Book review, movie criticism

Sunday, March 29, 2015

Howard Zinn, Αυτοβιογραφία



Howard Zinn, Αυτοβιογραφία (μετ. Νίκος Σταμπάκης), Αιώρα 2011, σελ. 317

  Τη βρήκα στην Πολιτεία σε προσφορά. Τον Howard Zinn δεν τον είχα ξανακούσει, όμως διαβάζοντας στο αυτί του βιβλίου ότι ήταν αμερικανός ακτιβίστας, και επειδή μου αρέσουν οι αυτοβιογραφίες, αποφάσισα να το αγοράσω.
Και δεν το μετάνιωσα. Το διάβασα σχεδόν απνευστί.
Ο Ζιν μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια. Δούλεψε σε ναυπηγείο πριν καταταγεί στην αεροπορία, στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πήγε εθελοντής με ενθουσιασμό, να αγωνιστεί ενάντια στον ναζισμό. Ήταν τυχερός που γύρισε γιατί δυο φίλοι του δεν γύρισαν.
«Για χρόνια μετά τον πόλεμο έβλεπα διαρκώς ένα όνειρο. Δυο άνδρες περπατούσαν μπροστά μου στο δρόμο. Έπειτα στρέφονταν, κι ήταν ο Τζο και ο Εντ» (σελ. 29).
Με βάση ένα νόμο για τους βετεράνους γράφτηκε στο πανεπιστήμιο όπου σπούδασε ιστορία. Μετά την απόκτηση του διδακτορικού του βρήκε δουλειά σε ένα κολλέγιο για μαύρους, στην Ατλάντα. Εκεί οι φυλετικές διακρίσεις ήταν εξαιρετικά έντονες, και το πρώτο από τα τρία μέρη του βιβλίου αναφέρεται στον αγώνα των μαύρων κατά των φυλετικών διακρίσεων, στον οποίο συμμετείχαν βέβαια και λευκοί.
Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στη συμμετοχή του στο κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Αυτό έθεσε σε κίνδυνο την πανεπιστημιακή του καριέρα, στην οποία αναφέρεται πιο διεξοδικά στο τρίτο μέρος.
Διαβάζοντας το βιβλίο μου ήλθε στο μυαλό η σύγκριση: Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι νεαροί αμερικανοί έτρεχαν εθελοντές να αγωνιστούν για την πατρίδα και ενάντια στον ναζισμό. Στον πόλεμο του Βιετνάμ όμως δεν είχαν καμιά διάθεση να αγωνιστούν κατά του κομμουνισμού. Μήπως τα παιδιά των βετεράνων ήσαν πιο τρυφηλά, και πάνω από την πατρίδα έβαζαν τη ζωούλα τους; Νομίζω ότι αυτό μέτρησε πολύ, ίσως περισσότερο από το επιχείρημα ότι μια μικρή κομμουνιστική χώρα μακριά στην Ασία δεν αποτελούσε απειλή για τη χώρα τους. Οι κυβερνώντες πήραν το μάθημα, και ο στρατός τους είναι τώρα μισθοφορικός· όπως και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, εκτός από την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Μήπως οι μισθοφόροι, σαν επαγγελματίες, που η προδιάθεσή τους στη βία συνέτεινε προφανώς να επιλέξουν αυτό το επάγγελμα, είναι επιρρεπείς σε αγριότητες, αδιανόητες για κάποιον που απλά υπηρετεί τη θητεία του; Μήπως οι μελλοντικοί πόλεμοι με τους μισθοφόρους θα είναι ακόμη πιο άγριοι;
Μετά διάβασα το παρακάτω απόσπασμα. Μα πόσο πιο άγριοι πια;
«Κάποιος είπε, δεν είμαι περήφανος γι’ αυτά τα μετάλλια. Δεν είμαι περήφανος για όσα έκανα προκειμένου να τα πάρω. Ήμουν στο Βιετνάμ ένα χρόνο και… ούτε μια φορά δεν αφήσαμε αιχμάλωτο ζωντανό».
Ανατριχιαστικό!
Καλά κάνουμε και τους έχουμε σύμμαχους. Δεν πρέπει με τίποτα να τους κάνουμε εχθρούς.
Άγριοι όμως δεν είναι μόνο οι μισθοφόροι (ελπίζουμε όχι όλοι) αλλά και οι φανατικοί (αυτοί μάλλον όλοι). Αλλά δεν είναι χώρος αυτός για να μιλήσουμε για τους τζιχαντιστές.
