Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας (μετ. Αργυρώ Μαντόγλου), Ψυχογιός 2017, σελ. 319
Είναι το τρίτο
μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro,
και το δεύτερό του που διαβάζω, μετά τα «Νυχτερινά».
Χωρίς μείζονα
σασπένς, με μια θεματική που εμένα σαν έλληνα δεν με ενδιέφερε (ο Butler αφήνεται αμετάφραστος,
έχει πολλά καθήκοντα μου λέει το chatgpt, αλλά εδώ το κύριό του είναι υπεύθυνος προσωπικού), βρήκα
εντούτοις ενδιαφέρουσες τις αφηγηματικές του τεχνικές.
Η αφήγηση,
πρωτοπρόσωπη, κινείται σε δυο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι το τώρα, με τον
χρόνο της αφήγησης (ΧΑ) συχνά να υπολείπεται μόνο λίγα λεπτά από το χρόνο της
ιστορίας (ΧΙ).
«Πριν από λίγα
λεπτά, εντελώς τυχαία, λίγο μετά το άναμμα των φώτων, εκεί που ήμουν καθισμένος
στο παγκάκι…» (σελ. 315).
Το τώρα αναφέρεται
κυρίως σε μια πενθήμερη (όχι πενταήμερη που λένε οι μαθητές μας) εκδρομή. Το
δεύτερο επίπεδο είναι αναμνήσεις από την εποχή του μεσοπολέμου που δούλευε σαν
μπάτλερ στο Ντάρλινγκτον Χολ του Λόρδου Ντάρλινγκτον. Μετά
τον θάνατό του αγοράστηκε από τον κύριο Φάραντεϊ, έναν αμερικάνο λεφτά.
Ακόμη:
Δίνει ένα μεγάλο
ρεαλισμό στη γραφή με το να «προφασίζεται» συχνά ότι δεν είναι σίγουρος για την
ακρίβεια της ανάμνησης: «Αλλά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, πιστεύω πως μπορεί να
έχω μπερδευτεί λιγάκι∙ πως, στην πραγματικότητα, αυτό το θραύσμα της ανάμνησης
να προέρχεται από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ένα άλλο βράδυ…» (σελ. 275).
Οι διαφορές ανάμεσα
στους δυο ιδιοκτήτες:
Ο λόρδος ήταν όντως
ευγενής. Το χρηματικό δεν τον απασχολούσε, είχε πολυάριθμο προσωπικό, και ήταν
ένας έντιμος, ευσυνείδητος άνθρωπος, με καλές προθέσεις. Ο άλλος, ο λεφτάς,
μείωσε το προσωπικό στα τέσσερα άτομα, και ο μπάτλερ έπρεπε να το διαχειριστεί
αυτό όσο πιο καλά μπορούσε, δηλαδή να βγάζουν τη δουλειά που έβγαζε το παλιό
προσωπικό. Κοντολογίς, τους έβγαζε το λάδι.
Πολλές σελίδες
αναλώνονται στην περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχει ένας μπάτλερ. Οι άγγλοι
ίσως τις βρίσκουν ενδιαφέρουσες. Γίνεται αρκετή συζήτηση για την αξιοπρέπεια,
σαν το κατεξοχήν χαρακτηριστικό που πρέπει να διαθέτει.
Μετά τον μπάτλερ
κεντρικό πρόσωπο είναι η οικονόμος, η δεσποινίς Κέντον. Έχει αγαπησιάρικες
σχέσεις μαζί του, αν και ορισμένες φορές υπάρχει ένταση στις σχέσεις τους.
Κάποια στιγμή ερωτεύεται και φεύγει. Μετά από τριάντα χρόνια (ο πρόλογος
χρονολογεί την αφήγηση το 1956) στέλνει ένα γράμμα στον μπάτλερ. Δεν είναι
σαφές από το γράμμα, αλλά μήπως ενδιαφέρεται να ξαναγυρίσει στο αρχοντικό; Η
πενθήμερη εκδρομή θα έχει σαν κατάληξη την συνάντηση μαζί της.
Τα πραγματολογικά
στοιχεία έχουν για μένα μεγάλο ενδιαφέρον.
Ο λόρδος θεωρεί
άδικο το να στύψουν σαν λεμονόκουπα τους γερμανούς μετά την ήττα τους. Ένας φίλος
του γερμανός χρεωκόπησε με τον πληθωρισμό και αυτοκτόνησε. Κάνει μια μάζωξη,
οιονεί μίνι συνέδριο, με προσωπικότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι και ένας
γάλλος (οι γάλλοι τηρούν αδιάλλακτη στάση σε σχέση με τους όρους της ειρήνης)
ώστε να επηρεάσουν για να αμβλυνθούν οι επαχθείς όροι.
