Book review, movie criticism

Thursday, January 23, 2014

Μπα Τζιν, Άνοιξη



Μπα Τζιν, Άνοιξη (Ba Jin, Spring. 巴金,春) Sinolingua, Beijing 1990, σελ. 107).

  Ένα ακόμη κινέζικο reader το οποίο ξαναδιάβασα μετά από δέκα χρόνια περίπου. Πρόκειται για το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Ba Jin, «Ταραγμένα χρόνια». Το πρώτο είναι η «Οικογένεια», το οποίο δεν το έχω, και το τρίτο το «Φθινόπωρο», για το οποίο θα γράψουμε μόλις το ξαναδιαβάσουμε.
  Είναι ένα family story, όπως π.χ. οι Buddenbrooks του Τόμας Μαν, που αναφέρεται στην άνοδο και την πτώση της οικογένειας Gao, μέσα σε πιο ταραγμένους καιρούς. Είναι η εποχή μετά το κίνημα της 4ης Μαΐου του 1919, ένα κίνημα διαμαρτυρίας για την αδύναμη στάση της κυβέρνησης απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις, που πήρε όμως και πολιτιστικό χαρακτήρα. Πριν λίγα χρόνια είχε ανατραπεί ο τελευταίος αυτοκράτορας, όμως ο λαός είχε μείνει ακόμη σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένος στις φεουδαρχικές παραδόσεις και στις επιταγές του Κομφούκιου.
  Όχι όλοι. Οι νέοι αντιστέκονται. Με επιτυχία πολλές φορές.
  Στο βιβλίο διεκτραγωδείται η μοίρα των γυναικών· οι γάμοι τους αποφασίζονται από τους γονείς, στη μόρφωση δεν έχουν δικαίωμα, και μετά το γάμο τους ανήκουν στην οικογένεια του γαμπρού, η οποία αποφασίζει για ό,τι της συμβεί. Έτσι πεθαίνει ένα κορίτσι γιατί ο πεθερός της αρνείται την υπόδειξη ενός κινέζου γιατρού να τη δει ένας δυτικός γιατρός, γιατί λέει δεν καταλαβαίνει από τις «αρχές των πέντε στοιχείων» που διέπουν την κινέζικη ιατρική. Όπως είναι φυσικό, το κορίτσι πεθαίνει.
  Όμως η Shu Ying θα εξεγερθεί. Μαθαίνει κρυφά αγγλικά, αλλά όταν το πληροφορείται ο πατέρας της τής απαγορεύει να συνεχίσει τα μαθήματα. Εξάλλου έχει κανονίσει το γάμο της με μια οικογένεια, της οποίας όμως ο γαμπρός, κατά γενική ομολογία, είναι αρκετά ανυπόληπτος. Στο τέλος, με τη βοήθεια των φίλων της, θα το σκάσει από το σπίτι για τη Σαγκάη, όπου την περιμένει μια νέα ζωή.
 Η συνέχεια στο τρίτο μέρος της τριλογίας, το «Φθινόπωρο».
 

Ξανάνοιξε το Τρίτο Πρόγραμμα



Ξανάνοιξε το Τρίτο Πρόγραμμα

Στις 19-1-2014 έκανα την παρακάτω ανάρτηση στον τοίχο μου στο facebook

Yupiiiiiiiii!!!!!!!!!!!! Ξανάνοιξε το Τρίτο Πρόγραμμα. Το ανακάλυψα τυχαία. Μόνο κλασική μουσική, χωρίς εκφωνητή. Μόνο κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας για να μας πει ότι ξανάνοιξε το τρίτο, και μάλιστα σε δυο συχνότητες ακόμη. Εγώ το ακούω στους 95,6, από Πάρνηθα, ενώ υπάρχει και στους 90,9, από Υμηττό νομίζω. Τις άλλες δυο συχνότητες δεν τις συγκράτησα, πάντως είναι μετά τους 100.

