Book review, movie criticism

Tuesday, March 19, 2013

Irvin Yalom, Η μάνα και το νόημα της ζωής



Irvin Yalom, Η μάνα και το νόημα της ζωής (μετ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου-Γιάννης Ζέρβας), Άγρα 2007

  Πριν κάμποσες μέρες ανάρτησα μια βιβλιοκριτική για το βιβλίο του Γιάλομ «Το πρόβλημα Σπινόζα». Μου το είχε δανείσει η φίλη μου η Λίτσα Κουμπούρα. Από τα μυθιστορηματικά έργα του Γιάλομ το μόνο που δεν είχα ακόμη διαβάσει ήταν το «Η μάνα και το νόημα της ζωής», το οποίο προσφέρθηκε να μου δανείσει η φίλη μου η Ελένη Δραμητινού. Τις ευχαριστώ και τις δυο και από αυτές τις γραμμές.
  Από τα θεωρητικά έργα του Γιάλομ μόνο ένα έχω διαβάσει, το «Στον κήπο του Επίκουρου», για το οποίο έκανα και ανάρτηση. Πριν προχωρήσω σε αυτή τη βιβλιοκριτική της έριξα μια ματιά. Βλέπω με έκπληξη να καταλήγω ως εξής: «Αυτά για τον Γιάλομ. Μπορεί να διαβάσουμε και το Η μάνα και το νόημα της ζωής, οπότε θα επανέλθουμε».
  Και να ’μαστε λοιπόν που επανερχόμαστε.
  Το βιβλίο αποτελείται από έξι αφηγήματα. Τα περισσότερα δεν είναι παρά αφηγήσεις κλινικών περιπτώσεων, μέσα στις οποίες οι θεραπευτικές συνεδρίες καταλαμβάνουν σημαντική θέση, όπως άλλωστε και στα περισσότερα έργα του Γιάλομ.
  Το πρώτο αφήγημα που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο αναφέρεται στη μάνα σαν το άτομο του οποίου αποζητούμε πάντα την επιδοκιμασία με τις πράξεις μας, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πια στη ζωή. Τουλάχιστον έτσι νοιώθει ο Γιάλομ για τη δική του μάνα, και σίγουρα δεν είναι ο μόνος.
  Το δεύτερο αφήγημα που έχει τίτλο «Ταξίδια με την Πώλα» αναφέρεται στην προσπάθεια μιας καρκινοπαθούς να αντιμετωπίσει το φόβο του θανάτου. Πιθανότατα ο φόβος του ίδιου του Γιάλομ για τον θάνατο τον οδήγησε να ασχοληθεί με τέτοιου είδους ασθενείς.
  Το τρίτο αφήγημα, Southern confort, αναφέρεται στην εμπειρία του Γιάλομ από μια ομάδα ασθενών την οποία καθοδηγούσε, καθώς και στις διαδραστικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους και με τον ίδιο.
  Το περιεχόμενο του τετάρτου αφηγήματος είναι ολοφάνερο από τον μακροσκελή του τίτλο: «Εφτά μαθήματα θεραπείας πένθους για προχωρημένους». Ένα πένθος όταν παρατραβάει χρήζει θεραπείας, και αποτελεί σύμπτωμα βαθύτερων ψυχολογικών προβλημάτων.
  Στο πέμπτο αφήγημα με τον τίτλο «Διπλή έκθεση» ο Γιάλομ αναφέρεται στην αντιμεταβίβαση, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει τις συνεδρίες και από τη σκοπιά του ασθενούς, εκθέτοντας την αμφιθυμική σχέση που αναπτύσσει συχνά με τον θεραπευτή του.
  Όμως το έκτο και τελευταίο αφήγημα, «Η κατάρα της ουγγαρέζικης γάτας», ήταν πραγματική έκπληξη για μένα.
  Υπάρχουν ενδοκειμενικές αναμονές, υπάρχουν ειδολογικές αναμονές (π.χ. ότι μια κωμωδία θα έχει happy end), αλλά, όπως διαπιστώνω εδώ, υπάρχουν και εξωκειμενικές αναμονές που έχουν σχέση με τον συγγραφέα. Έχοντας διαβάσει όλα τα αφηγηματικά έργα του Γιάλομ περίμενα ότι και αυτό το αφήγημα θα ήταν κάτι ανάλογο: αφήγηση μιας κλινικής περίπτωσης. Καθώς μάλιστα το αφήγημα ξεκινάει «Πες μου όμως, Χάλστον, γιατί θέλεις να σταματήσεις τη θεραπεία;», δεν έχεις καμιά αμφιβολία για τη συνέχεια.
  Και όμως, με περίμενε μια μεγάλη διάψευση. Ενώ περίμενα μια ρεαλιστική αφήγηση της ιστορίας μιας κλινικής περίπτωσης, ξαφνικά βρέθηκα σε μια υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα – άρχισα να το υποψιάζομαι όταν είδα ότι και τα δυο άτομα, και ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος, βλέπουν το ίδιο όνειρο – όπου μια γάτα αρχίζει όχι απλά να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά να μιλάει σαν άνθρωπος. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι ο Γιάλομ, αν δεν ήταν εντελώς προσηλωμένος στις ψυχαναλυτικές του αναζητήσεις, θα είχε εξελιχθεί σε έναν αντάξιο διάδοχο του Edgar Allan Poe. Όπως και να έχει βέβαια τον τίτλο ενός ταλαντούχου λογοτέχνη τον έχει κατακτήσει.
