Book review, movie criticism

Thursday, April 4, 2013

Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…



Νικόλας Ευαντινός, Ενεός… Μανδραγόρας 2011, σελ. 41

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ακόμη εξαιρετική ποιητική συλλογή του Νικόλα Ευαντινού, που τη διαβάζεις και μένεις ενεός

  Μετά τις «Μικρές αγγελίες και ειδήσεις» και τον «Ρουβίκωνα στα μέτρα μας» ο Νικόλας Ευαντινός, από την Ιεράπετρα και αυτός όπως κι εγώ, εκδίδει την τρίτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ενεός…».
  Ενώ τα ποιήματα των περισσότερων ποιητικών συλλογών έχουν μια χαλαρή έως καθόλου σύνδεση, με τον τίτλο τους να είναι τις περισσότερες φορές ο τίτλος ενός από τα ποιήματα, ο Νικόλας δένει σφιχτά τα ποιήματά του με πολύ πρωτότυπες επινοήσεις. Στην πρώτη συλλογή τα ποιήματα ήταν σαν μικρές αγγελίες. Στη δεύτερη, η θεματική ήταν η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να διαβεί έστω και μικρούς Ρουβίκωνες. Στην τρίτη του αυτή ποιητική συλλογή χρησιμοποιεί, όπως και στην πρώτη, μια μορφολογική επινόηση: κάθε ποίημα ξεκινάει με τη λέξη «ενεός», δηλαδή «άφωνος από κατάπληξη» (το λήμμα από το Μείζον Ελληνικό Λεξικό του Φυτράκη). Κατά τα άλλα η θεματική γκάμα της συλλογής είναι πολύ πλατειά.
  Ο Ευαντινός φαίνεται να επιστρέφει στον σουρεαλισμό του Εμπειρίκου, αλλά χωρίς τον κρυπτικό-αυτόματο χαρακτήρα της γραφής του. Στην πραγματικότητα πρόκειται περισσότερο για έναν εικαστικό και/ή κινηματογραφικό σουρεαλισμό.  Υπάρχουν ποιήματα που μου θυμίζουν Μαργκρίτ και Νταλί, αλλά και ποιήματα που μου θυμίζουν τον «Ανδαλουσιανό σκύλο» και τις ταινίες του Ζαν Κοκτώ.

«Ενεός μπροστά στην ακίνητη γυναίκα που κάθεται σε μπαλκόνι, λίγο πριν αρχίσει η μπόρα»

Ήχος από τσόφλι που ραγίζει. Ξεπεταρίζουν νεοσσοί στα πόδια της. Γύρω της φύλλα που στροβιλίζονται σαν μαβιές θλιμμένες ώρες. Ψύχραιμη, σαν να κρατά μια κούπα με καφέ στο χέρι, φυλλορροεί μπροστά στη συννεφιά. Χαμογελά και με κοιτά. Τότε από τους ώμους τη σηκώνουν λευκά, αυτόφωτα περιστέρια – πότε μεγάλωσαν; – και την εντοιχίζουν στον ουράνιο θόλο. Οι πρώτες σταγόνες κυλούν πια, από τις τρύπιες του υδρορροές. Σταγόνα κι αυτή, σαν τις τόσες σιωπηλές γυναίκες του κόσμου, πέφτει στο πεζοδρόμιο. Την προσπερνά ο κόσμος δρομέας. Ουρλιάζει οπαδικά επιφωνήματα με τη δύναμη των κεραυνών.

Την αφουγκράζομαι, είναι βροχή που μου καθαρίζει το πρόσωπο. Πέφτει με ένα γνώριμο, αργό μοτίβο που μου λέει να μην ανησυχώ (σελ. 23).

Επίσης:

«Ενεός, γιατί δεν είχε γάλα»
  
 Ώρα κρατούσε το ακουστικό και έτρεμε. Δεν κρύωνε. Έκλαιγε. Σιγά-σιγά η άσπρη κελεμπία που στεκότανε στον θαλαμίσκο του καρτοτηλεφώνου γινόταν σύννεφο, ομίχλη παχιά.

Στο τέλος χύθηκε στο τσιμέντο σαν γάλα και δεν σταματούσε, έγινε αστείρευτο λευκό ποτάμι που άρχισε να κυλά και να κυλά, και έφτασε στη θάλασσα, πέρασε τη διώρυγα και εισέβαλε στη μακρινή ήπειρο και κυλούσε ώσπου εισήλθε στην πατρίδα, μπήκε στο χωριό, στο μαγαζί με το τηλέφωνο και σταμάτησε

στους αστραγάλους της γυναίκας που κρατούσε το ακουστικό μιλώντας στον ξενιτεμένο με το μωρό στη ρώγα και του έλεγε πως δεν είχε γάλα (σελ. 31).