Δεν είναι
υπερβολικός. Θυμάμαι που διάβασα ότι είχε πέσει τέτοια πείνα στη γερμανία μετά
τον πόλεμο, που υπήρχαν αστυνομικοί στις γέφυρες για να εμποδίσουν απελπισμένες
μητέρες να πέσουν στο ποτάμι μαζί με τα μωρά τους.
Επισκέπτης του ήταν
ο Ρίμπεντροπ, αυτός που μαζί με τον Μόλοτοφ υπέγραψαν το περιβόητο σύμφωνο.
Μετέφερε τη ναζιστική προπαγάνδα για διαρκή ειρήνη, η οποία έβρισκε ευήκοον ους
στον λόρδο, καθώς ένιωθε ενοχές για την κατάσταση της γερμανίας. Πείστηκε ότι
οι εβραίοι είναι μεγάλος κίνδυνος, με αποτέλεσμα να διώξει δυο υπηρέτριες, προς
απελπισία της δεσποινίδας. Αργότερα, όταν είδε τι ήταν ο Χίτλερ, ζήτησε να
ψάξουν να τις βρουν και να τις βοηθήσουν, εν είδει αποζημίωσης.
Όχι, τώρα τα πάει
μια χαρά με τον άντρα της, παρόλο που τον εγκατέλειψε τρεις φορές.
Όμως καιρός να
περάσουμε σε αποσπάσματα.
«Ήταν ένας
πραγματικά καλός άνθρωπος, ένας γνήσιος τζέντλεμαν, και σήμερα νιώθω υπερήφανος
που αφιέρωσα τα καλύτερά μου χρόνια στην υπηρεσία του» (σελ. 87).
Ο μπάτλερ τα λέει
αυτά.
«Θυμάμαι, επίσης, να
παρακολουθώ τον κύριο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, τον διάσημο θεατρικό συγγραφέα…»
(σελ. 180).
Παρελαύνουν αρκετές
προσωπικότητες στο Ντάρλινγκτον Χολ. Ένας άλλος είναι ο Λόρδος
Χάλιφαξ, άτομο με επιρροή. Τον Τσώρτσιλ δεν τον είδε.
«Βρετανική Ένωση
Φασιστών», με αρχηγό τον «Σερ Όσγουαλντ
Μόσλι», έναν από τους επισκέπτες.
Δεν την έχω
ξανακούσει, αλλά δεν εκπλήσσομαι. Οι φασίστες επιβιώνουν, αλλά δεν τολμούν να
βάλουν στο όνομα των οργανώσεών τους τη λέξη φασίστας ή φασισμός.
«Το Ford δεν
είχε κάποια βλάβη, απλώς είχε μείνει από βενζίνη. Το να κατηφόριζα μέχρι το
χωριό θα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα και εκεί ήταν βέβαιο πως θα έβρισκα
κατάλυμα και ένα δοχείο με βενζίνη» (σελ. 212).
Η ανάγνωση του
αποσπάσματος αυτού πυροδότησε μια δική μου ανάμνηση. Είχα μείνει από βενζίνη 30
μέτρα από το βενζινάδικο το Γιώργη του Χατζημαρκάκη, με το autobianchi μου,
πριν χρόνια εννοείται. Φοβερή κωλοφαρδία.
«Η δεσποινίς Κέντον
με βρήκε να διαβάζω εκείνο το βράδυ, απλώς και μόνο επειδή τα έργα αυτά ήταν
γραμμένα σε καλά αγγλικά… Σπανίως είχα τον χρόνο ή την επιθυμία να διαβάσω
κάποιο από αυτά τα ρομάντζα από την αρχή έως το τέλος…» (σελ. 220).
Ανάμνηση πρώτη: ο
φίλος μου ο Μιχάλης διάβαζε από τα βίπερ Νόρα της μητέρας του μόνο την αρχή, τη
μέση και το τέλος.