Την επομένη κάνω ένα σχόλιο.
Ελπίζω να μην έλθει κανείς Χατζηδάκης και μας το νοθεύσει πάλι με ελαφρολαϊκά. Μια και περνάμε κρίση, καλύτερα να μείνει ο disc jokey και να αλλάζει τα cd, θα κοστίζει στο ελληνικό κράτος πολύ λιγότερα. Αν και νομίζω ότι σιγά σιγά θα διεισδύσουν υπάλληλοι παχυλόμισθοι, με όλο και μεγαλύτερους μισθούς. Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ.

Και την μεθεπομένη άλλο ένα.
102,9 και 103,7 στο λεκανοπέδιο

Wednesday, January 22, 2014

Bertrand Russell, Autobiography



Bertrand Russell, Autobiography, Routledge 2010, σελ. 746

  Το καλοκαίρι διάβασα τη «Φιλοσοφική μου εξέλιξη», που είναι μόνο εν μέρει αυτοβιογραφική. Η κανονική αυτοβιογραφία του Μπέρτραντ Ράσελ είναι αυτή εδώ.
  Τη βρήκα πολύ συναρπαστική, όχι μόνο γιατί ο Ράσελ αφηγείται πολύ ενδιαφέροντα επεισόδια από τη ζωή του, αλλά και για την ειλικρίνεια με την οποία μιλάει για εντελώς προσωπικά θέματα. Να σημειώσουμε ότι, εκτός από την αυτοβιογραφική αφήγηση, κάθε κεφάλαιο τελειώνει με επιστολές που είχε ανταλλάξει εκείνη την εποχή. Όμως πρέπει να ομολογήσω ότι δεν τις διάβασα. Η επιστολογραφία είναι ένα είδος που δεν μου αρέσει, και θυμάμαι ότι με απογοήτευσε το βιβλίο με τις επιστολές Ρίλκε-Τσβετάγιεβα-Πάστερνακ.
  Εκτός από τη «Φιλοσοφική μου εξέλιξη», το μόνο βιβλίο του Ράσελ που έχω διαβάσει είναι η «Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας», στα αγγλικά, όταν ήμουν πρωτοετής φοιτητής στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, και με άσβεστη ακόμη την αγάπη μου για τη φιλοσοφία. Το διάβασα το καλοκαίρι στην πλατεία του χωριού μου. Σε ένα διάλλειμα, ζωγράφισα σε μια σχεδόν κενή σελίδα το σπίτι του φίλου μου του Νικολή του Τριχά· πριν κάνουν οι γονείς του το φοβερό λάθος να αντικαταστήσουν την κεραμοσκεπή με τσιμεντοταράτσα· η οποία, με τις φοβερές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται στην Ιεράπετρα το καλοκαίρι, κάνει αφόρητη τη ζέστη στα δωμάτια.
  Αλλά ας επανέλθουμε στην αυτοβιογραφία.
  Δεν ήταν σε όλα της τα σημεία ενδιαφέρουσα. Ο Ράσελ αφιέρωσε πολλές σελίδες για άλλα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα, αλλά προφανώς γνωστά στον άγγλο αναγνώστη.
  Όχι όλα. Αυτά που έγραψε για τον Βιτγκενστάιν και τον Τζόζεφ Κόνραντ, για παράδειγμα, με ενδιέφεραν πάρα πολύ.
  Παρεμπιπτόντως για πρόσωπα γράφει και στο έργο του «Πάρτι και αερομαχίες» ο Ελίας Κανέτι, αυτοβιογραφικό έργο που καλύπτει όμως μόνο ένα μέρος της ζωής του, ανάμεσα στα οποία φιγουράρει και ο Ράσελ·  άλλοι θα έλεγαν δηκτικά, εγώ θα έλεγα με ζήλεια, τον παρουσιάζει ως γελοία ερωτύλο (το επιβεβαίωσα ξαναδιαβάζοντας την ανάρτηση που έκανα, για να βάλω τον σύνδεσμο).