  Είναι προφανές ότι πραγματικές εικόνες μετασχηματίζονται με την ποιητική γλώσσα του Ευαντινού σε quasi σουρεαλιστικούς πίνακες, αποπνέοντας έναν έντονο ερωτισμό ο πρώτος, ένα αίσθημα συμπόνιας ο δεύτερος.
  Ένα ακόμη ποίημα που ξεχωρίσαμε είναι το «Ενεός μπροστά στο μέλλον της δημόσιας σφαίρας», πολύ χαρακτηριστικό για το «Αποκαλυπτικό» του ύφος:

  …Όταν στάξει σκοτάδι η μέλαινα χολή της πόλης, και σαν σκυλιά σκύψουν οι νέοι να ξεδιψάσουν, οι φωτοστεφανωμένοι θα τρέξουν να προλάβουν τον βαθύτερο τάφο. Από τους ωκεανούς θα αναδυθεί ο πιο παγωμένος ήλιος… (σελ. 16).

  Ένα υφολογικό χαρακτηριστικό του Ευαντινού το οποίο παρατηρήσαμε και στις προηγούμενες συλλογές του είναι η κατά καιρούς παρεμβολή καθημερινών φράσεων ενός χαμηλού υφολογικού επιπέδου: «Πώς τα κατάφερες μπαγάσα να έχεις για τσομπάνη σου κοτζάμ Απόλλωνα», «Τέρμα τα παραμύθια. Ένα κι ένα κάνουν δυο», «φιρί φιρί το πας» «σχολικοί σπασίκλες», κ.ά.
  Η εικονοπλαστική δύναμη του Ευαντινού σε τολμηρές μεταφορές φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στο ποίημα «Ενεός μπροστά στην όραση», που διακρίνεται επίσης για το εφέ της απαρίθμησης και το εφέ της επανάληψης:

...
Έτσι
πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί
και πότε όχι,
πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη και πότε όχι,
πότε τα κορμιά κάτω από τα παλτά είναι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα και πότε όχι,
πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα και πότε όχι,
πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού και πότε όχι,
πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της ιστορίας και πότε όχι… (σελ 34).

  Όπως και στον «Ρουβίκωνα στα μέτρα μας», ο Ευαντινός μιλάει για τους ποιητές χρησιμοποιώντας μια μεταφορά: «Οι ποιητές, ψάρια που δεν καταδέχονται σε δίχτυ να σπαρταρούν».
  Και θυμήθηκα μια ατάκα από την «Σιωπηλή μονομαχία» του Κουροσάβα που είδα πριν λίγες μέρες: «Υπάρχουν δυο τύποι ασθενών, άλλοι ουρλιάζουν από τον πόνο, ενώ κάποιοι άλλοι τον υπομένουν στάζοντας από ιδρώτα». Οι ποιητές ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
  Το έχω ξαναγράψει, μου έχει γίνει χόμπι να ανιχνεύω κανονικούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στον ελεύθερο στίχο της σύγχρονης ποίησης, αλλά ακόμη και σε πεζά κείμενα, που είναι σαν να ξέφυγαν ασυνείδητα από τον συγγραφέα. Βλέπω δυο τέτοιους στίχους στο ποίημα «Ενεός στον ίσκιο της νίκης του Καρυωτάκη» που όμως, στην περίπτωση αυτή, συνετέθησαν συνειδητά, μια και βρίσκονται μέσα σε παρένθεση: «Πώς διακόπτει έτσι ο μικρός τη μέθη των συμπάντων;» και «Ήλιε που καις τα άτακτα σβήσε και το  δικό μου».
  Δεν μας εξέπληξε που ο Ευαντινός έχει γράψει ένα ποίημα για τον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη. Μουσικός και τραγουδοποιός και ο ίδιος, έχει εκδώσει πρόσφατα ένα μουσικό άλμπουμ με τίτλο «Πανταχού απών» με εξαίρετα τραγούδια. Ο «Τζογαδόρος» είναι αυτό που μας άρεσε περισσότερο. Από το ποίημα «Ενεός στην αθιβολή του Ψαρονίκου» θα παραθέσουμε τους τελευταίους στίχους.
 
  …και από τότε γίνηκε ο πρώτος και μοναδικός άγγελος που ρίζωσε στο χώμα, φόρεσε σαρίκι και λέει το «ρο» όπως το άκουγε στην κούνια του, τότε που έκλωθε το Φως, σώμα δίχως σκιά. Γιατί, ξέχασα να το πω, ο Νίκος δεν είχε σκιά… (σελ. 39).
  Έχοντας διαβάσει και τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Νικόλα, όχι, δεν μείναμε ενεοί. Ξέροντας το ταλέντο του ήμασταν σίγουροι ότι θα βρισκόμασταν μπροστά σε εξαιρετικά ποιήματα.

Post a Comment