Ανάμνηση δεύτερη: τη
δεκαετία του ’80 διάβαζα ανάλογα αισθηματικά ρομάντζα, γερμανικά, για εξάσκηση
της γλώσσας: Marie Luis Fischer και
Gonsalick. Τα γερμανικά τα ξεκίνησα
στο Λύκειο με μέθοδο άνευ διδασκάλου, μετά για ένα μήνα με μαθήματα δι’
αλληλογραφίας, και τρία ή τέσσερα χρόνια στην Πανεπιστημιακή Λέσχη. Αργότερα,
σαν «διάλειμμα» της συγγραφής του διδακτορικού μου κατά την τριετή εκπαιδευτική
μου άδεια 1993-1996 (καλές εποχές τότε, έπαιρνες την άδεια αρκεί να είχες τις
τυπικές προϋποθέσεις) τρία χρόνια στο Ινστιτούτο Γκαίτε στα πλαίσια του
Ινστιτούτου Διαρκούς Επιμόρφωσης των δημοσίων υπαλλήλων (καλές εποχές τότε, πέρασα
το superieur trois στο γαλλικό Ινστιτούτο με το οποίο πήρα επάρκεια στα
γαλλικά, τώρα μπορείς να παρακολουθήσεις μαθήματα ξένων γλωσσών μόνο στο κτίριο
του ινστιτούτου αυτού, νομίζω βρίσκεται κάπου στην Πειραιώς), με κατατακτήριες
στο Mittelstufe, πήρα
το πτυχίο, αλλά δεν τα κατάφερα στο Kleines Sprach Diplom, τον δεύτερο χρόνο
πήγαινα σε κάθε δεύτερο μάθημα, είχε τελειώσει η άδεια μου και ήμουν
αποσπασμένος στο γραφείου του κ. Γραμματά, του εποπτεύοντος του διδακτορικού
μου. Να περιαυτολογήσω, το διδακτορικό το τέλειωσα στα δυο χρόνια αλλά έπρεπε
να περιμένω τρία για την υποστήριξη, γιατί δεν είχα κάνει μεταπτυχιακό (καλές
εποχές τότε), δεν είχε θεσμοθετηθεί ακόμη στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής
Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ, αυτό έγινε την επόμενη χρονιά. Στο τσακ το γλίτωσα. Παρεμπιπτόντως
εκδόθηκε από τον Gutenberg,
Αφηγηματικές Τεχνικές, το 2000. Για τις γλώσσες μου γράφω σχετικά σε ένα από τα
αυτοβιογραφικά μου αποσπάσματα.
«Ο σύγχρονος κόσμος
είναι υπερβολικά βρώμικος τόπος για ωραία και ευγενικά αισθήματα» (σελ. 289).
Για την πατρίδα μου,
και πατριωτικά. Οι «εθνικοί ευεργέτες» ανήκουν στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, σε
μια σύρραξη με τους Τούρκους, πόσοι θα πήγαιναν εθελοντές, όπως τότε στους
βαλκανικούς πολέμους, ανάμεσα στους οποίους και ο Στρατής Μυριβήλης.
«Δεν είναι μυστικό
πως ο καινούριος μας βασιλιάς υπήρξε πάντα φίλος των ναζί».
Εγώ όμως, ο έλληνας,
μετά από τόσα χρόνια, πού να το ξέρω; Ούτε το όνομά του δεν ξέρω, και δεν με
ενδιαφέρει εδώ που τα λέμε για να το ψάξω.
Είδαμε και την ομώνυμη ταινία του James Ivory, με τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson,
γυρισμένη το 1993.
Εξαιρετική ταινία,
ακολουθεί πιστά το μυθιστόρημα, εκτός βέβαια από κάποιες μικροαλλαγές. Η μεγάλη
αρετή της ταινίας είναι το casting:
δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερους ερμηνευτές των δύο κύριων ρόλων από τον Anthony Hopkins και
την Emma Thomson.
Εξαιρετική στις ερμηνείες τους, ιδιαίτερα η Emma.
Μια αλλαγή που
θυμάμαι: ο καινούριος αγοραστής του Ντάρλινγκτον Χολ δεν είναι ο κύριος Φάραντεϊ
αλλά ο κύριος Λιούις, αμερικάνος που παραβρέθηκε σ’ αυτό το μίνι άτυπο
συνέδριο.
Το μυθιστόρημα το
διάβασα γιατί αύριο θα προβληθεί η κινηματογραφική μεταφορά του πρώτου
μυθιστορήματος του Ishiguro,
«A pale view of hills». Αν δεν προλάβω να
αναρτήσω για αυτήν αύριο (διαβάζω τώρα το μυθιστόρημα) θα αναρτήσω μεθαύριο.
Ξέχασα να το γράψω, και όμως: η ταινία μου άρεσε περισσότερο από το μυθιστόρημα.


No comments:
Post a Comment