  Όπως έκανα και στο «Στον κήπο του Επίκουρου» θα σχολιάσω κάποια σημεία τα οποία βρήκα πολύ ενδιαφέροντα.
  «Είμαστε πλάσματα που αναζητούν ένα νόημα, γράφω, που είναι υποχρεωμένα να διαχειριστούν τη δυσάρεστη κατάσταση ότι ρίχτηκαν μέσα σ’ ένα σύμπαν που δεν έχει κανένα εγγενές νόημα. Κι εξηγώ ότι για να αποφύγουμε το μηδενισμό, πρέπει να επιδοθούμε σ’ ένα διπλό στόχο. Πρώτα πρέπει να επινοήσουμε ή ν’ ανακαλύψουμε ένα σχέδιο νοήματος αρκετά στιβαρό για να στηρίξει μια ζωή. Έπειτα πρέπει να κατορθώσουμε να ξεχάσουμε το γεγονός ότι δεν είναι δική μας επινόηση, και να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν το εφεύραμε αλλά το ανακαλύψαμε – ότι έχει μια ανεξάρτητη ύπαρξη στο σύμπαν» (σελ. 19).
  Το ίδιο πράγμα έχουν υποστηρίξει, από όσους ξέρω, ο Καζαντζάκης, ο Καβάφης και ο Σολωμός. Όμως πόσο πειστικό μπορεί να είναι ένα νόημα ζωής που προέρχεται έσωθεν και όχι έξωθεν; Και είναι ποτέ δυνατόν να πείσουμε τον εαυτό μας ότι έχει «μια ανεξάρτητη ύπαρξη μέσα στο σύμπαν; Μόνο οι «μεγάλες αφηγήσεις» μπορούν να προσφέρουν ένα πειστικό νόημα, και γι’ αυτό θεωρώ σχεδόν αναπόφευκτο το μηδενισμό στην εποχή μας. Το νόημα της ζωής αντικαθίσταται από το σκοπό της ζωής, που μπορεί να μην είναι άλλος από το να αυγατίσουμε την περιουσία μας. Και θυμήθηκα τώρα μια αραβική παροιμία: θέλεις να αποκτήσεις χρήματα; Ασχολήσου με την πολιτική.
  Διαβάζουμε:
  «Είχα παραβεί έναν θεμελιώδη κανόνα της ψυχοθεραπείας: μη στερείς από έναν ασθενή τις άμυνές του, αν δεν έχεις τίποτα καλύτερο να του προσφέρεις στη θέση τους» (σελ. 113). Μήπως και αυτό το ενδογενές νόημα της ζωής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μηχανισμός άμυνας; Άμυνας μπροστά στο φόβο του θανάτου;
  Διαβάζουμε: «Ίσως να είχα βιαστεί ν’ απορρίψω τις σχέσεις μέσω e-mail σαν απρόσωπες. Ίσως να ίσχυε το εντελώς αντίθετο. Ίσως οι ηλεκτρονικές φιλίες –επειδή ακριβώς δεν εξαρτώνταν από επιδερμικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά– να ήταν πιο αυθεντικές και πιο σύνθετες» (σελ. 271).
  Το ακούω συχνά σαν κριτική για τις ηλεκτρονικές φιλίες, ότι οι ζωντανές φιλίες είναι οι καλύτερες.
  Συμφωνώ. Όμως οι ζωντανές φιλίες συχνά χάνονται κάτω από το βάρος της καθημερινότητας, που μας περιορίζει αφάνταστα το χρόνο. Εγώ, μέσω του facebook για παράδειγμα, διατηρώ φιλίες που διαφορετικά θα είχαν χαθεί, βρήκα παλιούς φίλους και έχω έναν ακόμη δίαυλο επικοινωνίας με τους φίλους μου. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ανταλλαγή κειμένων μέσω του διαδικτύου είναι η καλύτερη. Τα φαξ και τα «χέρι με χέρι» μπορεί να χαθούν κάποια στιγμή, ενώ τα ηλεκτρονικά κείμενα είναι πιο σίγουρο ότι θα διατηρηθούν, και είναι πιο βολικό να βγάλεις αντίγραφα σε εκτυπωτή παρά να τρέχεις για φωτοτυπίες-άσε που κοστίζουν περισσότερο.
  Διαβάζουμε:
  «-Πρέπει όμως να ομολογήσω, συνέχισε ο Έρνεστ, ότι μπορεί ν’ αφήσω για λίγο κατά μέρος τον Μανν, για ν’ αγοράσω την καινούρια μετάφραση του Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες του Μούσιλ…  -Ο τελευταίος άνθρωπος στον οποίο μίλησα γι’ αυτό το βιβλίο δεν είχε ακούσει ποτέ το όνομα του Μούσιλ. –Ε, δεν φτάνουν όλοι εύκολα στον Μούσιλ» (σελ. 296).
  Ένας φίλος μου μού είπε για τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» ότι είναι ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται. Εγώ το διάβασα. Στη βιβλιοπαρουσίαση που έκανα, ανάμεσα στα άλλα έγραψα και το παρακάτω:
  «Στη Βικιπαίδεια διάβασα ότι ο Τόμας Μαν είχε σε μεγάλη εκτίμηση το έργο του Μούσιλ, χωρίς να συμβαίνει και το αντίστροφο. Διαβάζοντας τον Μούσιλ βλέπω ότι αποτελεί την ακραία συνέπεια της πρόζας του Μαν, την πεμπτουσία της, το σημείο που ο ίδιος ο Μαν θα ήθελε να φτάσει χωρίς να το κατορθώσει».
  Όμως ο λόγος είναι για τον Ίρβιν Γιάλομ και όχι για τον Ρόμπερτ Μούσιλ. Είναι εξαιρετικός ο Γιάλομ, σε όλα του τα βιβλία και όχι μόνο σ’ αυτό, και τα συνιστώ ανεπιφύλακτα. Όπως έγραψα και παραπάνω, τα έχω διαβάσει όλα.
   
Post a Comment