Book review, movie criticism

Saturday, May 11, 2013

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 27η ιστορία, Το κουμπί



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 27η ιστορία, Το κουμπί
 
  Στο τελευταίο μας βιβλίο, για την ακρίβεια βιβλιαράκι, το «Πες της το με μια μαντινιάδα», αφηγηθήκαμε μια ιστορία με τίτλο «Το κουμπί». Στην ιστορία αυτή αναφερθήκαμε και σε μια ανάρτηση στο blog μας με τίτλο «Και πάλι το κουμπί», σε μια σειρά που την τιτλοφορήσαμε «Κι άλλες μαντινιάδες», και που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια συνέχεια του βιβλίου. Τώρα θα παραθέσουμε μια ιστορία πολύ όμοια, που όμως δεν περιέχει μαντινιάδα.
  Και αυτή την ιστορία μου την αφηγήθηκε σήμερα το απόγευμα ο φίλος μου ο Νικολής ο Τριχάς. Δεν θυμόταν το όνομα του πρωταγωνιστή της, θυμόταν μόνο ότι ήταν από την Επισκοπή, ένα από τα χωριά της πάλαι ποτέ κοινότητας Κάτω Χωρίου. Ο Πισκοπιανός αυτός, αφηρημένος, σκύβει και κουμπώνει το τελευταίο κουμπί του πουκαμίσου του σε μια κουμπότρυπα του παντελονιού. Πηγαίνει μετά να σηκωθεί, πού να σηκωθεί! Το κορμί του δεν μπορούσε με τίποτα να ισιώσει, καθώς το πουκάμισο τραβούσε το στήθος του προς τα κάτω, κάνοντάς τον να καμπουριάζει σαν εκατόχρονος γέρος. Δεν ήταν τόσο χρονών, ήταν όμως γέρος, ίσως και με κάποια άνοια, γι’ αυτό δεν είχε πάρει χαμπάρι τι είχε συμβεί. Νόμισε ότι του συνέβη αναπάντεχα κάτι σαν λουμπάγκο. Πηγαίνει στο καφενείο καμπουριασμένος.
  -Βρε… (είπαμε, δεν ξέρουμε το όνομά του, αλλά και να το ξέραμε δεν θα το μαρτυρούσαμε), τι έπαθες και καμπουριάζεις έτσι; τον ρωτούν γεμάτοι περιέργεια.
  -Είδατε τι έπαθα ο φουκαράς στα καλά καθούμενα; Έσκυψα λίγο να κουμπώσω το πουκάμισό μου και από εκείνη τη στιγμή δεν μπορώ να ισιώσω το κορμί μου. Λέτε να μείνω για όλη την υπόλοιπη ζωή μου έτσι; Δεν θα το αντέξω να ζήσω από δα κι ύστερα σαν καμπούρης.
  Ένοιωσε άραγε ανακούφιση ή ντροπή όταν του εξήγησαν πώς την είχε πάθει; Λα άχαντα γιάλαμ, κανείς δεν ξέρει, θυμήθηκα τώρα το υπέροχο τραγούδι της παλαιστίνιας Αμάλ Μουρκούς.
   

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 26η ιστορία, Και πάλι η ρακή



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 26η ιστορία, Και πάλι η ρακή

  Στην προηγούμενη ανάρτησή μας γράψαμε ότι οι καφετζήδες νερώνουν τη ρακή. Στις δυο ιστορίες που αφηγηθήκαμε οι καφετζήδες δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να το κρύψουν, ή έστω να δικαιολογηθούν. Ο Δημήτρης όμως είχε την αίσθηση του χιούμορ. Την ιστορία την άκουσα σήμερα από το φίλο μου τον Νικολή τον Τριχά. Συνέβη πριν χρόνια. Καθόμασταν στο ίδιο καφενείο, αλλά τότε είχε άλλο καφετζή. Το όνομα το είπαμε, όμως επίθετο και μη χωριό.  
  Ο πελάτης, αφού έχει πιει κάμποσα ποτηράκια ρακή, ζητάει από τον καφετζή ένα ποτήρι νερό. Και ο καφετζής του λέει.
  -Τι να το κάνεις το νερό; Αφού η ρακή έχει μπόλικο.  

Γεώργιος Μανιαδάκης, Κεντρί, το χωριό των σταμνάδων



Γεώργιος Μανιαδάκης, Κεντρί, το χωριό των σταμνάδων, Ηράκλειο 2012, σελ. 79

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα ενδιαφέρον μελέτημα για την αγγειοπλαστική τέχνη ενός χωριού που πριν την εξάλειψή της γνώρισε ημέρες δόξας



Το Κεντρί είναι το χωριό της μάνας μου. Έχω πάρα πολλές αναμνήσεις από αυτό. Μια από αυτές είναι και της Αφροδίτης· μιας σταφιδιασμένης γριάς που γυρνούσε με το γάιδαρό της διαλαλώντας την πραμάτειά της: «Σταμνιά, λαΐνια, λαδικά… και καθίκια κοπελιές». Όταν στο Γυμνάσιο έμαθα για τη θεά της ομορφιάς, την Αφροδίτη, ένοιωσα μπερδεμένος. Στη λέξη «Αφροδίτη» στο μυαλό μου ερχόταν συνειρμικά εκείνη η γριά. Πέρασαν χρόνια μέχρι να αλλάξουν οι συνειρμοί και να έρχεται πια στο μυαλό μου είτε η Αφροδίτη της Μήλου είτε ο πίνακας του Μποτιτσέλι.
  Η λέξη «σταμνιά» στέκει συνεκδοχικά για κάθε είδους πήλινο αγγείο που έφτιαχναν οι τεχνίτες εκείνης της εποχής, και αυτό γιατί ήταν το πιο αναλώσιμο αγγείο. Το λέει άλλωστε και η παροιμία, «πάει το σταμνί στη βρύση, μια από τις πολλές δεν θα γυρίσει». Τότε δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης, το νερό το κουβαλούσαν στο σπίτι από τη βρύση με τα σταμνιά. Και οι Κεντριανοί αγγειοπλάστες, όπως μαθαίνω από το βιβλίο του Γιώργη Μανιαδάκη, είχαν επινοήσει μια πατέντα να φτιάχνουν ελαφρά σταμνιά, ώστε να μην κουράζονται οι γυναίκες κατά τη μεταφορά του. Αυτά τα σταμνιά γρήγορα εκτόπισαν τα «Θραψανιώτικα» από την πιάτσα, που ήσαν βαριά. Είναι χαρακτηριστική η μαντινιάδα που παραθέτει ο Μανιαδάκης.
  Διάλε τ’ αποθαμένα του του παλιοθραψανιώτη
  που κάνει τα σταμνιά βαριά και καταλιούν τη νιότη
  Στη 18η ιστορία «Του τάφου» που έχω αναρτήσει στο blog μου αναφέρομαι στους Θραψανιώτες και στην τέχνη τους.
  Μετά από τα σταμνιά που ήταν πρώτα σε κατανάλωση έρχονταν τα λαΐνια. Τα λαΐνια ήταν μικρά μακρουλά σταμνάκια που τα έπαιρναν οι αγρότες μαζί τους στο χωράφι για να πίνουν νερό όταν δίψαγαν. Και αυτά έσπαγαν αρκετά συχνά. Μετά ακολουθούσαν όλα τα άλλα. Ο Μανιαδάκης παραθέτει τα σχήματα τριάντα αγγείων που παρήγαγαν οι αγγειοπλάστες εκείνοι και αναφέρεται διεξοδικά σ’ αυτά, όπως τσικάλια, κουρούπια, πετρολεκνίδια, κ.λπ.
  Ανάμεσά τους ήταν και οι κουμπαράδες. Θυμάμαι που ο φίλος μου ο Γιώργος ο Μαυρόματος είχε κουμπαρά. Εκεί του έβαζαν οι γονείς του πότε πότε χρήματα, ρέστα από τα ψώνια ή στις γιορτές. Ο Γιώργος όμως είχε ανακαλύψει ένα κόλπο για να τα κλέβει. Χρειαζόταν αυτό το χαρτζηλίκι για να αγοράζει «Μικρούς ήρωες», που θα τους διαβάζαμε κι εμείς. Οι γονείς μας βέβαια το τροπάρι τους, «Να αφήσετε τους Μικρούς ήρωες, να διαβάζετε τα μαθήματά σας». Εμάς όμως μας είχαν συναρπάσει οι περιπέτειες του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας, του Σπίθα, του Διαβολάκου και του Ζουζουνιού, όπως έχει συναρπάσει σήμερα ο «Σουλεϊμάν» όλο το γυναικείο πληθυσμό της Ελλάδας. Θυμάμαι που ρίξαμε μαύρο κλάμα με το Γιώργο, έκτη δημοτικού πηγαίναμε τότε, όταν στο τελευταίο τεύχος το Ζουζούνι σκοτώθηκε από κάποιον απαίσιο πρόγονο της Μέρκελ.
