Book review, movie criticism

Thursday, April 10, 2014

Εσμεράλδα Γκέκα, Ουρανόδεικτος



Εσμεράλδα Γκέκα, Ουρανόδεικτος, Γαβριηλίδης 2014, σελ. 60

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ακόμη εξαιρετική ποιητική συλλογή της νεαρής ποιήτριας

  Όταν ο βιβλιοκριτικός επιβεβαιώνεται στις προβλέψεις του δεν μπορεί παρά να νοιώθει υπερήφανος. Στην βιβλιοκριτική που γράψαμε για το προηγούμενο και πρώτο βιβλίο της Εσμεράλδας Γκέκα «Pulchritudo bestiae» καταλήγαμε ως εξής:   
  «Εμείς θα τελειώσουμε την βιβλιοκριτική μας εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η Εσμεράλδα θα κατακτήσει μια διαπρεπή θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία, βελτιώνοντας ταυτόχρονα και τις ποσοστώσεις των γυναικών ποιητριών».
  Η πρώτη επιβεβαίωση της πρόβλεψής μας είναι ότι το βιβλίο μπήκε στη βραχεία λίστα με τα πέντε ονόματα πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων για το κρατικό βραβείο. Η δεύτερη είναι ότι δύο μόλις χρόνια μετά, εκδίδει την δεύτερη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ουρανόδεικτος».
  Στην παραπάνω βιβλιοκριτική παραθέσαμε ως παράδειγμα νεολογισμών της Εσμεράλδας τη λέξη «Ονειροθραύστη». Το «ουρανόδεικτος» όμως δεν είναι ένας ακόμη νεολογισμός της, τον παίρνει από έναν ομηρικό ύμνο προς τη σελήνη, όπως μας πληροφορεί στις σημειώσεις που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου.
  Και σε αυτή τη συλλογή ανιχνεύουμε τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά που εντοπίσαμε και στην προηγούμενη.
  Και πρώτα πρώτα το πεζολογικό στοιχείο. Πολλά «ποιήματα» έχουν τη μορφή του πεζού λόγου με το συνεχές κείμενο, και διαφορίζονται απ’ αυτόν μόνο από την ποιητικότητα της γλώσσας.
  Στη συνέχεια έχουμε το διαλογικό στοιχείο.
  Οι διαλεγόμενοι εδώ είναι ο ζητιάνος και η σελήνη.
  Ο ζητιάνος δεν ξέρω αν έχει χρησιμοποιηθεί ξανά ως σύμβολο, σίγουρα όχι στον Καρκαβίτσα, όμως έχει χρησιμοποιηθεί ο γύφτος (στα παιδικά μου χρόνια στην Κρήτη τον θυμάμαι ως σχεδόν συνώνυμο του ζητιάνου), σαν σύμβολο του ανέστιου και του ελεύθερου, στον Παλαμά με τον γνωστό Δωδεκάλογο, αλλά και στον Μανώλη Πρατικάκη σε κάποια ποιήματά του. Ο ζητιάνος της Εσμεράλδας, ανέστιος κι αυτός, ζητά, ζητά, όλο ζητά, μια λέξη που επανέρχεται 16 φορές σε εφέ επανάληψης στην πρώτη σελίδα του «Ένας ζητιάνος». Αξίζει να παραθέσουμε αυτά τα «ζητώ» του ζητιάνου, τα περισσότερα από τα οποία είναι και δικά μας.
  «Και ζητώ. Διαρκώς ζητώ. Η ψυχή μου πέταξε μια παλάμη ακούραστα κυρτωμένη. Ζητώ προσοχή, ζητώ φροντίδα, ζητώ να ποτιστώ, ζητώ ν’ ανθίσω, ζητώ να φάω, να βλαστήσω. Ζητώ αγάπη. Μα αιτία ποτέ καμία δεν βρίσκω. Ζητώ θέρμη, αγκαλιά. Ζητώ τον εαυτό μου, ζητώ να είμαι ένας άλλος, που δεν ζητά να είναι κανένας. Ζητώ την ομορφιά και τίποτα δεν με αναπαύει. Ζητώ μια κανονικότητα – να την ξαπλώσω ανάσκελα, μα δεν έχω μάθει να χορεύω. Ζητώ ανάπαυση, ζητώ δικαίωση και ζητώ συγνώμη».
  Το πρώτο αυτό κείμενο είναι μια αυτοπαρουσίαση, ο μονόλογος του ζητιάνου καθώς εμφανίζεται στη σκηνή. Ο διάλογος ακολουθεί μετά. Στο «Σαν ποδοβολητό σελήνης» διαβάζουμε:

Ζητιάνος: Πεινώ
Κι ορέγομαι ένα μήλο.
Μα πιο πολύ ορέγομαι
το μήλο πάνω στο κλαδί του
την ώρα που ταλαντεύεται
απ’ της ομορφιάς το βάρος.

Σελήνη: Είναι που ’χει το μήλο
τη γεύση της ψυχής
καθώς ακτινοβολεί για μια στιγμή
στον σκοτεινό του κόσμου
ουρανίσκο.

  Η Εσμεράλδα εμπνέεται συνεχώς από την αρχαιότητά μας. Αυτό φαίνεται ακόμη και στους τίτλους των ποιημάτων της, όπως «Αερίων επέων άρχομαι» (στίχος της Σαπφούς) «Ενδυμίων Ι» και «Ενδυμίων ΙΙ», «Περσεφόνη», «Κλύθι θεά» και «Κλύθι θεά ΙΙ», που, όπως μας πληροφορεί η Εσμεράλδα στις σημειώσεις της, είναι παρμένος από την αρχή του ορφικού ύμνου προς τη Σελήνη· η οποία, παρεμπιπτόντως, απαντάται σαν εικόνα ή σαν σύμβολο σε πολλά ποιήματα, και όχι μόνο στα ερωτικά, όπως «Σελήνη» του Γιώργου Σαραντάρη, «Στην αργυρή σελήνη» του Αντώνη Φωστιέρη, ενώ στις «Ελεγείες και σάτιρες» του Καρυωτάκη εμφανίζεται δυο φορές.
  Στην Εσμεράλδα βλέπουμε το εφέ του απροσδόκητου, ένα εφέ που απαντάται κυρίως στις αφηγήσεις, με υφολογικές και ειδολογικές εκπλήξεις. Το ποίημα «Ένας άνθρωπος μικρός» με τέσσερις τετράστιχες στροφές έχει στιχουργικές συμμετρίες, τις οποίες προσπάθησα να επισημάνω. Έκανα αυτό τον κόπο από μια παράλειψη της επιμέλειας, γιατί στο τέλος υπάρχει σημείωση που όμως το ποίημα δεν παραπέμπει σ’ αυτή, όπου η Εσμεράλδα μας λέει ότι είναι γραμμένο «με τη μαλαισιανή τεχνική του παντούμ», παραθέτοντας και το στιχουργικό σχήμα, το οποίο δεν είναι απλό.
  Και η ειδολογική έκπληξη;
  Ένα «Νανούρισμα», στο τέλος της συλλογής.  Παραθέτουμε το τελευταίο τετράστιχο.

«Κοιμήσου λάθος μαγικό
το φως που θα σε πάρει
να ’ν’ απαλό κι ευγενικό
ωσάν το νιο φεγγάρι» (σελ. 52).

