Book review, movie criticism

Friday, April 4, 2014

David Lean, Most of his films

David Lean, Most of his films

The sound barrier
  Είναι μια ταινία γεμάτη σασπένς, που αναφέρεται στις προσπάθειες κατασκευής αεροσκάφους που να διασπάσει το φράγμα του ήχου. Ο επιχειρηματίας στο βωμό αυτού του οράματος θα θυσιάσει τον γαμπρό του, αφού πρώτα θυσίασε το γιο του που ακολούθησε την κρυφή επιθυμία του πατέρα του να γίνει ιπτάμενος. Τελικά θα το κατορθώσει ένας οικογενειακός φίλος του ζευγαριού. Οι θυσίες δεν πήγαν χαμένες.

A passage to India
  Συνήθως διαβάζω πρώτα το βιβλίο και μετά βλέπω την ταινία. Δεν έχω το κουράγιο να διαβάσω το μυθιστόρημα του Φόστερ, είναι τόσα πολλά που έχω να διαβάσω, κι έτσι προτίμησα να δω την ταινία·  που την είχα βέβαια ξαναδεί, αλλά δεν την θυμόμουνα, σε αντίθεση με τη «Γέφυρα του ποταμού Κβάι», τον «Λώρενς της Αραβίας» και τον «Δόκτορα Ζιβάγκο», που τις είδα τουλάχιστον δυο φορές. Τον «Δόκτορα Ζιβάγκο» σκοπεύω να τον ξαναδώ, γιατί θέλω να διαβάσω και το βιβλίο, που δεν το έχω διαβάσει ακόμη. Θυμάμαι μαθητής που το βρήκα στον Άγιο Νικόλαο και τον αγόρασα στα αγγλικά. Δεν το διάβασα όμως.
  Είναι μια εξαιρετική ταινία, χωρίς ιδιαίτερα εξωτικά εφέ, που δίνει όμως την εικόνα της αυτοκρατορικής Αγγλίας και την περιφρονητική στάση που κρατούσαν οι εγγλέζοι αποικιοκράτες απέναντι στους Ινδούς. Ανάμεσά τους υπήρχαν και οι εξαιρέσεις, που δεν έβλεπαν τους ινδούς σαν υπάνθρωπους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Φίλντινγκ. Θα συγκρουστεί με την κοινότητα υπερασπιζόμενος τον ινδό γιατρό που κατηγορείται για απόπειρα βιασμού της Adela. Το ίδιο και η Adela, που όταν συνέρχεται από το σοκ και αντιλαμβάνεται ότι δεν είχαν συμβεί έτσι τα πράγματα αποσύρει τη μήνυση, παρά την απομόνωση που της στοιχίζει από την κοινότητα. Είναι μια ταινία που την είδα με μεγάλη ευχαρίστηση.

  Στον David Lean οδηγήθηκα από την «Μαντάμ Μποβαρύ». Όπως έχω ξαναγράψει, όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα κοιτάζω να δω και τις αντίστοιχες ταινίες που έχω στο αρχείο μου. Και ο David Lean γύρισε μια ελεύθερη μεταφορά της «Μαντάμ Μποβαρύ», την «Κόρη του Ράιαν». Δεν πειράζει να κάνω επικόλληση εδώ τα λίγα λογάκια που έγραψα γι’ αυτή την ταινία στην ανάρτηση που έκανα για το μυθιστόρημα.
  Τέλος (ξανα)είδαμε την «Κόρη του Ράιαν» (1970), του υπέροχου σκηνοθέτη David Lean. Τα αριστουργήματά του τον ξεπέρασαν, αφού τώρα μόλις, διαβάζοντας το βιογραφικό του, μαθαίνω ότι «Η γέφυρα του ποταμού Κβάι», «Ο Λώρενς της Αραβίας» και ο «Δόκτορ Ζιβάγκο» είναι δικές του δημιουργίες. Στη Βικιπαίδεια διαβάζουμε ότι David Lean's film Ryan's Daughter (1970) was a loose adaptation of the story, relocating it to Ireland during the time of the Easter Rebellion. The script had begun life as a straight adaptation of Madame Bovary, but Lean convinced writer Robert Bolt to re-work it into another setting.
  Και πράγματι μόνο τη βασική γραμμή του μυθιστορήματος ακολουθεί ο David Lean. Τη δική του ιστορία την κάνει πιο επεισοδιακή τοποθετώντας την στο background της ιρλανδικής επανάστασης ενάντια στην κυριαρχία των εγγλέζων. Εστιάζει περισσότερο στην αμφιθυμία των αισθημάτων των δύο κεντρικών ηρώων καθώς και στην μελαγχολία του νεαρού αξιωματικού με το κομμένο πόδι (του μοναδικού εραστή της Ρόζυ, ο οποίος τελικά θα αυτοκτονήσει), παραβιάζοντας παγιωμένες αφηγηματικές αναμονές: οι κάτοικοι του χωριού δεν μαθαίνουν ποτέ ποιος είναι ο προδότης, και δεν ξέρουμε αν το ζευγάρι, που φεύγει για το Δουβλίνο κάτω από τα γιουχαΐσματα των χωριανών, θα χωρίσει τελικά ή όχι. Ο παπάς ελπίζει πως όχι.  