  Η αυτοβιογραφία του στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που έγραψε λίγο μετά το 1930. Όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, τόσο περιορίζεται η αφήγηση και αναπτύσσεται ο δοκιμιακός λόγος, κυρίως πολιτικός. Ο Ράσελ, πέρα από μαθηματικός και φιλόσοφος, υπήρξε ένας κοινωνικός αγωνιστής. Για τις φιλειρηνιστικές του ιδέες φυλακίσθηκε για ένα εξάμηνο το 1918. Ήταν ένας από τους πιο φλογερούς πολέμιους της κούρσας των πυρηνικών εξοπλισμών, επισείοντας συνεχώς τον κίνδυνο για μια ολοκληρωτική καταστροφή της ανθρωπότητας, ενώ συνέστησε το «Δικαστήριο Ράσελ», με συμμετοχή διανοουμένων από όλο τον κόσμο, καταδικάζοντας τα εγκλήματα πολέμου. Οι πρώτοι που κάθισαν στο σκαμνί ήταν οι αμερικάνοι, για τα εγκλήματά τους στο Βιετνάμ.
  Να κλείσουμε με κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.
  Διαβάζω λοιπόν ότι ο Βιτγκενστάιν, γόνος μιας πλούσιας οικογένειας, άφησε όλη του την περιουσία στα αδέλφια του, πιστεύοντας ότι «τα χρήματα είναι μια όχληση για ένα φιλόσοφο» (σελ. 314). Άφραγκος καθώς είχε μείνει, δεν είχε να πληρώσει τα εισιτήρια για να πάει στη Χάγη όπου θα συναντούσε τον Ράσελ. Έχω διαβάσει τη βιογραφία του, και έχω ξαναγράψει πόσο με εντυπωσίασε και μου έδωσε μαθήματα ζωής.
  Το παρακάτω κι αν είναι εντυπωσιακό!!!
  Όταν επισκέφτηκε τις φυλακές του Alice Springs στην Αυστραλία, του έκανε εντύπωση που τα κελιά ήταν τόσο άνετα. Στην απορία του απάντησαν ότι «όλοι οι διαπρεπείς πολίτες της πόλης (κτηνοτρόφοι οι περισσότεροι) θα βρισκόντουσαν κάποια στιγμή στη φυλακή. Κι αυτό γιατί όταν μπορούσαν έκλεβε ο ένας τα ζώα του άλλου» (σελ. 498). Και θυμήθηκα ένα ανέκδοτο που κυκλοφόρησε εδώ, για πιστώσεις που είχαν δώσει πολιτικοί για τη βελτίωση των φυλακών, θεωρώντας αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα φιλοξενηθούν σ’ αυτές.
  Θυμήθηκα επίσης το «Poetics of manhood» του Michael Herzfeld, μια ανθρωπολογική μελέτη για τη ζωοκλοπή στα Ανώγεια, που παρουσίασα πριν πολλά χρόνια στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Όχι, δεν έγραψε για φυλακές, θα το θυμόμουνα. Εξάλλου τόσο οι ζωοκλέφτες όσο και οι χασισοκαλλιεργητές έχουν υψηλή προστασία, σπάνια θα καταλήξουν στη φυλακή.
  Η Ελλάδα του άφησε άριστες εντυπώσεις. «Τα βουνά ήταν χιονοσκέπαστα αλλά οι κοιλάδες ήταν γεμάτες με ανθισμένα οπωροφόρα. Τα παιδιά χοροπηδούσαν στα χωράφια, και οι άνθρωποι φαίνονταν ευτυχισμένοι. Ακόμη και τα γαϊδούρια φαίνονταν ικανοποιημένα» (σελ. 540). Σήμερα δεν θα έβλεπε γαϊδούρια, θα έβλεπε datsun.
  Και πιο κάτω: «Οι Έλληνες που συναντήσαμε ή τους οποίους μας δόθηκε η ευκαιρία να παρατηρήσουμε, φαίνονταν ευγενικοί, εύθυμοι και έξυπνοι. Μας εντυπωσίασε που φαίνονταν τόσο ευτυχισμένοι παίζοντας με τα παιδιά τους στους κήπους της Αθήνας» (σελ. 540-541).
  Πριν κλείσω, θυμήθηκα κάτι. Δυο φορές λίγο έλλειψε να πεθάνει. Τη μια στην Κίνα από πνευμονία, την άλλη από κάτι σαν πνευμονικό οίδημα, και τη γλίτωσε επειδή τον μετέφεραν γρήγορα στο νοσοκομείο και τον συνέδεσαν με οξυγόνο.
  Πέθανε το 1970, σε ηλικία 98 χρονών. Αν σου είναι γραμμένα χρόνια…
 
