Book review, movie criticism

Tuesday, March 31, 2015

Γιώργος Δαρκαδάκης, Ιστορήματα, βιογραφικά και μη

Από την αποψινή παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Δαρκαδάκη "Ιστορήματα, βιογραφικά και μη" στο Σύλλογο Γεραπετριτών, πλατεία Αμερικής 1.



Γιώργος Δαρκαδάκης, Ιστορήματα, βιογραφικά και μη, Ιεράπετρα 2015, σελ. 238

Αναμνήσεις και εικόνες από την παλιά Γεράπετρο

Το Γιώργο το Δαρκαδάκη τον ήξερα ως αθλητή στο ακόντιο. Εμείς οι μικροί, στις πιο μικρές τάξεις, θαυμάζαμε τους μεγάλους που διακρίνονταν στον αθλητισμό και ερωτευόμασταν τις μεγάλες που ήταν πια γυναίκες με τα όλα τους.
Με τον αδελφό του το Νίκο, και αυτός αθλητής στη σφαίρα, γνωριστήκαμε καλύτερα αργότερα, όταν από το πρακτορείο εισιτηρίων του έβγαζα τα εισιτήριά μου για την Αθήνα. Το ήξερε και το ήξερα ότι είμαστε συγγενείς, μακρινά ξαδέλφια, το είχαμε συζητήσει κιόλας.
Και ο Γιώργος το ήξερε. Και πριν τρία χρόνια περίπου με πήρε τηλέφωνο για να συναντηθούμε. Ήθελε πληροφορίες για το σόι, γιατί με ένα πρόγραμμα που είχε στον υπολογιστή έφτιαχνε το οικογενειακό του δένδρο.
Και η σύμπτωση: την ίδια περίοδο ένας άλλος ξάδελφος, πρώτος ξάδελφος αυτός, ο Γιάννης ο Ζωγραφάκης, γιος του αδελφού της μητέρας του, έκανε και αυτός το οικογενειακό του δένδρο. Επισκεφτήκαμε το Κεντρί και ρωτήσαμε ανθρώπους. Το δένδρο γέμιζε συνεχώς καινούρια κλαδιά.
Κι εγώ μπήκα κάποια στιγμή στον πειρασμό να φτιάξω το οικογενειακό μου δένδρο. Βρήκα ένα πρόγραμμα και άρχισα να καταγράφω τους συγγενείς, αλλά γρήγορα βαρέθηκα και το παράτησα.
Τα οικογενειακά δένδρα και των τριών, από τη μεριά της γιαγιάς μας, συγκλίνουν προς μια μεγάλη προσωπικότητα, το άγαλμα της οποίας κοσμεί μια πλατεία της Ιεράπετρας: τον Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, με καταγωγή από τον Παρσά, που προς τιμήν του μετονομάστηκε σε Μεταξοχώρι. Ήταν θείος της γιαγιάς μου της παρσωτοπούλας.
Όμως ας μιλήσουμε για το βιβλίο.
Το βιβλίο αυτό είναι ένα βιβλίο αναμνήσεων. Θα μπορούσαμε να το πούμε και αυτοβιογραφικό, αν ταυτόχρονα δεν παρουσίαζε και μια γενικότερη εικόνα της Ιεράπετρας την εποχή εκείνη. Βέβαια αυτά τα δυο συμπλέκονται συχνά αξεδιάλυτα, αφού το φόντο των αυτοβιογραφικών επεισοδίων είναι η Ιεράπετρα: μια πλατεία της, ένας δρόμος της, μια γειτονιά της, η οποία περιγράφεται. Και βέβαια μια ξεχωριστή θέση έχουν τύποι της εποχής, στους οποίους θα αναφερθούμε ξεχωριστά.
Μια μεγάλη αρετή αυτού του βιβλίου είναι η περίπου αυτονομία των αναμνήσεων. Δεν αποτελούν μια συνεχή ροή αλλά ανεξάρτητα επεισόδια, τα οποία ο Γιώργος αφηγείται σε μια σελίδα η οποία σπάνια ξεπερνιέται, σε μικρά ξεχωριστά κεφάλαια. Καθένα τιτλοφορείται ξεχωριστά, ενώ μπροστά από τον τίτλο του μπαίνει η ημερομηνία κατά την οποία συνέβη το καθένα. Ομαδοποιούνται δε σε πέντε περιόδους.