  Πέρα από τους εξαίσιους στίχους που ανιχνεύουμε στη συλλογή αυτή, υπάρχουν και στίχοι με μια αποφθεγματική πυκνότητα, όπως:
«Οι καθρέφτες δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψευδομάρτυρες μιας πραγματικότητας που μας επιδίκασε η ιστορία» (σελ. 9-10) και
«Δίχως μνήμη δεν υπάρχει εγώ, είσαι μονάχα ό,τι βλέπεις» (σελ. 26).
  Πέρα από το ζητιάνο και τη σελήνη, η «σκιά» επίσης επανέρχεται συνεχώς με ένα πολυσημικό σθένος, κυριολεκτικό και μεταφορικό.
  «Ακούω τις ανέμελες σκιές των ανθρώπων που περνάνε»… «Κι ίσως οι σκιές γνωρίζουν ακόμη πως το ξημέρωμα, η αιτία τους – όποια κι αν είναι – θα εξακολουθήσει να είναι εκεί, όπου εκείνες δεν θα είναι πια. Ίδιες άνθρωποι οι σκιές»… «σκιά αμίλητη και σιγανή… κάποιου ονείρου, κάποιας θλίψης».
  Και όλες αυτές οι σκιές μόνο στη σελίδα 10.   
  Και τώρα στο χόμπι μου, να ανιχνεύω κανονικούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στη σύγχρονη ποίηση με τον ελεύθερο στίχο, καθώς και σε πεζά κείμενα. Εδώ σταχυολογώ αυτούς που μπόρεσα να εντοπίσω.
«…που βγήκες από μέσα μου/ και στάζω απ’ τις κορφές σου» (σελ.16).
«Ξυπνήσαμε τα βλέφαρα σε μιαν άλλη μέρα» και
«τόσο στην όραση απαλοί/ και καταλαγιασμένοι (σελ. 23, σολωμικός αυτός).
«Και προχωρώντας πιο βαθιά/ στην πόλη και τη νύχτα (σελ. 27).
«Πώς μέσ’ απ’ το κενό περνά/ η μυστική μας πόλη… κι εμείς πώς δεν την βλέπουμε;/ σε ποιο υπαρκτό κοιτάμε; (σελ. 28).
«Πάλι στο χάος ασελγείς./ Πάλι το δάσος βάφεις (σελ 30).
«Και χαϊδεμένο μάγουλο νεκρής απατημένης» (σελ.31, εδώ είναι άτμητος ο δεκαπεντασύλλαβος).
«Όλη η φτιαξιά μας από φως/ κι η σκέψη από σκοτάδι» (μιλάει ο ζητιάνος, σελ. 34, όπως και στους επόμενους δυο στίχους):
«Κι όταν θα γίνεσαι παιδί/ και θα πιστεύεις πάλι
θ’ ανθίζω εγώ ολόγιομη/ κάτω από νιο φεγγάρι (σελ. 35).
«που αν τον κοιτούσες, έλεγαν,/ σε πέτρωνε ο φόβος» (σελ. 37).
«το δίκαιο το ισχυρό/ λειψό με έχει αφήσει» (σελ. 43).
«Τόσο ο κόσμος δύσκολος/…ζωή πώς να σε ζήσω;» (σελ. 48).
  Και βέβαια τα μοναχικά ημιστίχια είναι επίσης άφθονα, είτε σαν πρώτα είτε σαν δεύτερα ενός ανολοκλήρωτου ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου όπως: «Κάτω από πανσέληνο (1ο, σελ. 48) και «στη μνήμη του τσιμέντου» (2ο, σελ. 11).
  Τέλος υπάρχουν στροφές με πλεχτή ομοιοκαταληξία, έστω κι αν οι στίχοι τους δεν έχουν ίσο αριθμό συλλαβών. Το τελευταίο τετράστιχο του «Ενδυμίων ΙΙ», δεν ξέρω γιατί, μου θύμισε το «Πούσι» του Καββαδία.

«Σε περίμενα νεκρό
ποτέ κι αν δεν βρεθούμε
σε μια του κόσμου ονείρωξη τρελή
μαζί ν’ αναστηθούμε» (σελ. 41).

  Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για να βρω το «Πούσι» βλέπω ένα ποίημα του Καββαδία με τίτλο «Εσμεράλδα» αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη. Εμείς, πολύ φτωχικά, αφιερώνουμε τον σύνδεσμο στον οποίο βρίσκεται το ποίημα «Εσμεράλδα» στην Εσμεράλδα, με τις ευχές μας να ανέβει όλα τα σκαλιά της ποίησης. Εξάλλου έδωσε σάλτο, δεν πάτησε καν το πρώτο σκαλί σε αντίθεση με εκείνον τον καβαφικό νέο ποιητή.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment