Book review, movie criticism

Friday, March 22, 2013

Αντώνης Δεσύλλας, Ρίξε κάτι πάνω σου



Αντώνης Δεσύλλας, Ρίξε κάτι πάνω σου, ΑΛΔΕ 2003, σελ. 238

  Το «Ρίξε κάτι πάνω σου» είναι το δεύτερο βιβλίο του Αντώνη Δεσύλλα. Προηγήθηκε το «Μια βόλτα στη Σπιανάδα».  Όπως σ’ εκείνο, έτσι και σ’ αυτό, έχει σαν θέμα την πατρίδα του των παιδικών του χρόνων, σε μια πιο διευρυμένη περιφέρεια. Δεν είναι πια η πλατεία της Σπιανάδας αλλά όλη η Κέρκυρα. Η ιδιαίτερη πατρίδα θεματοποιείται και σε επόμενα βιβλία του, όπως η «Μελωδία κρυστάλλων» και «Σαν παλιό σινεμά».
  Είναι ένα βιβλίο αναμνήσεων, αλλά που δίνεται με μυθιστορηματική μορφή. Ο συγγραφέας ντύνεται την περσόνα του Βασίλη, και σε τριτοπρόσωπη αφήγηση αφηγείται τις εμπειρίες του καθώς και επεισόδια από τη ζωή του, αποκλείοντας έτσι την απόλυτη αυτοβιογραφική ταύτιση.
  Ο Δεσύλλας, μέσα από τις εμπειρίες του Βασίλη, δίνει και την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, έτσι όπως φιλτράρεται μέσα από τη ματιά του μικρού παιδιού. Ο θάνατος του Παπάγου, ο Καραμανλής και η ΕΡΕ, η ΕΔΑ και αργότερα το ΠΑΜΕ, η βία και η νοθεία στις εκλογές του 1961, ο ανένδοτος αγώνα του γέρου της δημοκρατίας, το παλατιανό πραξικόπημα με τους αποστάτες αλλά και τα παντρολογήματα των ανακτόρων, όλα αυτά περνάνε μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Ο μικρός Βασίλης βλέπει συχνά με τα ίδια του τα μάτια κάποιους από τους πρωταγωνιστές της νεότερης ιστορίας μας, καθώς η Κέρκυρα αποτελεί θέρετρο και τουριστικό μαγνήτη για πολλές προσωπικότητες.
  «Ο Βασίλης έμπαινε αργά αλλά σταθερά στο νόημα της εποχής της βίας και της νοθείας. Όλες οι καταγγελίες αφορούσαν παρατυπίες σε εκλογικούς καταλόγους με μετεγγραφές ανδρών των σωμάτων ασφαλείας και κινητοποιήσεις στρατιωτικών. Ανάμεσα στ’ άλλα βρέθηκε ότι 218 χωροφύλακες δήλωναν ως μόνιμη κατοικία τους ένα διώροφο σπίτι» (σελ. 144).
  Έχουμε προοδεύσει από τότε. Μετά τη μεταπολίτευση δεν ξανάκουσα για νοθεία στις εκλογές. Έμειναν μόνο το ρουσφέτι και οι πελατειακές σχέσεις.
  Δίπλα στο Βασίλη παρουσιάζονται και γραφικές προσωπικότητες της Κέρκυρας εκείνης της εποχής. Η κυρά Λούλα είναι η κουτσομπόλα της γειτονιάς, και όλοι πρέπει να προσέχουν τα λόγια τους μπροστά της, γιατί κάποιες απρόσεχτες κουβέντες, από αφέλεια δικιά της, μπορούν να φτάσουν στα αυτιά της ασφάλειας. Όσο για το Νίκο τον Βαρότση, αυτός «είναι η ζωντανή ιστορία του κόμματος» (σελ. 181). Από τους πρώτους σοσιαλιστές της χώρας, θα βάλει υποψηφιότητα με την ΕΔΑ. 
  Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση που το ατομικό φιλτράρεται μέσα από το συλλογικό είναι η ιστορία του πρώτου έρωτα.
  Ο πρώτος έρωτας έχει πάντα ένα τέλος, αλλιώς δεν θα ήταν ο πρώτος αλλά ο μόνος. Έτσι και ο έρωτας του Βασίλη είχε ένα τέλος. Αλλά γιατί;