Ο γάλλος θεωρητικός της λογοτεχνίας Ρολάν Μπαρτ χωρίζει τα λογοτεχνήματα σε lisible και scriptible, σε αυτά που δηλαδή που απλά τα διαβάζεις και που δεν είναι αξιώσεων, και σε εκείνα που κατά κάποιο τρόπο ο αναγνώστης τα συν-γράφει με το συγγραφέα, καθώς διαβάζοντάς τα στο μυαλό του έρχονται σκέψεις, δημιουργούνται συνειρμοί, δίνονται προεκτάσεις, κ.λπ. Ε, λοιπόν το βιβλίου του Γιώργου είναι απόλυτα scriptible. Διαβάζοντάς το, στο μυαλό σου έρχονται δικές σου αναμνήσεις.
Έχω τη συνήθεια στις βιβλιοκριτικές μου να αυτοβιογραφούμαι, καθώς συχνά ένα απόσπασμα μέσα στο βιβλίο που παρουσιάζω μου φέρνει στο νου αναμνήσεις, κυρίως από την παιδική μου ηλικία, αλλά και όχι μόνο. Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιώργου δεν σας κρύβω ότι μπήκα στον πειρασμό να κάνω κάτι ανάλογο, με τον ίδιο τρόπο δηλαδή να γράψω κι εγώ αναμνήσεις από το χωριό μου. Βέβαια στο βιβλίο μου για το χωριό μου που έχει τίτλο «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά» έχω ένα κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Μαθητικές αναμνήσεις», όμως εκεί περιέχεται ένα ελαχιστότατο μέρος των αναμνήσεών μου. Βρήκα όμως το σχέδιο πολύ φιλόδοξο, και γι’ αυτό, αυτό που σκέφτηκα να κάνω, είναι να «συγγράψω» το βιβλίο του Γιώργου σ’ αυτή την παρουσίαση προσθέτοντας κάποιες δικές μου αναμνήσεις.
Τα κείμενα του βιβλίου όπως είπαμε ταξινομούνται σε πέντε περιόδους, και τίθενται χρονολογικά. Το πρώτο κείμενο της Α΄ περιόδου έχει χρονολογική ένδειξη 1896 και τίτλο «Τύπωση».
Τι είναι «Τύπωση»;
Μας εξηγεί ο Γιώργος. «Τύπωση είναι η ανάγλυφη σφραγίδα που μπαίνει στα πρόσφορα». Δεν ξέρω αν οι Άγιοι Τόποι είχαν το μονοπώλιο, αλλά οι χατζήδες συνήθως έπαιρναν μαζί τους στην επιστροφή και τυπώσεις όπου πάνω τους ήταν χαραγμένο το έτος της επίσκεψης. 6 τέτοιες τυπώσεις έφερε ο προπάππος του Γιώργου από τους Αγίους τόπους και τις μοίρασε στα παιδιά του.
Μετά τον προπάππου ο Γιώργος μιλάει για τον γάμο του παππού του το 1906. Τη μελλοντική γυναίκα του την ερωτεύθηκε όταν την είδε, πανέμορφη σε ένα γλέντι, 13 μόλις χρονών. Τη ζήτησε, αλλά το κορίτσι ήταν ανήλικο και ο πατέρας της, ο μελλοντικός του πεθερός, δέχτηκε να αρραβωνιαστούν αλλά «χωρίς πολλά πάρε δώσε του ζευγαριού και, σαν μεγάλωνε λιγάκι το ομορφοκόριτσο, να γίνει νύφη» (σελ. 10).
Όταν έγινε 17 χρονών παντρεύτηκαν.
Το επόμενο κεφάλαιο έχει τίτλο «1922 Σαγγάριος». Το 1957, μια εβδομάδα μετά το θάνατο του πατέρα του, έρχεται ένας ξένος και τον ψάχνει. Ήταν πραγματική ατυχία να μην τον συναντήσει ζωντανό. Πού τον ήξερε;
«Ήμασταν συμπολεμιστές στη μικρασιατική καταστροφή. Είχαμε πιαστεί αιχμάλωτοι στον Σαγγάριο ποταμό και το 1922 μας αντάλλαξαν με Τούρκους αιχμαλώτους. Με χίλια βάσανα φτάσαμε στο Αιγαίο. Από κει, με 7 διαφορετικές βάρκες, καταφέραμε περνώντας από 7 νησιά να φτάσουμε στον Πειραιά και από κει στην ιδιαίτερη πατρίδα μας» (σελ. 11).
Διαβάζουμε στο κεφάλαιο «1931 Φασκομηλόλαδο».