 
 

Monday, January 20, 2014

Woody Allen, Blue Jasmine



Woody Allen, Blue Jasmine (2012)

  Θα ξανακάνω τη δήλωση, οι μόνες ταινίες στις οποίες μιλάνε αγγλικά και αντέχω να δω είναι του Woody Allen (καθ’ υπερβολήν βέβαια). Αλλά από αυτές ξεχωρίζω τις κωμωδίες του. Όταν γίνεται σοβαρός μου αρέσει λιγότερο. Η τελευταία όμως ταινία του με άφησε σε αμηχανία.
  Η Jasmine, σε κατάσταση νευρικής κατάρρευσης (παραμιλάει συχνά) πηγαίνει να βρει καταφύγιο στην αδελφή της, η οποία είναι χωρισμένη, έχει όμως μια σοβαρή σχέση.
  Σας θυμίζει τίποτα;
  Μα και βέβαια, το «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς. Με μόνη τη διαφορά ότι η αδελφή εδώ είναι παντρεμένη.
  Οι δυο γυναίκες όμως, η Jasmine και η Μπλανς Ντυμπουά, πέρα από τα ψυχολογικά τους προβλήματα, δεν έχουν πολλά κοινά. Η Jasmine, φαντασμένη, βλέπει με περιφρόνηση την αδελφή της (υιοθετημένες και οι δυο) καθώς και τον πρώην άντρα της. Ο δικός της άντρας θα του φάει τα λεφτά που κέρδισε σε ένα λαχείο, τάχα για μια επικερδή επένδυση. Ίσως να ήταν αυτή η αιτία του διαζυγίου της αδελφής της.
  Η ίδια όμως δεν έχει καλύτερη τύχη. Ο άντρας της πηγαίνει με γκόμενες. Όταν το μαθαίνει εξαγριώνεται. Όμως τα πράγματα είναι χειρότερα από ό,τι νομίζει. Ο άντρας της ετοιμάζεται να τη χωρίσει για χάρη μια γαλλιδούλας. Αυτή, ξέροντας τις απατεωνιές του, θα τον καρφώσει στο FBI. Θα συλληφθεί, θα δικαστεί, και θα αυτοκτονήσει στη φυλακή. Θα χρεοκοπήσουν. Τα πάντα θα κατασχεθούν. Ο γιος, αγανακτισμένος με την μητέρα, θα φύγει από το σπίτι.
  Η φαντασμένη αυτή γυναίκα βλέπει με περιφρόνηση τον φίλο της αδελφής της όπως έβλεπε και πιο παλιά τον άντρα της, αλλά και τους φίλους του, λαϊκά παιδιά. Μυαλό δεν έχει βάλει. Μια σχέση με έναν αξιόλογο άντρα καταστρέφεται, όταν αυτός ανακαλύπτει τα ψέματα που του λέει. Η αδελφή της δεν μπορεί πια να την ανεχτεί. Λίγο έλλειψε να χαλάσει η σχέση της εξαιτίας της. Πριν προλάβει να τη διώξει θα φύγει μόνη της. Ο γιος της, τον οποίο ανακαλύπτει (της μαρτυράει πού βρίσκεται ο πρώην άνδρας της αδελφής της), επίσης τη διώχνει. Στο τέλος της ταινίας τη βλέπουμε να κάθεται μόνη σε ένα παγκάκι και να παραμιλάει.
  Δεν είναι τραγική ηρωίδα σαν την Μπλανς Ντυμπουά, η οποία μας προκαλεί ένα γνήσιο αριστοτελικό έλεο. Για να μη γενικεύω, εγώ σαν θεατής την είδα με αποστροφή. Ούτε καν τον οίκτο μου δεν κατάφερε να προκαλέσει.
  Μπορεί το σενάριο να μη μου άρεσε, όμως ο Γούντι Άλλεν σαν σκηνοθέτης είναι πάντοτε πρωτότυπος. Η πλοκή κινείται σε δυο επίπεδα, στο πριν την κατάρρευση και μετά την κατάρρευση, με εναλλασσόμενα επεισόδια. Και πάντα υπάρχει το απροσδόκητο, που μας κάνει να βλέπουμε με ενδιαφέρον την ταινία.
  Είναι υπερβολικό το στόρι; Είχε κάποιο πραγματικό γεγονός υπόψη του ο Άλλεν όταν έφτιαχνε το σενάριο; Γιατί εγώ ξέρω μια ανάλογη ιστορία. Ο άντρας δεν αυτοκτόνησε, αλλά η γυναίκα μετά κτυπούσε το κεφάλι της στον τοίχο. Καταξοδεύτηκαν με τα δικαστήρια και τους δικηγόρους.
 

Sunday, January 19, 2014

Άντον Τσέχωφ, Η τέχνη της γραφής



Άντον Τσέχωφ, Η τέχνη της γραφής (ανθολόγηση Πιέρο Μπρουνέλο, μετάφραση Βασίλης Ντινόπουλος), Πατάκης 2007, σελ. 220

  «Συμβουλές για ένα νέο συγγραφέα» είναι ο υπότιτλος του βιβλίου, καταχρηστικός αλλά πιασάρικος. Εξάλλου παραπέμπει διακειμενικά στο «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συμβουλές που δίνει ο Τσέχωφ σε κάποιους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Γκόρκι, με αφορμή κάποια κείμενα, διηγήματα κυρίως, που του έστειλαν. Παράλληλα με τις κριτικές παρατηρήσεις του δίνει και συμβουλές. Τις παρατηρήσεις και τις συμβουλές αυτές αποσπά από τα γράμματά του ο ανθολόγος. Από αυτά τα αποσπάσματα μπορεί να συναγάγει κανείς την ποιητική του.
  Θα το ξαναπώ άλλη μια φορά, η αποτίμηση ενός λογοτεχνικού κειμένου είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ζήτημα γούστου. Επίσης θα το ξαναπώ, κατά τη γνώμη μου. Βρίσκομαι σε αμηχανία να πω σε κάποιον φίλο συγγραφέα που μου εμπιστεύτηκε τα χειρόγραφά του τι είναι κακό· ή, για να ακριβολογήσω, τι δεν μου αρέσει· κι αυτό γιατί, ό,τι δεν αρέσει σε μένα μπορεί να αρέσει σε κάποιον άλλο. Αυτό το έχω διαπιστώσει σε δικά μου κείμενα, για τα οποία έχω δεχθεί αντιτιθέμενες κριτικές. Το μόνο που μπορώ να κάνω χωρίς ενδοιασμό είναι η διόρθωση λαθών, και όχι βέβαια μόνο ορθογραφικών, εκεί δηλαδή που δεν πρόκειται καθόλου για ζήτημα γούστου.
  Αλλά ας πάμε στον Τσέχωφ.
  Γράφει ανάμεσα στα άλλα, κριτικάροντας το διήγημα μιας γυναίκας:
  «Είναι άσχημο όταν η σύζυγος τρέχει μακριά από τον άρρωστο άντρα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η αρρώστια είναι μεταδοτική και απαίσια».
  Όμως στο δικό του διήγημα «Η αλλοπρόσαλλη» που βρίσκεται στη συλλογή «Να κοιμηθώ» (δεν έγραψα ειδικά γι’ αυτό) παρουσιάζει ακριβώς μια τέτοια γυναίκα. Βέβαια αυτή δεν προβάλλει τη δικαιολογία της μεταδοτικότητας της αρρώστιας, ο ίδιος ο άντρας της όπως και ο γιατρός την προειδοποιούν, όμως εκείνη άλλο που δεν θέλει. Δεν του έχει καμιά εκτίμηση και τον απατάει ασύστολα. Στο τέλος θα συνειδητοποιήσει ότι ο άντρας της δεν ήταν κανένας ασήμαντος άνθρωπος αλλά ένας πολύ αξιόλογος γιατρός που όλοι εκτιμούσαν, και συντριμμένη θα χαϊδεύει το νεκρό του σώμα, χωρίς να φοβάται πια μήπως κολλήσει τη διφθερίτιδα. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι όλες οι συμβουλές δεν πρέπει να ακολουθούνται πάντα αδιακρίτως αλλά ότι εξαρτάται από το τι επιδιώκει ο συγγραφέας. Και ο Τσέχωφ εδώ, καθώς το απαιτεί ο στόχος του (να κάνει πιο έντονη την «ιψενική» συνειδητοποίηση για την οποία μιλήσαμε στην προηγούμενη ανάρτηση), δεν διστάζει να παραβιάσει ένα δικό του κανόνα.  
  Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του Τσέχωφ που παρουσιάσαμε σ’ αυτή την ανάρτηση (η δεύτερη ήταν «Η νυφούλα») μιλήσαμε για το λιτό του ύφος. Εδώ βλέπουμε αναλυτικές οδηγίες γραφής οι οποίες οδηγούν σ’ αυτό το ύφος. Παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα:
  «…να μοχθείς γράφοντας, συντομεύοντας και ξαναγράφοντας τέσσερις και πέντε φορές…» (σελ. 68).
  «Μη γράφεις περισσότερα από δυο διηγήματα την εβδομάδα, συντόμευέ τα, ξαναδούλευέ τα, ώστε η δουλειά σου να είναι πραγματικά σωστή» (σελ. 98).
  «Είναι χαρακτηριστική, γενικώς, η ρουτίνα στις περιγραφές: “Η εταζέρα στον τοίχο, με ποικιλόχρωμα βιβλία”. Γιατί να μην πούμε απλώς, Η εταζέρα με τα βιβλία;» (σελ. 110).
  «Κατά τη γνώμη μου, οι περιγραφές της φύσης πρέπει να είναι εξαιρετικά σύντομες και όχι άκαιρες» (σελ. 115).
  «Άλλη μια συμβουλή: διαβάζοντας τις διορθώσεις, διαγράψτε, όπου είναι δυνατό, τους προσδιορισμούς των ουσιαστικών και των ρημάτων» (σελ. 195).
  Στον Γκόρκι γράφει:
  «Φαίνεται ότι δεν με καταλάβατε καλά. Δε σας μίλησα για χοντροκοπιά, παρά μόνο για τη δυσκολία που έχουν οι ξένες λέξεις, μη ρωσικής προέλευσης, ή λέξεις που χρησιμοποιούνται σπάνια», για να προσθέσει παρακάτω, προς επίρρωση αυτού που είπα πιο πάνω για το γούστο:
  «Εδώ, βέβαια, είναι και θέμα γούστου, και ίσως μέσα μου να μιλάει μόνο η περίσσεια οξυθυμία ή ο συντηρητισμός ανθρώπου που από καιρό έχει αποκτήσει καθορισμένες συνήθειες» (σελ. 196).
  Πάντως είμαι περίεργος πώς θα σχολίαζε ο Καζαντζάκης μια τέτοια παρατήρηση.
  Διαβάζουμε:
  «Έχω ακόμα παρατηρήσει ένα φυσικό νόμο: Όσο πιο χαρούμενη είναι η ζωή μου, τόσο πιο σκοτεινά είναι τα διηγήματά μου» (σελ. 45).
  Εγώ θα πρόσθετα: «Και αντίστροφα».
  Διαβάζουμε:
  «Πιάσε κάτι από την καθημερινή ζωή, συνηθισμένο, χωρίς πλοκή και χωρίς τέλος» (σελ. 60).
  Έγραψα για δυο διηγήματα στη «Νυφούλα» ότι μου θύμισαν τα διηγήματα του Τζόυς στους «Δουβλινέζους», που έχουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά.
  Μόνο δυο. Τη συμβουλή που δίνει ο ίδιος δεν την ακολουθεί παρά ελάχιστα.   
  Διαβάζουμε:
  «Το καλύτερο απ’ όλα είναι να αποφεύγεις την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης των ηρώων… Πρέπει να προσπαθείς ώστε να γίνει αντιληπτή μέσα από τις πράξεις τους» (σελ. 119). Είναι αυτό που είχε θεωρητικοποιήσει ο Χένρι Τζέημς με τη διάκριση ανάμεσα σε telling (τα συναισθήματα) και showing (τις πράξεις), προκρίνοντας το δεύτερο. Την ίδια εποχή περίπου. (Το γράμμα του Τσέχωφ έχει ημερομηνία 10 Μαΐου 1886).
  Διαβάζουμε:
  «… σε όλο το βιβλίο σας απουσιάζει επίμονα η γυναίκα, κι αυτό μόνο τελευταία το αντιλήφθηκα».
  Σε μια κινηματογραφική ταινία αυτό θα ήταν αδιανόητο. Μιλάμε βέβαια για τις χολιγουντιανές, όπου πρέπει να υπάρχει απαραίτητα και σεξ, κυνηγητό με αυτοκίνητα και τουλάχιστον μια πιστολιά.
  Διαβάζουμε:
  «Με επικρίνουν επειδή γράφω μόνο για γεγονότα με περιορισμένο ενδιαφέρον κι επειδή οι ήρωές μου δεν είναι θετικοί» (σελ. 172).
  Πιο πριν έγραψα για πανάκεια. Εδώ πρόκειται για τις επιταγές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που απαιτεί από τον συγγραφέα θετικούς ήρωες. Θυμάμαι πόσο τσακώθηκα παλιά με ένα σύντροφο, στο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού στο οποίο αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση, για τον Χόλντεν Κόλφιλντ, τον «Φύλακα στη σίκαλη» του Σάλινγκερ, γιατί δεν ήταν λέει θετικός ήρωας.   
  Και μια τελευταία συμβουλή, που την ακολουθούν πολλοί από τους συγγραφείς που έχω διαβάσει. Θυμάμαι τον Γιάννη Ξανθούλη και τον Γεράσιμο Δενδρινό.
  «Στις χρονολογικές ενδείξεις θα ακολουθούσα άλλη μέθοδο. «Το 1839» στο Γάλλο δε λέει πολλά. Αντ’ αυτού, θα ήταν μάλλον καλύτερο το «Όταν ο Ντοστογέφσκι ήταν είκοσι… χρονών» (σελ. 195).
  Με άλλα λόγια, ο χρονολογικός προσδιορισμός πρέπει να γίνεται έμμεσα, όπως κάνουν οι παραπάνω συγγραφείς, αναφέροντας γεγονότα της εποχής που ξέρουν όλοι, ή τραγούδια της εποχής, κ.λπ.
  Συνειδητά δεν θέλω να αγοράζω πια βιβλία. Έχω πολλά βιβλία μου αδιάβαστα, και δεν ξέρω αν έχουμε πατώσει με την κρίση. Τα διηγήματα του Τσέχωφ είπα να τα διαβάσω στο πρωτότυπο, υπάρχουν στο διαδίκτυο. Διάβασα ένα, δισέλιδο, το «Θάνατο του υπαλλήλου». Τα ρώσικά μου δεν είναι σαν τα αγγλικά μου, μου έφαγε κάποιο χρόνο για να το διαβάσω ψάχνοντας κάποιες λέξεις. Έτσι αποφάσισα να κάνω τη θυσία, να ψάξω να αγοράσω και άλλα διηγήματα στα ελληνικά.
  Ευτυχώς που βρήκα χθες στο «μικρό Μοναστηράκι» ένα μεγάλο, παλιό τόμο, πάνω από 600 σελίδες, με διηγήματα του Τσέχωφ, και έκανε μόνο 10 ευρώ. Ευτυχώς. Γιατί στην Πρωτοπορία δίπλα υπήρχαν οι τρεις τόμοι του Κέδρου, αρκετά ακριβοί. Αγόρασα μόνο την «Τέχνη της γραφής»· κι αυτή γιατί ήταν με 40% έκπτωση, για τα 40 χρόνια της Πρωτοπορίας. Στο ταμείο επέστρεψα την αυτοβιογραφία του Τσέχωφ. Ίσως όμως την αγοράσω και αυτή. Από το διαδίκτυο, όταν θα έχω διάθεση, θα διαβάζω αραιά και πού κανένα από τα διηγήματα που δεν θα έχω διαβάσει στα ελληνικά. Υπάρχουν τόσα άλλα βιβλία ακόμη που θα ήθελα να διαβάσω.