Όμως ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα όπως το συνηθίζουμε.
Σχολιάζοντας μια ερώτηση που του έκαναν, πώς μπορεί να είναι αισιόδοξος με τόσα καταθλιπτικά νέα γι’ αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, γράφει ανάμεσα στα άλλα:
«Όμως για μένα, αυτό που απορρίπτεται ως ρομαντικός ιδεαλισμός, ως φρούδα ελπίδα, δικαιώνεται εφόσον ωθεί σε δράση για την εκπλήρωση των επιθυμιών, για την πραγμάτωση των ιδεωδών» (σελ. 17).
Τυπικά αμερικάνικο. Η βασική αρχή της φιλοσοφικής θεωρίας του πραγματισμού (οι εκπρόσωποί της είναι αμερικάνοι. Εγώ διάβασα τον «Πραγματισμό» του William James) υποστηρίζει ότι, αλήθεια είναι κάθε τι που οδηγεί στην αποτελεσματικότητα της δράσης. Και η αισιοδοξία είναι μια τέτοια «αλήθεια».
Διαβάζουμε:
«Χρόνια αργότερα, ο γιος της Αϊρίν Τζάκσον (μαύρης), ο Μάιναρντ Τζάκσον, εξελέγη δήμαρχος της Ατλάντα. Ήταν αδύνατο να το φανταστούμε εκείνον τον καιρό, όταν αγωνιζόμασταν για κάτι τόσο παράλογα απλό όσο το δικαίωμα των μαύρων να πάνε στη βιβλιοθήκη» (σελ. 44).
Το 1994 που εκδόθηκε το βιβλίο, οι ίδιοι άνθρωποι ήταν αδύνατο να φανταστούν ότι το 2008 ένα μαύρος θα εκλεγόταν πρόεδρος των ΗΠΑ.
Διαβάζουμε:
  «Μπορούσα να κάνω μήνυση, όμως η εκδίκαση θα έπαιρνε αρκετά χρόνια και χρειαζόταν λεφτά που δεν είχα… Το κράτος που δικαίου σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως σημαίνει ότι νικάει όποιος έχει τα λεφτά να πληρώνει δικηγόρους και να περιμένει, κι ότι η “δικαιοσύνη” δεν σημαίνει και πολλά πράγματα».
Αυτό το έζησα κι εγώ στο πετσί μου, αλλά την ιστορία αυτή την έχω αφηγηθεί αλλού.
Διαβάζουμε:
«Σκέφτομαι τη δεκαοχτάχρονη Όλα Μέι Κουόρτερμαν, που κάθισε σε μπροστινή θέση στο λεωφορείο κι αρνήθηκε να το κουνήσει. Είπε, σε μια γλώσσα που φαίνεται ήταν άγνωστη στη φυλετικά διαχωρισμένη κουλτούρα του Όλμπανι, “Πλήρωσα τα είκοσι σεντ μου και μπορώ να κάτσω όπου διάβολο θέλω”. Συνελήφθη για προσβολή των ηθών» (σελ. 85).
Χωρίς να είμαι σίγουρος, και μια ιρανή είπε κάτι ανάλογο. Και αυτή συνελήφθη για προσβολή των ηθών. Στο Ιράν όμως οι γυναίκες εξακολουθούν να κάθονται στα πίσω καθίσματα.
Διαβάζω:
«Δεν υπήρχε ντους, αλλά η σκάφη του πλυσίματος στην κουζίνα ήταν η μπανιέρα μας» (σελ. 248).
Θυμάμαι το βασανιστήριο, να κάθομαι σε ένα σκαμνάκι μπροστά στη σκάφη και η μητέρα μου να μου πλένει το κεφάλι με σαπούνι που έφτιαχνε ο πατέρας μου από τα τηγανόλαδα και τα κασόλαδα, ανακατεύοντάς τα με ποτάσα. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη μπει σαπουνάδα στα μάτια που, και τότε έτσουζαν φοβερά. Παρά τα κλάματά μου και τα παρακάλια μου η μητέρα μου δεν με άφηνε πριν τελειώσει. Αρχές της δεκαετίας του’50, στο Κάτω Χωριό της Ιεράπετρας.
Εξαιρετικό το βιβλίο, αν δεν έχει εξαντληθεί θα σας το συνιστούσα να πάτε να το αγοράσετε.
Και τέλος (πάντα τους αφήνουμε στο τέλος) οι δεκαπεντασύλλαβοι, που φυσικά πιστώνονται στον μεταφραστή.

Ιστορικά το πνεύμα αυτό αρνείται να ενδώσει (σελ. 18)
Πλήθος στο αεροδρόμιο να μας ξεπροβοδίσει, και
Καθώς ετοιμαζόμασταν να επιβιβαστούμε (σελ. 196)
Τους λόγους που τους ώθησαν να παραβούν το νόμο (σελ. 202)
Post a Comment