  «Ήταν μια εποχή που η ζήτηση του φασκομηλόλαδου, αλλά και των αποξηραμένων φασκομηλόφυλλων ως βότανο, ανθούσε όχι μόνο στην ελληνική αγορά αλλά και στις αγορές του εξωτερικού».
Ο παππούς του Γιώργου έκανε απόσταξη φασκόμηλων και πουλούσε το φασκομηλόλαδο. Όμως «Με την πάροδο του χρόνου η ασχολία της συλλογής αυτής ατόνησε, η παραγωγή των προϊόντων σταμάτησε κι έτσι μια καλή πηγή εισοδημάτων έπαυσε οριστικά. Οι Γεραπετρίτες όταν ήθελαν να πειράξουν κάποιον Καβουσανό δεν τον φώναζαν με το όνομά του αλλά με το «Φασκομηλόλαδο».
«1946 Μήκων».
Η αδελφή του η Δανάη είχε κοιλόπονο. Η μητέρα τους «Είχε ακούσει ότι ένα ζεστό ρόφημα από παπαρούνες ήταν ό,τι έπρεπε για την περίπτωση. Πήγε στο περιβόλι μας, που απείχε μόλις εκατό μέτρα από το σπίτι, και έκοψε μερικές από αυτές. Αφού τις έβρασε, έδωσε το ρόφημα στη Δανάη, για να την ανακουφίσει, όπως νόμιζε. Από τότε και για είκοσι ώρες η μικρή Δανάη είχε μια ατονία και δεν μπορούσε να κινηθεί, ούτε καν να ανοίξει τα μάτια της» (σελ. 17).
Μια γειτόνισσα της εξήγησε ότι η παπαρούνα λέγεται και «μήκων η υπνοφόρος» και τότε κατάλαβε το λάθος της.
Εγώ το ήξερα ήδη από το δημοτικό. Τα Πλακούρια, στην κατηφόρα του Κάτω Χωριού, ήταν τότε γεμάτα με κατακόκκινες παπαρούνες. Τώρα έχουν εξαφανιστεί.
Τα λαογραφικά στοιχεία που παραθέτει ο Γιώργος είναι άφθονα. Στο «1950 Μαγκάλι» περιγράφει το μοναδικό θερμαντικό μέσο της εποχής και πώς λειτουργούσε. Αυτό βέβαια σε συνδυασμό με μια ανάμνησή του.
«Πήγαινα κι εγώ κοντά και πώς τα κατάφερα μια φορά, σκόνταψα κι έπεσα με τον πισινό πάνω στην αναμμένη πυρήνα. Πήρε φωτιά το βρακάκι μου και τα οπίσθιά μου έχρηζαν άμεσης ιατρικής περίθαλψης» (σελ. 20).
Εγώ, στην ίδια ηλικία πάνω κάτω, αλλά ίσως και μικρότερη, πήγα και κάθισα πάνω στο αναμμένο μαγκάλι, που ήταν όμως με κάρβουνα και όχι με πυρήνα. Τα ολοκόκκινα κάρβουνα με είχαν εντυπωσιάσει. Η περιέργεια είναι η αρχή της σοφίας, αλλά πολλές φορές είναι επικίνδυνη. Ο Εμπεδοκλής, προσπαθώντας να κατανοήσει τη φύση των ηφαιστείων, έπεσε στον κρατήρα της Αίτνας. Εγώ απλά έχω το σημάδι να με ακολουθεί, ανεβαίνοντας όλο και πιο πάνω από τον πισινό μου. Τώρα βρίσκεται πάνω από τη μέση μου, αρκετά ξεθωριασμένο μετά από τόσα χρόνια.
Το επόμενο κεφάλαιο έχει τίτλο «1950 Φουρνέλο». Αναφέρεται στο θάνατο του πατέρα ενός γειτονόπουλου.
«Ένα πρωινό η μεγάλη του κόρη τού είπε: -Πατέρα, είδα ένα κακό όνειρο! Να μην πας στη δουλειά σήμερα. Ο κυρ Βασίλης δεν έδωσε σημασία και με το μεγάλο του γιο, τον Κωστή, όπως κάθε μέρα, πήγε στο νταμάρι…. Την εποχή εκείνη τα αφημένα άσκαστα πυρομαχικά ήταν κατάσπαρτα. Πήρε ο Βασίλης ένα άσκαστο και προσπάθησε να το ανοίξει. Επειδή όμως δεν άνοιγε το χτύπησε με κάποιο άλλο μεταλλικό αντικείμενο» (σελ. 21).
Τη συνέχεια την φαντάζεσθε.