  Μεγάλες Προσδοκίες (1946)
  Το έχω γράψει και πιο πάνω ότι διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα βλέπω και ταινίες που έχουν γυριστεί σαν μεταφορά ενός μυθιστορήματος ή εμπνευσμένες από αυτό. Υπάρχουν όμως και μυθιστορήματα που έχω διαβάσει παλιά, και τα οποία δεν είναι Μαντάμ Μποβαρύ για να θέλω να τα ξαναδιαβάσω. Ένα τέτοιο είναι και οι «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς.
  Το να ξαναδώ την ταινία, όπως και κάθε ταινία που είναι μεταφορά ενός μυθιστορήματος που έχω διαβάσει, εκτός από την απόλαυση που μου προσφέρει με βοηθάει να ξαναθυμηθώ την πλοκή. Η πλοκή σε ένα μυθιστόρημα είναι υποτιμημένη σε σχέση με το ύφος, μια από τις συνέπειες του μοντερνισμού. Και βέβαια ούτε εγώ αγνοώ ότι η Ιλιάδα είναι άλλο πράγμα στο πρωτότυπο και άλλο πράγμα στα Κλασικά Εικονογραφημένα, όπως και ο Δον Κιχώτης στην πλήρη έκδοση και στην συντομευμένη για παιδιά. Όμως και πάλι πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντική. Και δεν παρασύρομαι καθόλου από το ευφυολόγημα του Marshal Mc Luhan να θεωρήσω το μέσο ως το μήνυμα. Έτσι, βλέποντας την ταινία και καθώς μου έρχεται στο μυαλό μου το μυθιστόρημα, συνειδητοποιώ ένα από τα μοτίβα σε κάποια κορυφαία μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, και που προφανώς υπάρχει και σε πολλά άλλα. Αυτό είναι το μοτίβο του φιλόδοξου νεαρού που ανεβαίνει στην κοινωνική ιεραρχία. Βέβαια ο Julien Sorel ανεβαίνει με το σπαθί του ενώ ο Πιπ με το τυχαίο μιας ευεργεσίας, για την καλοσύνη που έδειξε σε ένα δραπέτη. Ο Ραστινιάκ είναι το ίδιο φιλόδοξος και λαχταρά να αναρριχηθεί κοινωνικά («Το νου σου Παρίσι, σου έρχομαι», αναφωνεί στο τέλος του μυθιστορήματος του Μπαλζάκ), όμως ο Γκυ ντε Μωπασάν, στο τέλος του αιώνα, αντιμετωπίζει με σαρκασμό τον δικό του φιλόδοξο νεαρό, τον «Φιλαράκο».
  Τώρα το σκέφτομαι, αυτός ο τίτλος είναι σαν να χλευάζει τη σημερινή νεολαία της κρίσης, που δεν μπορεί καθόλου να έχει μεγάλες προσδοκίες.
   
Blithe spirit (1945)

  Όπως διαβάζω στον παραπάνω σύνδεσμο, πρόκειται για μεταφορά ενός θεατρικού έργου του Noël Coward.
  Η κωμωδία είναι το είδος που μου αρέσει περισσότερο, αλλά και από το οποίο μπορεί να απογοητευθώ ακόμη περισσότερο, αν η ταινία είναι σαχλοκωμωδία. Πάντως οι καλύτερες κωμωδίες που έχω δει είναι οι θεατρικές, μεταφερμένες στην μεγάλη οθόνη.
  Το έργο του Νόελ Κάουαρντ μου θύμισε τα διαβάσματά μου, τότε που έγραφα το πρώτο μου βιβλίο, για την παραψυχολογία. Εκείνη την εποχή το θέμα ήταν ιδιαίτερα της μόδας. Μου θύμισε και το «Μέντιουμ», όπερα του Τζιαν Κάρλο Μενότι την οποία άκουγα φοιτητής.
  Μια παραψυχική συνεδρία έχει σαν αποτέλεσμα να έλθει το φάντασμα της Ελβίρας, της πρώην γυναίκας του Τσαρλς, που τον παρενοχλεί επιδιώκοντας το θάνατό του για να τον έχει μαζί της στον άλλο κόσμο. Στο τέλος θα καταφέρει να σκοτώσει τη Ρουθ, τη δεύτερη γυναίκα του, ενώ αγωνίζονταν, αυτή και ο άντρας της, να τη στείλουν από εκεί που ήλθε. Στο τέλος, συνωμοτώντας οι δυο γυναίκες, θα τον σκοτώσουν και αυτόν. Τους βλέπουμε και τους τρεις καθισμένους στη γέφυρα όπου έγινε το ατύχημα στην τελευταία σκηνή της ταινίας, σαν φαντάσματα.
  Η Ελβίρα είναι ορατή στον Τσαρλς, όχι όμως και στη Ρουθ, και έτσι δημιουργούνται αρκετά από τα κωμικά επεισόδια της ταινίας, καθώς ενώ ο Τσάρλς απευθύνεται στην Ελβίρα, η Ρουθ νομίζει ότι μιλάει σ’ αυτήν παρεξηγώντας πάντα τα λεγόμενά του.
  Δεν είναι μαύρη κωμωδία, αφού το υπερφυσικό είναι παρόν. Φαντάζομαι ότι ο Κάουαρντ πρότεινε στο Λιν να γυρίσει την ταινία, στην οποία είναι συμπαραγωγός, για το λόγο ότι στον κινηματογράφο μπορεί να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση του υπερφυσικού με τα φαντάσματα πολύ πιο πειστικά από ό,τι μπορεί να γίνει στη σκηνή.
  Ήταν μια ταινία ιδιαίτερα απολαυστική, τη χάρηκα
Post a Comment