Book review, movie criticism

Thursday, March 21, 2013

Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ



Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ (μετ. Κύρας Σίνου), Βίπερ 1973, 2 τόμοι

  Αλήθεια, απαγορεύεται ο δανεισμός βιβλίων; Γιατί στην προηγούμενη ανάρτησή μου έγραψα ότι τα δυο τελευταία βιβλία του Γιάλομ τα δανείστηκα. Το γράφω αυτό γιατί διαβάζω στην πρώτη σελίδα του Βίπερ ότι «Απαγορεύεται αυστηρώς ο δανεισμός και η μεταπώλησις». Να υπήρχε άραγε σχετικός νόμος επί χούντας; Πάντως σήμερα δεν φαίνεται να ισχύει, αφού πωλούνται μεταχειρισμένα βιβλία στο Μοναστηράκι, και όχι μόνο. Εξάλλου η προτροπή γνωστής συγγραφέως να μην δανείζονται οι αναγνώστριές της τα βιβλία της αλλά να τα αγοράζουν, πράγμα που ξεσήκωσε σάλο, δεν θα είχε νόημα αν όντως υπήρχε νομική απαγόρευση.
   Παρόλο που έχω ακόμη βίπερ από τα φοιτητικά μου χρόνια, το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» το αγόρασα από καροτσάκι. Διάβασα τότε το «Μια μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς», αλλά δεν εδέησε να διαβάσω το «Αρχιπέλαγος του Γκουλάγκ». Εξάλλου στην καρδιά της χούντας, με τους κομμουνιστές να είναι οι πιο αποφασισμένοι πολέμιοί της, βλέπαμε την βράβευση με Νόμπελ του αντιφρονούντα Σολζεντίτσιν πολύ καχύποπτα. Αυτή ήταν μια ακόμη ζημιά της χούντας, να μας σπρώξει, εμάς τους νεολαίους, στην κομμουνιστική αριστερά, από την οποία πέρασαν χρόνια για να ξεφύγουμε. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού 16 χρόνια μετά την πτώση της, απλώς αποδείκνυε την ανεπάρκεια του οικονομικού μοντέλου. Όμως καταστάσεις όπως αυτές που διαβάζουμε στο «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» θα έπρεπε να είχαν προβληματίσει από τότε όσους είχαν διαβάσει το βιβλίο. Οι περιβόητες δίκες του ’37, κατά τις οποίες πολλά υψηλόβαθμα μέχρι χθες στελέχη του κόμματος καταδικάστηκαν σε θάνατο δεν μου έλεγαν τίποτα. Έτσι γίνεται με τις επαναστάσεις, οι χθεσινοί σύντροφοι γίνονται εχθροί, και ο ένας προσπαθεί να φάει τον άλλο. Έτσι έγινε και στη γαλλική επανάσταση, έτσι έγινε και στο δικό μας ’21. Όμως, όπως μαθαίνω από το βιβλίο αυτό του Σολζενίτσιν, υπήρχαν διώξεις σε όλη τη μετεπαναστατική περίοδο, που αφορούσαν βέβαια και κομματικά μέλη, αλλά κυρίως μέλη άλλων κομμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονταν συλλήβδην αντεπαναστατικά, εσέροι, μενσεβίκοι, καντέτ κ.λπ. Μόνο που αυτοί δεν ήσαν διάσημοι, όπως γράφει ο Σολζενίτσιν, ήταν απλός λαός στην πλειοψηφία του, και γι’ αυτό δεν γνώρισαν τα φώτα της δημοσιότητας όπως έγινε με τις δίκες του ’37.
  Και δεν ήταν βέβαια μόνο οι άδικες στην πλειοψηφία τους διώξεις και οι εξοντωτικές ποινές (τα πέντε χρόνια στη Σιβηρία ήταν η πιο ελαφρά ποινή, ενώ πολύ συνηθισμένη ήταν το τέταρτο, 25 χρόνια δηλαδή, και βέβαια οι θανατικές καταδίκες). Ήταν οι απίστευτα άθλιες συνθήκες ζωής των φυλακισμένων και των εξόριστων. Επίσης οι καταδόσεις για ξεκαθάρισμα προσωπικών λογαριασμών ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο. Θυμάμαι τώρα ότι ο φίλος της κόρης της Μαρίνας Τσβετάγιεβα την κατηγόρησε, αυτή και τον πατέρα της, ότι ήσαν κατάσκοποι. Τον πατέρα της τον εκτέλεσαν, αυτή καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση. Η είδηση για την εκτέλεση του άντρα της ίσως ήταν το τελικό κτύπημα που οδήγησε την Μαρίνα Τσβετάγιεβα στην αυτοκτονία.
  Βλέποντας γεγονότα και καταστάσεις sub speciae istoriae, αλλά συγκρίνοντας και με καταστάσεις που συμβαίνουν σε τριτοκοσμικές χώρες – για τις μουσουλμανικές πιστεύω ότι έχω μια αρκετά καλή εικόνα – μπορώ να δηλώσω παραφράζοντας τη ρήση του Λάιμπνιτς ότι η δημοκρατία είναι το καλύτερο των δυνατών πολιτευμάτων (Ο Λάιμπνιτς είχε πει ότι αυτός είναι ο καλύτερος των δυνατών κόσμων), προσθέτοντας, χωρίς να χρειαστεί να παραφράσω αυτή τη φορά, το σαρδόνιο σχόλιο που πρόσθεσε ο Bradley σ’ αυτή τη ρήση, και κάθε τι αυτήν είναι ένα αναγκαίο κακό. Ναι, ότι και να καταμαρτυρούμε στην κακοπαθημένη ελληνική δημοκρατία, τουλάχιστον δεν κινδυνεύουμε να μας μπουζουριάσουν ανά πάσα στιγμή ως αντιφρονούντες, να μας σπάσουν στο ξύλο, και να κάνουν μετά καιρό, ίσως χρόνια, να μας ξαναδούν οι δικοί μας – αν μας ξαναδούν τελικά. Το να σατιρίζουμε ανενόχλητοι τους κυβερνώντες, αυτό μόνο σε μια δημοκρατία μπορεί να γίνει ανεκτό. Και το κάθε κόμμα δεν μας κάθεται στο σβέρκο με το έτσι θέλω, κάνοντάς μας να πάρουμε τα όπλα για να το διώξουμε –βλέπε Μπάαθ της Συρίας–αλλά το μόνο που χρειάζεται είναι να περιμένουμε μέχρι τις εκλογές. Έχει κανείς αμφιβολία ότι τις επόμενες θα τις κερδίσει ο Τσίπρας;
  Κατά το συνήθειό μας θα τελειώσουμε σχολιάζοντας πράγματα που μας εντυπωσίασαν.
  Το παρακάτω απόσπασμα μας αφορά.
  «Το 1948 ένας άλλος εθνικός χείμαρρος άρχισε να τρέχει για την εξορία. Ήταν Έλληνες από την Αζοφική θάλασσα, το Κουμπάν και το Σουχούμ. Δεν είχαν φταίξει σε τίποτα μπροστά στον Πατέρα στα χρόνια του Πολέμου. Μήπως λοιπόν εκδικιόταν για την αποτυχία του στην Ελλάδα; Φαίνεται πως κι αυτός ο χείμαρρος ήταν καρπός του παραλογισμού που τον είχε κυριεύσει. Οι περισσότεροι Έλληνες στάλθηκαν εξορία στη Μέση Ασία και κάμποσοι στα απομονωτήρια των πολιτικών κρατουμένων
  Περίπου το 1950, σαν συνέχεια της ίδιας εκδίκησης για τον χαμένο πόλεμο ή σαν αντίβαρο προς τους ήδη εκτοπισμένους, άρχισαν να κυλούν στο Αρχιπέλαγος και άλλοι Έλληνες, οι αντάρτες από τον στρατό του Μάρκου, που μας τους παρέδωσε η Βουλγαρία» (σελ. 140)
  Διαβάζουμε:
  «Αν μελετήσεις προσεκτικά την ιστορία των συλλήψεων και των μεγάλων δικών του 1936-1938, δεν σιχαίνεσαι τόσο τον Στάλιν και τα τσιράκια του, όσο τους χαμερπείς κατηγορούμενους, νιώθεις αηδία για την ψυχική τους κατωτερότητα έπειτα από την προηγούμενη περηφάνια και αδιαλλαξία τους» (σελ. 196) Φαντάζομαι όμως ότι θα υπήρχαν και εξαιρέσεις.
   Διαβάζω:
  «Εκείνο το γεροντάκι με τα ζωντανά φρύδια (στα εξήντα τρία χρόνια του δεν φερνόταν καθόλου σαν γεροντάκι)…» (σελ. 238).
  Για πότε πέρασαν τα χρόνια! Έγινα κι εγώ γεροντάκι, είμαι τώρα 63 χρονών.
  Η αλήθεια να λέγεται:
  «Από όλα τα αφεντικά του μόνο για τον Χρουτσώφ μιλούσε με ενθουσιασμό: μόνο στο σπίτι του ο σοφέρ έτρωγε στο κοινό οικογενειακό τραπέζι, και όχι χώρια στην κουζίνα, μόνο εκεί διατηρούνταν εκείνα τα χρόνια η εργατική απλότητα» (σελ. 266)
  Άσχετο αυτό, αλλά έχω γράψει κάτι σχετικό στο βιβλίο μου για την παραψυχολογία.
  «Στο ίδιο κελί ήταν ένας νεαρός από το Κίεβο, ο Βαλεντίν (δεν θυμάμαι το επίθετό του)… Πότε πότε, κάνοντας το πρωί μια βόλτα στο κελί, αυτός ο νέος έδειχνε με το δάχτυλο: σήμερα θα πάρουν εσένα και σένα, το είδα στο όνειρό μου. Και τους έπαιρναν! Αυτούς ακριβώς! Η ψυχή των κρατουμένων στρέφεται τόσο πολύ προς το μυστικισμό, ώστε δέχεται τις προφητείες χωρίς σχεδόν ν’ απορεί» (σελ. 293).
  Ο ίδιος ο Σολζενίτσιν δεν μας λέει αν απορεί.
  Μήπως το Γκουλάγκ θα είχε αποφευχθεί αν στον αγώνα για την εξουσία είχε κερδίσει για παράδειγμα ο Τρότσκι και όχι ο Στάλιν; Ο Σολζεντίτσιν δεν το πιστεύει καθόλου: σε μια σημείωση στο δεύτερο τόμο γράφει: «Πολύ καιρό πριν συλληφθώ, καθώς και στα χρόνια που πέρασα στη φυλακή, πίστευα ότι ο Στάλιν έδωσε τη μοιραία κατεύθυνση στην πορεία του σοβιετικού κράτους. Τώρα όμως, που ο Στάλιν πέθανε ήσυχα ήσυχα, μπαίνει το ερώτημα: Άλλαξε πολύ η πορεία του πλοίου;
  Ποια ήταν η προσωπική του σφραγίδα στα γεγονότα; Ήταν μόνο η καταθλιπτική βλακεία, τα καπρίτσια του μικροτύραννου και ο αυτοεγκομιασμός. Κατά τα άλλα ο Στάλιν ακολούθησε το ήδη χαραγμένο μονοπάτι» (σελ. 374).
  Τελικά η εξορία έκανε τη ζημιά της, όπως και στον Ντοστογιέφσκι. Γύρισαν και οι δυο από την εξορία θρησκευόμενοι.
  Όπως και στον Ντοστογιέφσκι;
  Αν δεν ήταν η μεταστροφή αυτή, θα έγραφε άραγε τα αριστουργήματα που έγραψε; Ή μήπως θα έγραφε ανώτερα μυθιστορήματα;
  Το πιο πιθανόν είναι πως όχι. Πάντως αξίζει να διερευνήσει κανείς αυτό το φαινόμενο, της θρησκευτικής μεταστροφής πρώην αριστερών. Πιθανόν οι ρίζες να είναι ψυχολογικές, και να εδράζονται σε μια μανιχαϊστική τάση: ή είσαι άθεος αριστερός ή θρησκευόμενος μη αριστερός (θέση- αντίθεση). Αλήθεια, δεν μπορείς να απαρνηθείς τον παλιό αριστερό εαυτό σου παραμένοντας άθεος; (σύνθεση; Όχι, μερική αντίθεση).
  Φαίνεται πως όχι. Πάντως δεν σκοπεύω να δοκιμάσω μιαν απάντηση στα πλαίσια μιας βιβλιοκριτικής που έχει σαν θέμα τα σταλινικά ανοσιουργήματα. Είναι πολύ μεγάλο το θέμα.
Post a Comment