες λευκούς και τα τσιράκια τους (τι λέω τώρα) τον οδήγησε να παρατήσει το ραφτάδικό του, και με τον παραγιό του να προσχωρήσουν στο αντάρτικο.
Την περιοχή λυμαίνονται διάφορες ομάδες, που δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσεις ποιες είναι αντάρτικες και ποιες κοινές ληστοσυμμορίες. Εξάλλου και μέσα στις αντάρτικες ομάδες δεν είναι ξεκάθαρα τα κίνητρα του καθενός.
Οι αντάρτες πόλεων ληστεύουν τράπεζες για να χρηματοδοτήσουν τον αγώνα τους. Οι αφρικανοί αντάρτες πιάνουν ευρωπαίους ως όμηρους για να χρηματοδοτήσουν με τα λύτρα τον δικό τους αγώνα. Στη συγκεκριμένη ομάδα όμως οι αρχηγοί την κοπάνησαν με το παραδάκι αφήνοντας μόνο και έρημο τον Ζομά. Δεν θέλει να το πιστέψει, όμως το πιστεύουν οι τέσσερις άντρες που του έμειναν εκτός από τον παραγιό του, ο οποίος είναι ο μοναδικός που φαίνεται να μην έχει χάσει την ανθρωπιά του. Όταν οι τέσσερις αυτοί το σκάνε με ένα τζιπ, τα πράγματα παίρνουν μια δραματική τροπή που οδηγεί στο θάνατο του Ζομά και του παραγιού του.
Ο Κουρτ και ο Μπρούνο – μια άλλη «φωνή» που εκφράζεται γεμάτη θαυμασμό για την Αφρική – είναι επιτέλους ελεύθεροι. Όμως θα περάσουν μια καινούρια περιπέτεια πριν καταφέρουν να φτάσουν σε ένα στρατόπεδο προσφύγων.
Εκεί τον Μπρούνο θα τον εντοπίσει η σύντροφός του και πρόκειται να συναντηθούν σύντομα. Κυκλοφορούσε χρόνια χωρίς χαρτιά, όμως θα καταφέρει να πάρει καινούρια από τη γαλλική πρεσβεία και έτσι θα μπορεί να μείνει στην αγαπημένη του Αφρική.
 Ο Κουρτ θα συναντήσει την Έλενα που εργάζεται για τους πρόσφυγες. Το ειδύλλιο αναπτύσσεται, αλλά δεν φαίνεται να έχει μέλλον μια και ο Κουρτ θα επαναπατριστεί. Γυρνάει στην πατρίδα του, και βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κατάθλιψη.
Γιατί;
Διότι και το ταξίδι που του πρότεινε ο φίλος του – ο οποίος τελικά θα σκοτωθεί σε μια συμπλοκή των ανταρτών με κυβερνητικές δυνάμεις οι οποίες δεν είχαν αντιληφθεί ότι ανάμεσά τους υπήρχε και ένας όμηρος – ήταν για να τον βγάλει από την κατάθλιψη στην οποία είχε βυθιστεί μετά την αυτοκτονία της γυναίκας του.
Η αυτοκτονία της μου φαίνεται σαν αδυναμία στο μυθιστόρημα.
Η γυναίκα αυτή, όπως και η γυναίκα του γιατρού (παρεμπιπτόντως και ο Κουρτ είναι γιατρός) στο «Τρομοκρατικό κτύπημα», κάτι του κρύβει. Εκείνη, την συμμετοχή της στο παλαιστινιακό αντιστασιακό κίνημα που την οδήγησε να ζωστεί εκρηκτικά και να σκορπίσει το θάνατο. Αυτή, την τρικλοποδιά που της έβαλαν στη δουλειά με αποτέλεσμα να χάσει μια προνομιακή διευθυντική θέση για την οποία όλοι την θεωρούσαν φαβορί.
Μα είναι δυνατόν να είναι τόσο ερωτευμένοι και να του κρύβει ένα τέτοιο πρόβλημα; Και προπαντός είναι δυνατόν να του κρύβει το ψυχολογικό λούκι που περνάει, ακόμη και αν δεν τον αγαπάει; Αυτός, βλέποντάς την απόμακρη και μη ξέροντας το λόγο, βρίσκεται όλο αυτό το διάστημα σε φοβερή ανησυχία.
Εν τάξει, σ’ αυτές τις περιπτώσεις λέω πάντα «Ήταν στραβό το κλήμα, το ’φαγε κι ο γάιδαρος», εννοώντας με το κλήμα μια προδιάθεση στην κατάθλιψη. Όμως μυθιστορηματικά δεν πείθει. Νομίζω ο Χαντρά παρασύρθηκε από το «Τρομοκρατικό κτύπημα», που είχε τέτοια επιτυχία ώστε γυρίστηκε και ταινία. Ο θάνατος της γυναίκας του σε ένα ατύχημα, ένα τροχαίο για παράδειγμα, και μάλιστα για το οποίο ο ίδιος θα ήταν υπεύθυνος, θα με έπειθε περισσότερο για την κατάθλιψή του.
Αναφέρθηκα στον Καζαντζάκη πιο πάνω. Έχω γράψει πάρα πολλές κριτικές για βιβλία του, και βάζοντάς τις πρόσφατα στη φόρμα με την οποία εξέδωσα το «Μυστικό των εξωγήινων» είδα ότι πιάνουν 130 τόσες σελίδες, δηλαδή κάλλιστα θα μπορούσαν να εκδοθούν σε ένα μικρό τόμο. Ελπίζω αυτό να γίνει κάποια στιγμή.
Σε μια τουλάχιστον απ’ αυτές τις κριτικές έχω αναφερθεί στον «ηρωικό πεσιμισμό» του Καζαντζάκη. Έναν ανάλογο ηρωικό πεσιμισμό βλέπω και στον Χαντρά. Η διαφορά είναι ότι ο ηρωικός πεσιμισμός του Καζαντζάκη είναι μεταφυσικός. Πρέπει να αγωνιζόμαστε για μια ζωή που κανένα υπερπέραν δεν της δίνει νόημα ώστε να τη νοηματοδοτήσουμε εμείς. Υπαρξιστική αντίληψη, αν δεν ήταν τόσο απαισιόδοξη («δεν ελπίζω τίποτα…»). Εξάλλου ο υπαρξισμός (του Σαρτρ τουλάχιστον) μιλάει για νοηματοδότηση της ζωής μέσω των επιλογών που κάνουμε και όχι μέσω του αγώνα, χωρίς να τον αποκλείει φυσικά.
Ο ηρωικός πεσιμισμός του Χαντρά δεν είναι καθόλου μεταφυσικός. Ο πεσιμισμός του δεν οφείλεται στη μεταφυσική έλλειψη νοήματος της ζωής αλλά στα βάσανα που περνάει ο σύγχρονος άνθρωπος, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Και το ηρωικός;
Παραθέτω ένα απόσπασμα από το «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα», και με το οποίο κλείνω τη βιβλιοπαρουσίασή μου:
«Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, πήρα το λεωφορείο και επέστρεψα στο Ρίο, αποφασισμένος να ξεριζώσω την καρδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια αν έπιανα ξανά τον εαυτό μου να κλαίει τη μοίρα του» (σελ. 253).
Και από το παρόν βιβλίο:
«Ο Αφρικανός ξέρει πως η ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό του. Η θλίψη, οι χαρές και η αρρώστια είναι απλώς μαθήματα. Ο Αφρικανός παίρνει τα πράγματα όπως έρχονται, χωρίς να τους δώσει μεγαλύτερη σημασία απ’ όση αξίζουν. Μπορεί να πιστεύει πως υπάρχουν θαύματα, αλλά δεν απαιτεί να τα δει να γίνονται κιόλας. Αρκείται στον εαυτό του, καταλαβαίνετε; Η σοφία του αντισταθμίζει τις αντιξοότητές του» (σελ. 214). Είναι η «φωνή» του Μπρούνο.
Και ένα ακόμη, του Ζομά του ποιητή, με το οποίο και τελειώνει το βιβλίο.
«Ζήσε το κάθε σου πρωινό σα να ’τανε το πρώτο
Τύψεις, κακά, στο παρελθόν ας φύγουν με τ’ αγέρι
Ζήσε την κάθε μέρα σου σαν να ’ταν τελευταία
Γιατί τι φέρνει το αύριο κανείς μας δεν το ξέρει».
Θα μπορούσα να αναφέρω και κάποιο ανάλογο απόσπασμα από ένα μεγάλο φιλόσοφο ή συγγραφέα, θα ήταν πιο σικ, αλλά δεν μου έρχεται στο νου. Μπορεί και να μην ξέρω. Στο νου μου όμως έρχεται η λαϊκή σοφία (να τονε πάλι ο δεκαπεντασύλλαβος), ελληνική σοφία αυτή τη φορά, που λέει: Και με τα χίλια βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά ’ναι.
Πρέπει να την έχουμε πάντα σαν οδηγό, ιδιαίτερα αυτή την εποχή της κρίσης.
Θέλοντας να μας εμπνεύσει την αγάπη για τη ζωή παρά τα τόσα βάσανά της ο Χαντρά δίνει αισιόδοξο τέλος στην ιστορία του. Ο Κουρτ παίρνει ένα e-mail από την Έλενα, «κρυπτογραφικό» αλλά ξεκάθαρο στο νόημα: «Σ’ αγαπώ». Απαντάει αμέσως: «Έρχομαι».
Και πήγε.
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς δεν ξέρουμε ακόμη, είναι Δευτέρα πρωί 13-7-2015, και το eurogroup δεν έχει αποφασίσει ακόμη για τη μοίρα μας

Post a Comment