  «Η Σοφία ήταν από αριστερή οικογένεια και δεχόταν σε απόλυτο βαθμό την αριστερή ιδεολογία. Ήταν μια μικρή επαναστάτρια. Έτσι όσο μεγάλωνε έβλεπε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να κάνει παρέα με κάποιον οπαδό του αστικού κατεστημένου. Με κάποιον που έτρεχε ξωπίσω από τα αστικά κόμματα και νόμιζε ότι κάτι άλλαξε με την άνοδο του Παπανδρέου και της Ένωσης Κέντρου στο τιμόνι της χώρας… Ξέκοψε κάπως απότομα από την παρέα της με τον Βασίλη. Τα αισθήματά της γι’ αυτόν υποχώρησαν πίσω από το ιδεολογικό της φρόνημα. Αυτός είναι αλήθεια ότι στενοχωρήθηκε πολύ, αλλά κατάλαβε ότι αυτά συμβαίνουν» (σελ. 191-192) για να καταλήξει ο αφηγητής με τους στίχους από το γνωστό τραγούδι της εποχής: «Ότι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο, οι πικραμένες καρδιές το ξέρουνε μόνο» (σελ. 192).   
  Διαβάζουμε:
  «Ακόμη κι όταν βιαστικός έτρεχε να παρακολουθήσει την κινηματογραφική παράσταση στα θερινά σινεμά της γειτονιάς του μια φωνή πάντα του υπενθύμιζε με τον πιο προστατευτικό τρόπο: -Ρίξε κάτι πάνω σου, θα κρυώσεις» (σελ. 70). Συνηθισμένη ατάκα των μανάδων, και γι’ αυτό ο Δεσύλλας τη χρησιμοποιεί σαν τίτλο του βιβλίου. Κάτι ανάλογο βρήκα σε κάποιο από τα χιουμοριστικά που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.
  Η μάνα στον Batman. –Πού πας γιέ μου;
–Έξω
–Χωρίς την μπέρτα; Θα κρυώσεις.
–Άσε μας ρε μάνα.
  Διαβάζουμε:
  «Το έθνος δεν ήθελε την μαλλιαρή στα σχολικά βιβλία. Ωστόσο ο λαός έλεγε το ψωμί ψωμάκι ενώ οι καθαρευουσιάνοι  έλεγαν τους άρτους, αρτίδια» (σελ. 40).
  Και θυμήθηκα ένα ανέκδοτο από τα «Διάφορα» του Μιχάλη Χουρδάκη-Νίσπιτα.
  Συμβουλεύει κάποιος καθαρευουσιάνος έναν κουλουρά καθώς τον άκουγε να διαφημίζει την πραμάτεια του φωνάζοντας δυνατά: Ψωμάκιααα, εδώ τα καλά ψωμάκιαααα!!!!
  -Να μη λες «ψωμάκια» γιατί μπορεί να μπερδέψει κάποια στιγμή η γλώσσα σου και να πεις κάτι άλλο. Να λες «αρτίδια».
  -Αυτό έλεγα παλιά, και κάποια φορά μπέρδεψε η γλώσσα μου.   
  Διαβάζουμε:
  «Σ’ αυτές τις εκλογές της 3ης Νοέμβρη του εξηντατρία ο Βασίλης είχε την ευκαιρία να κερδίσει τα πρώτα χρήματα της ζωής του» (σελ. 170).
  Θυμούμαι κι εγώ, σ’ αυτές τις εκλογές της 3ης Νοέμβρη του εξηντατρία, που πρωτόβαλα μακρά παντελόνια.
  Διαβάζουμε: «…νέες περιπέτειες και αγώνες περίμεναν το Βασίλη κι όλους όσους είχαν πιστέψει ότι…». Κι όλους όσους είχαν πιστέψει. Μπορεί ο αγώνας ανάμεσα στην καθαρεύουσα και στη δημοτική να έληξε με νίκη της δημοτικής, όμως μπήκε από την πίσω πόρτα μια άλλη γλώσσα που δεν μιλιέται. Είναι η επιτηδευμένη γλώσσα κάποιων που όχι μόνο λεξιλαγνικά χρησιμοποιούν λέξεις της παλιάς καθαρεύουσας, αλλά και τύπους που αποφεύγει η καθομιλουμένη. Στον προφορικό λόγο χρησιμοποιούμε την έλξη του αναφορικού, που την χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι, ενώ τώρα είναι διαδεδομένη η πρακτική να την αποφεύγουν. Έτσι κάποιοι θα έγραφαν «όλους όσοι είχαν πιστέψει» και όχι «όλους όσους είχαν πιστέψει», όπως γράφει ο Αντώνης. Κι εγώ χρησιμοποιώ την έλξη του αναφορικού στο γραπτό μου λόγο, καθώς προσπαθώ να γράφω όπως μιλάω.
  Η επιτυχία του βιβλίου ήταν αναμενόμενη, μετά το εξαίσιο δείγμα γραφής που έδειξε ο Αντώνης Δεσύλλας με το «Μια βόλτα στη Σπιανάδα». Αυτό βέβαια αποδείχτηκε και με τα επόμενα βιβλία του, για τα οποία θα μιλήσουμε στην εκδήλωση που οργανώνει η Κερκυραϊκή Ένωση Αθηνών «Ο άγιος Σπυρίδων» σε συνεργασία με τις εκδόσεις ΑΛΔΕ την τρίτη, 26 Μαρτίου, στις 18.15 στο εντευκτήριο του συλλόγου, Δερβενίων 16 Εξάρχεια. Είσθε όλοι ευπρόσδεκτοι.
 
 
Post a Comment