  Ο Γιώργος λοιπόν τι έκανε: έτριψε λίγο το άνοιγμα του κουμπαρά με ένα μαχαίρι, ώστε να γίνει πιο πλατύ. Μετά, κάθε φορά που ήθελε χρήματα, αναποδογύριζε τον κουμπαρά. Ένα από τα πολλά νομίσματα βρισκόταν σε βολική θέση, και τραβώντας το με το μαχαίρι έπεφτε από το στόμιο. Στη συνέχεια το επόμενο, μέχρι να συμπληρωθούν οι δυο δραχμές-τόσο κόστιζε το τεύχος. Βοηθούσαμε κι εμείς, όταν κουραζόταν μετά από κάποιες προσπάθειες. Με αυτό το κόλπο δεν χάσαμε ούτε μια συνέχεια του «Μικρού ήρωα». Οι γονείς του δεν τον πήραν ποτέ χαμπάρι. Εγώ αγόραζα μεταχειρισμένους από τον Γιώργη τον Τωμαδάκη, τρεις στο δίφραγκο, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
  Με συγκίνησε το βιβλίο του Γιώργη Μανιαδάκη γιατί με γέμισε με τέτοιου είδους αναμνήσεις, που φυσικά δεν μπορώ να τις καταγράψω όλες εδώ. Επίσης γιατί έμαθα πολλές λεπτομέρειες για τον τρόπο παραγωγής τον αγγείων, τις οποίες αγνοούσα. Είχα δει βέβαια τους αγγειοπλάστες να δουλεύουν, όμως δεν ήξερα πολλά πράγματα για την τέχνη τους. Εξάλλου γρήγορα το επάγγελμα έπεσε σε μαρασμό. Τα πήλινα αντικαταστάθηκαν με πλαστικά. Θυμάμαι που γύριζαν επιτήδειοι τα χωριά ανταλλάσσοντας τα πήλινα πιθάρια με πλαστικά. Οι ανίδεοι χωρικοί τα εκτιμούσαν περισσότερο, κυρίως γιατί δεν έσπαγαν· όπως εκτιμούσαν το «χάσικο» ψωμί του φουρνάρη περισσότερο από το δικό τους το σταρένιο ή κριθαρένιο. Σήμερα βέβαια όλοι ξέρουν ότι το πιο ανθυγιεινό ψωμί είναι αυτό το άσπρο, και το πιο υγιεινό το σταρένιο ολικής άλεσης και το κριθαρένιο. Η κριθινοκουλούρα έχει γίνει πια αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινής μου διατροφής.  
  Ο Μανιαδάκης αφιερώνει τις πρώτες σελίδες του βιβλίου του στο χωριό. Παραθέτει χωρογραφικά και ιστορικά στοιχεία, κάνει μια αναδρομή στη δημογραφική του εικόνα και τέλος αναφέρεται στα ονόματα του Κεντριού διαχρονικά. Είχα την εντύπωση ότι η ονομασία «Κεντρί» είναι από το κεντρί (της μέλισσας, της σφίγγας), και μαθαίνω εδώ ότι προέρχεται από το όνομα του παρακείμενου ποταμού Κέδριου, στις όχθες του οποίου είχαν στηθεί τα αγγειοπλαστικά εργαστήρια, καθώς για την παραγωγή των αγγείων χρειαζόταν άφθονο νερό.
  Τα επόμενα επτά μέρη του βιβλίου αναφέρονται αποκλειστικά στην αγγειοπλαστική. Σ’ αυτά ο Μανιαδάκης μιλάει για την τυπολογία του κεντριανού σταμνιού, για τους παράγοντες που βοήθησαν στην ανάπτυξη της αγγειοπλαστικής τέχνης στο Κεντρί, για τους  τεχνίτες, το χώρο, τη διαδικασία της παραγωγής, την εμπορία, τα είδη, για να καταλήξει σε μια ιστορική αναδρομή των κεντριανών τσικαλαριών.
  Υπάρχει άφθονο φωτογραφικό υλικό και πλούσια βιβλιογραφία, όμως τα περισσότερα στοιχεία που περιέχονται στο βιβλίο προέρχονται από επιτόπια έρευνα. Ο Γιώργης εξάλλου είναι κεντριανός, όπως και η μητέρα μου. Αυτός παντρεύτηκε από το Επάνω Χωριό, η μητέρα μου από το Κάτω Χωριό, το οποίο έδωσε και το όνομα στην κοινότητα (Τα άλλα δυο χωριά είναι η Επισκοπή και τα Παπαδιανά). Δάσκαλος το επάγγελμα, δίδαξε πολλά χρόνια στο χωριό μου, το καλύτερο του νομού, το οποίο γνώρισε την ίδια παρακμή που γνώρισαν και τα κεντριανά τσικαλαριά. Το σχολείο από εξαθέσιο που ήταν στη δική μου εποχή, με πάνω από 150 μαθητές, έχει περιοριστεί σήμερα σε διθέσιο. Το Κεντρί αντίθετα γνωρίζει μια πληθυσμιακή έκρηξη, παρά την παρακμή των τσικαλαριών, καθώς είναι ουσιαστικά προάστιο της Ιεράπετρας.
  Ένα μεγάλο εύγε πρέπει στον Γιώργη Μανιαδάκη που με τόσο ζήλο μάζεψε πολύτιμο λαογραφικό υλικό που ήταν καταδικασμένο να πέσει στη λήθη της ιστορίας, και στον «Μορφωτικό σύλλογο Κεντριού» που ανέλαβε το κόστος της έκδοσης. Εμείς από την πλευρά μας θα ευχηθούμε να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο.

Friday, May 3, 2013

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 25η ιστορία, Η ρακή



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 25η ιστορία, Η ρακή

  Σήμερα το πρωί κατέβηκα στο χωριό από την Αθήνα. Το βράδυ πήγαμε στην εκκλησία, και μετά την εκκλησία στο καφενείο. Οι περισσότεροι στην παρέα πίναμε ρακή. Ανάμεσα στα διάφορα που ακούστηκαν ήταν και μια κατωχωρίτικη ιστορία. Δεν θα αναφέρω τα επίθετα, μόνο τα μικρά ονόματα.
  Ο Γιάννης έχει ανοίξει ψησταριά. Είχε μάλλον, πριν χρόνια. Την έκλεισε όμως γρήγορα. Έχασε πελατεία. Εγώ θυμάμαι τις τσουχτερές τιμές. Ο Κωστής θυμάται κάτι άλλο, και μας το διηγείται.
  Παραγγέλνει ρακή. Του έρχεται η ρακή. Τη δοκιμάζει, είναι πολύ νερουλή. Είναι γνωστό μυστικό ότι οι καφετζήδες νερώνουν τη ρακή. Φωνάζει το Γιάννη.
  -Γιάννη, για δοκίμασέ τη.
  Τη δοκιμάζει ο Γιάννης, ήταν αδιαμφισβήτητα πολύ νερωμένη. Και φωνάζει στη μητέρα του που ήταν μέσα και έψηνε:
  -Ωρή μα(να), δεν σου είπα να βάζεις λιγότερο νερό στη ρακή;
  Τώρα πώς έγινε και θυμήθηκε ο Κωστής αυτή την ιστορία, ας μην το πούμε καλύτερα.
  Και μου ήλθε τώρα στο μυαλό μια άλλη ιστορία. Συνέβη σε ένα διπλανό χωριό, την Παχιά Άμμο.    
Ψάχνοντας είδα ότι την αναφέρω στην 16 ιστορία, «Τα κουκιά», αλλά δεν πειράζει να την επαναλάβουμε.
  Ο πελάτης στο καφετζή:
  -Ωρέ Γιώργη, νερουλιά βγάζει η ρακή σου.
  Και ο καφετζής στη γυναίκα του, που ήταν στο τεζιάκι:
  -Ωρή Μαρία, μήπως έβαλες κι εσύ νερό;
  Και για να τελειώσουμε με τις ρακάδικες ιστορίες, να πούμε ακόμη μια.
  Ο γιατρός δίνει οδηγίες στον ασθενή, κάποιον από την Επισκοπή, και καταλήγει λέγοντας:
  -Και κοίταξε, να πίνεις λίγο.
  -Μα κι ολοένα γιατρέ, έ;
  Δεν αποκλείεται να είχε ζάχαρο.