  Μήπως το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο;
  Γιατί το λέω αυτό.
  Στο βιβλίο της Τζένης Χειλουδάκη «Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο» διάβασα ότι έχασε και αυτή τον πατέρα της μικρή. Η μητέρα της είχε δει κακό όνειρο, και τον εξόρκισε να μην πάει για ψάρεμα εκείνη την ημέρα. Αυτός την άκουσε. Δεν πήγε. Στο παραλιακό καφενείο που καθόταν με τους φίλους του ακούστηκαν ξαφνικά οι φωνές μιας τουρίστριας που πνιγόταν και φώναζε βοήθεια. Έπεσε να τη σώσει. Την έσωσε, αλλά αυτός πνίγηκε.
  Το κεφάλαιο «1951 Φωτιά», ξεκινάει ως εξής: «Ήμουν φαίνεται πυρομανής». Στη συνέχεια αφηγείται πως με ένα κουτί σπίρτα έβαζε φωτιά στα άχυρα που είχαν στην αποθήκη και την έσβηνε αμέσως μετά. Αυτό το παιχνίδι άναψε – σβήσε συνεχίστηκε για κάμποση ώρα, μέχρι που κάποια στιγμή είδε πως δεν μπορούσε να τη σβήσει. Πετάχτηκε έξω και έβαλε τις φωνές.
  Κι εγώ φαίνεται ήμουν πυρομανής. Την πρώτη φορά, θυμάμαι, έβαλα φωτιά στο απύρι (θειάφι). Είδα τη φωτιά να φουντώνει, και έτρεξα και φώναξα στους γονείς μου: -έβαλα φωτιά στο απύρι. Και πήρα δρόμο. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο. Μάλλον θα επέστρεψα στο σπίτι το βράδυ, για να έχουν ξεθυμάνει στο μεταξύ.
  Η δεύτερη φορά ήταν μια εκδήλωση του Οιδιπόδειου συμπλέγματος. Σύμφωνα με τον Φρόιντ το αγόρι θέλει να σκοτώσει τον πατέρα του και να παντρευτεί τη μητέρα του. Εγώ έβαλα φωτιά να κάψω τον πατέρα μου. Πήρα ένα κάρβουνο αναμμένο και το τοποθέτησα πάνω στο σεντόνι, σε μια από τις κάτω άκρες του κρεβατιού όπου κοιμόταν. Είχα τύχη και δεν έμεινα ορφανός. Το κάρβουνο έκανε μια τρύπα στο σεντόνι και έσβησε μόνο του.
  Στο «1953 Ξύλο», διαβάζουμε:
  «Έκανα τόσες τσαχπινιές στη μητέρα μου, παιδικές βέβαια, όπως και οι άλλοι συνομήλικοί μου, αλλά ξύλο δεν μου έπαιζε… όχι γιατί δεν την πείραζαν οι αταξίες μου, αλλά γιατί δεν μπορούσε να με πιάσει» (σελ. 37).
  Η δική μου όμως με έπιανε και μου έριχνε γερό μπερντάχι. Και θυμάμαι την πρώτη μεγάλη νίκη στη ζωή μου. Πήγαινα έκτη δημοτικού. Πήγε να μου τις βρέξει. Εγώ την έπιασα από τα χέρια και την κόλλησα στον τοίχο, σε μια στάση σαν αυτή που έχει ο Χριστός πάνω στο σταυρό. Από τότε δεν προσπάθησε να με ξαναδείρει.
  Εκτός από το ξύλο έκανε κάτι χειρότερο. Κάθε φορά που έκανα κάποια αταξία έλεγε ότι θα πέσει στο πηγάδι να πνιγεί. Εγώ, όταν μετά από κάποια αταξία δεν την έβρισκα σπίτι, κοίταζα με αγωνία το πηγάδι μας, μήπως είχε πέσει μέσα. Προσπαθούσα να διακρίνω το βυθό. Δεν ήξερα ότι οι πνιγμένοι επιπλέουν.
  1954, Αφροδίτη
  Όταν πήγα στο γυμνάσιο και μας είπε ο καθηγητής για τη θεά της ομορφιάς, την Αφροδίτη, θυμάμαι ότι σοκαρίστηκα, γιατί συνειρμικά μου ήλθε στο μυαλό η εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας από το Κεντρί που πουλούσε σταμνιά, που με τίποτα δεν θα μπορούσες να την πεις όμορφη. Μιλάει γι’ αυτήν ο Γιώργης Μανιαδάκης στο βιβλίο του «Κεντρί, το χωριό των σταμνάδων». Παρεμπιπτόντως το Κεντρί είναι το χωριό της μάνας μου, κόρη της παρσωτοπούλας. Από τον Γιώργο μαθαίνω και το επώνυμό της, Μενεγάκη, καθώς και το δίστιχο που τραγουδούσε διαλαλώντας μια συγκεκριμένη πραμάτεια: «Ελάτε να πάρετε καθίκια κοπελιές/ που ’χετε στα σκέλια σας φωλιές» (σελ. 43).
  1954, Μεσημεράς
   Γράφει ο Γιώργος: «Όταν ήμασταν μικρά παιδιά, δεν κοιμόμασταν το μεσημέρι. Αν κοιμόμασταν, θα ικανοποιούσαμε τους γονείς μας, θα χάναμε όμως πολύτιμο χρόνο από τα παιχνίδια μας, που για μας ήταν αδιαπραγμάτευτα» (σελ. 49).
  Ούτε κι εμείς οι κατωχωρίτες κοιμόμασταν. Θυμάμαι, πήγαινα έκτη γυμνασίου, ήταν κάπου δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, κάποια μέρα τέλος της άνοιξης, και ένοιωθα φοβερή κούραση. Ήμασταν απογευματινοί στο σχολείο. Έβαλα το ρολόι να ξυπνήσω κατά τις μιάμιση και έπεσα να κοιμηθώ. Πήγα στο σχολείο και ένοιωθα ανάλαφρος. Όταν είπα στους φίλους μου ότι κοιμήθηκα, με κοίταζαν σαν ούφο. Από τότε το καθιέρωσα κανονικά να κάνω κάθε μεσημέρι σιέστα.
  1955. Μουσκαρέλιος. Διαβάζουμε.
  «-Κύριε Μουσκαρέλιο, του λέω, η μαμά μου μού είπε να μου δώσεις μια οκά φασόλες. Είδα στο πρόσωπο των άλλων που ψώνιζαν αλλά και του ίδιου του πωλητή μια δυσφορία και γενικά μια παράξενη έκφραση. Αφού ούτε τον έβρισα ούτε του είπα τίποτα κακό, δεν μπορούσα να καταλάβω την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Όταν πουσούνισα τις φασόλες, γύρισα στο σπίτι και είπα τα συμβάντα στη μητέρα μου η οποία γέλασε και μου είπε: -Το Μουσκαρέλιο, Γιωργιό, είναι το παρατσούκλι του και όχι το επίθετό του. Το πραγματικό του όνομα είναι Τζεβελεκάκης» (σελ. 69).
  Θυμάμαι που η ξαδέλφη μου η συγχωρεμένη η Μαρίκα, δεύτερη ξαδέλφη μου που όμως με τον πιο μικρό της γιο, το Γιάννη, είμαστε συμμαθητές, ίδια ηλικία, μας έστειλε στη Δροσούλα να αγοράσουμε σπίρτα. Πηγαίνουμε λοιπόν στο σπίτι της, το σαλόνι του οποίου ήταν και το εμπορικό της, και φωνάζουμε: -Δροσούλα, Δροσούλα. Τίποτα. Κανείς δεν άνοιξε. Γυρνάμε σπίτι άπρακτοι. –Δεν είχε σπίρτα; μας ρωτάει. -Δεν ξέρουμε, της λέμε, μια ώρα φωνάζαμε Δροσούλα, Δροσούλα, δεν μας άνοιξε κανείς. Η Μαρίκα έβαλε τα γέλια και μας εξήγησε. Δροσούλα είναι το παρατσούκλι της, το όνομά της είναι Λαμπράκη.
  1960, Ξυνίδες.
  Διαβάζουμε γι’ αυτές, στην τελευταία παράγραφο.
  «Τρίτη (απόλαυση), τα φιστίκια τους που βρίσκονταν στις άκρες του ριζικού συστήματός τους μέσα στη γη. Τα λέγαμε φιστίκια γης, ήταν πολύ πιο νόστιμα από τα αράπικα φιστίκια ή από τα φιστίκια Αιγίνης, που δεν τα ξέραμε τότε. Τους βγάζαμε τα χώματα, τα πλέναμε και έτσι φτιάχναμε απολαυστικούς ξηρούς καρπούς. Τους τρώγαμε και ωμούς, αλλά τις περισσότερες φορές καβουρντισμένους στο τηγάνι, οπότε ο τόπος μοσχομύριζε» (σελ. 130).
  Στο Κάτω Χωριό εμείς τα πιτσιρίκια τα καβουρντίζαμε και τα πουλάγαμε. –Πόσο τα πουλάς; με ρωτάει ο Γιώργης ο Τζανετάκης, έξι χρόνια μεγαλύτερός μου και μελλοντικός συγκάτοικος, στο καφενείο του Φαφούτη όπου είχα πάει να τα πουλήσω. -Ένα πενηνταράκι το ποτήρι, του λέω. –Δώσε μου τρία ποτήρια, μου λέει χασκογελώντας.
  Δαγκώθηκα. Κατάλαβα ότι τα πουλούσα πολύ φτηνά.
  Όπως είπα, με το Γιώργη έχουμε έξι χρόνια διαφορά. Όταν συγκατοικήσαμε έγινε ο μπαμπάς μας, ενώ ο άλλος συγκάτοικος, ο ξάδελφός μου ο Γιώργης ο Ψαρουδάκης, δυο χρόνια μεγαλύτερός μου, έγινε ο μεγάλος μου αδελφός. Εγώ, ως πιο μικρός, ήμουν ο μικρός αδελφός.
  Καθώς είχαμε έξι χρόνια διαφορά, μόλις τέλειωσε αυτός το γυμνάσιο πήγα εγώ. Είχε μια καλή τσάντα δερμάτινη που δεν την χρειαζόταν πια. Η μητέρα μου, φίλη με τη μητέρα του, της είπε: Αφού δεν τη χρειάζεστε πια δεν μου τη δίνεις να τη δώσω του γιου μου, να μην ξοδευτούμε κι άλλο αφού θα δώσουμε ένα σωρό λεφτά για βιβλία και εγγραφές; Δώσαμε κι ένα σωρό λεφτά για το ποδήλατο. Εφτά χιλιόμετρα είναι αυτά, να μην πηγαίνει με τα πόδια.
  Ήλθε σπίτι και μου την έδειξε. Εγώ μόλις την είδα έβαλα της φωνές. –Μεταχειρισμένη τσάντα μου φέρατε; Μ’ αυτή θα πάω στο σχολειό να με κοροϊδεύουν οι συμμαθητές μου; Να την πάτε αμέσως πίσω και να μου πάρετε καινούρια.
  …………………….
  Πλάκα κάνω. Μόλις την είδα χάρηκα. Δερμάτινη, δεν είχε καμιά σχέση με αυτή που είχα στο δημοτικό και που ήταν πια ολότελα στραπατσαρισμένη. Με αυτή την τσάντα, τη μεταχειρισμένη, τέλειωσα το γυμνάσιο, το εξατάξιο γυμνάσιο.   
  1962, Δυόμισι. Διαβάζουμε:
  «Ήταν ωραίος και γραφικός τύπος ο Γκαζάς. Το κανονικό του επίθετο ήταν Αϊβαλιωτάκης. Όταν ήμουν μικρός, τον θυμάμαι πάντα νευριασμένο και έτοιμο να εκραγεί. Σ’ αυτό συντελούσαν τα συνεχή πειράγματα που του έκαναν πολλοί Γεραπετρίτες και ιδιαίτερα οι μαθητές» (σελ. 156).
  Κάποτε πήγε στον κο Λουλάκη, καθηγητή μας μαθηματικό, να του παραπονεθεί ότι οι μαθητές τον κοροϊδεύουν. Και ο Λουλάκης τον ρωτάει: -Τι ακριβώς σας λένε κύριε Δυόμισι;
  Όλη την υπόλοιπη μέρα γύριζε την Ιεράπετρα φωνάζοντας: -Ό,τι σκατά είναι οι μαθητάδες, είναι κι οι καθηγητάδες.
  1962 Κινηματογράφος.
  Διαβάζουμε:
  «Το χειμερινό σινεμά, ο ΟΡΦΕΑΣ, είχε το πλεονέκτημα να είναι διαμπερές και να έχει δυο κύριες εισόδους, οπότε, αν ο καθηγητής ή ο παιδονόμος έκανε έφοδο κατά τη διάρκεια του έργου, οι μαθητές προλάβαιναν και έφευγαν από την πίσω πόρτα. Ο παιδονόμος, επειδή αγαπούσε τους μαθητές και δεν ήθελε την τιμωρία τους, τις περισσότερες φορές έκανε τα στραβά μάτια. Τα κακόμοιρα τα σκυλιά νομίζω τότε είχαν καλύτερη αντιμετώπιση από μας» (σελ. 161).
  Μια φορά ήμασταν κι εμείς στο σινεμά. Στον εξώστη. Ξαφνικά είδαμε τον Μανόλη τον παιδονόμο να μπαίνει μέσα. Κρυφτήκαμε πίσω από τις κουρτίνες. Το κατάλαβε. Ήλθε, τις παραμέρισε και μας είδε. Όμως δεν μας μαρτύρησε.
  Πέμπτη προς έκτη γυμνασίου, καλοκαίρι, στο σινεμά του Φαφούτη στο χωριό μου. Μπαίνει μέσα ένας καθηγητής, όνομα και μη χωριό, συγχωρεμένος τώρα. Με βλέπει, τον βλέπω. Εγώ συνεχίζω να κάθομαι ατάραχος στην καρέκλα μου. Δεν είχα σκοπό να χάσω το έργο για το οποίο είχα πληρώσει πέντε δραχμές εισιτήριο, τις οποίες είχα πολύ δυσκολευτεί να εξοικονομήσω. Την επομένη έκανε παράπονα στη θεία την Ευγενία ότι παρόλο που τον είδα δεν σηκώθηκα να βγω έξω. Ναι, τα κακόμοιρα τα σκυλιά σίγουρα τότε είχαν καλύτερη αντιμετώπιση από μας.
  1963 Τενεκέδες. Διαβάζουμε:
  «Στις 8 Νοεμβρίου 1963 έγιναν κοινοβουλευτικές εκλογές».
  Εδώ θα διορθώσω τον Γιώργο. Οι εκλογές έγιναν στις 3 και όχι στις 8 του Νοέμβρη. Το θυμάμαι πολύ καλά. Παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».
  «Το πέρασμα στο μακρύ παντελόνι ήταν ένα σημάδι μετάβασης στην εφηβεία, που μπορεί να μη συνοδευόταν με ανάλογη διαβατήρια τελετή, όμως, όπως και το πρώτο μας ξύρισμα, μας γέμιζε υπερηφάνεια και μας έκανε να νιώθουμε άντρες.
  Θυμάμαι ακριβώς τη μέρα που φόρεσα μακριά παντελόνια. Ήταν τότε που ένας λούμπεν προλετάριος της Ιεράπετρας γύριζε τους δρόμους φωνάζοντας. «Την Κυριακή στις 3 Νοεμβρίου, ψηφίσατε Καραμανλή, για να σώσετε τα σπίτια σας». Εννοούσε το κόμμα του, μια και ο Καραμανλής τότε ήταν αυτοεξόριστος.
  Ήταν η 3η Νοεμβρίου του 1963, η πρώτη νίκη του Γεωργίου Παπανδρέου στις εκλογές» (σελ. 100).
  Μετά από 25 χρόνια από τότε που έγραψα το βιβλίο δεν είμαι πια και τόσο σίγουρος, αλλά νομίζω ότι ήταν ο Δυόμισι.
  1964 Κλήδωνας. Διαβάζουμε:
  «Μαζεύονται λοιπόν (οι κοπελιές) σε ένα σπίτι και αναθέτουν σε μια από αυτές να φέρει νερό από κάποιο πηγάδι, χωρίς να μιλά όμως κατά τη μεταφορά του – γι’ αυτό λέγεται αμίλητο νερό. Στη συνέχεια κάθε κορίτσι ρίχνει στην υδροφόρο ένα μικροαντικείμενο – ιδιαίτερης αξίας γι’ αυτά – που λέγεται ριζικάρι. Ακολούθως η υδροφόρος σκεπάζεται με ένα πανί και την επόμενη μέρα μεταφέρεται σε ένα πηγάδι και το νερό της ρίχνεται σ’ αυτό. Κάθε κοπέλα παίρνει από την υδροφόρα το ριζικάρι της και το ρίχνει στο πηγάδι.  
  Έτσι έγινε από τα κορίτσια της γειτονιάς, και από τη γειτονοπούλα Ελένη Καρυωτάκη, όταν πήγαν στο πηγάδι του θείου μου Γιάννη Δερμιτζάκη για να ολοκληρώσουν το έθιμο του Κλήδονα. Η Ελένη ανασηκώνοντας το κάλυμμα του πηγαδιού, έριξε μέσα στο νερό το ριζικάρι της. Προκλήθηκε ένας κυματισμός και με τη βοήθεια του ήλιου, που έφτανε στο βάθος του πηγαδιού, δημιουργήθηκαν διάφορα σχήματα στην επιφάνεια του νερού. Νόμιζε ότι είδε τη μορφή του αγαπημένου της προσώπου και η φωνή της σκέπασε τις φωνές των άλλων κοριτσιών. –Να τος, να τος, ο Σπύρος, φοράει και το πηλήκιό του. Ας σημειωθεί ότι ο Σπύρος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία.
  Ο Κλήδονας στην περίπτωση αυτή δημιούργησε ένα αίσιο αποτέλεσμα, αφού ο Σπύρος Δερμιτζάκης και η Ελένη Καρυωτάκη παντρεύτηκαν, ζουν ευτυχισμένοι και χαίροντα τα τέσσερα εγγονάκια τους.
  Τους εύχομαι, από το βάθος της καρδιάς μου, να χαρούν και δισέγγονα» (σελ. 179).
  Να ’σαι καλά Γιώργο, ο Σπύρος είναι ο αδελφός μου και η Ελένη η νύφη μου.
  1964, Μπάτσος.
  Ο Γιώργος συζητάει με τους φίλους του. Διαβάζουμε:
  «Μετά από λίγη ώρα πέρασε από δίπλα μας κάποιος κύριος, αν ήταν κύριος, και άστραψε ένα μπάτσο στον Νίκο, έτσι στα καλά καθούμενα, αν και ήμασταν όρθιοι. Πιτσιρίκια εμείς δεν μπορούσαμε να ζητήσουμε τον λόγο από τον νταγλαρά… Λέγοντας το συμβάν σε φίλους και γνωστούς, πληροφορηθήκαμε ότι ο δράστης ήταν ο διοικητής του σταθμού Χωροφυλακής της Ιεράπετρας, ο κύριος –κύριος να σου πετύχει – Καπερνέκος με το όνομα. Τότε μάθαμε ότι όταν περνούσε με τα πολιτικά ο διοικητής έπρεπε να τον γνωρίζουμε, να τον χαιρετούμε στρατιωτικά, αφού φορούσαμε πηλίκιο, έστω και σχολικό, και να μην έχουμε τα χέρια μας στις τσέπες» (σελ. 183).
  Το 1973 υπηρετούσα έφεδρος αξιωματικός στην Κοζάνη. Μια μέρα ήμουν υπηρεσία στην πύλη του στρατοπέδου. Κάποια στιγμή βλέπω να βγαίνει ένα αμάξι με κάποιον κύριο με πολιτικά. Την επομένη μου ανακοινώνει ο διοικητής της μονάδας μου (889 ΑΤΧ) μια καμπάνα 25 μέρες φυλακή. Ο κύριος με τα πολιτικά ήταν ο διοικητής του στρατοπέδου. –Μα τα νύχια μου θα μύριζα για να ξέρω ποιος ήταν αυτός ο κύριος με τα πολιτικά; Διαμαρτυρήθηκα εγώ.
  Πέρασαν δυο τρεις μήνες, καταλάγιασε το πράγμα, και ο διοικητής μου μετέτρεψε τη φυλακή σε κράτηση.
  1965 Βαράει.
  «Οι συμμαθητές της Γ΄τάξεως του Λυκείου είχαμε πάει με τα ποδήλατά μας, Σάββατο βράδυ, στο Κάτω Χωριό (το χωριό μου) για να πιούμε καμιά ρακή. Η μια ρακή έγινε δυο, οι δυο έγιναν τρεις και δεν θυμάμαι πού σταματήσαμε». Γυρνώντας, κάνοντας οκτάρια στο δρόμο από το μεθύσι, είδαν να έρχεται από απέναντι ένα αμάξι. Ήταν ο Μουδάτσος ο ταξιτζής. Σταμάτησε στην άκρη για να μην πέσουν πάνω του, μεθυσμένοι καθώς ήταν. Και συνεχίζει ο Γιώργος: «Εμείς περικυκλώσαμε το ταξί και κοιτάζαμε τους επιβαίνοντες σαν περίεργα όντα. Οι χειρονομίες μας ήταν ανεξέλεγκτες, όπως και οι άσκημες κουβέντες που τους λέγαμε. Ξαφνικά, είδαμε τον συνοδηγό να κατεβαίνει κα να μας αρχίζει στα χαστούκια. Ένας από τους συμμαθητές μας, ο Νίκος Ταβλάκης, μεθυσμένος όπως ήταν, του λέει. “Βαράει ο μ…ς. Τι βαράς ρε μ…α;”. Εμείς σκάσαμε στα γέλια, αλλά η λαχτάρα μας ήταν πολύ μεγάλη, όταν αντιληφθήκαμε ότι ήταν ο φιλόλογος της τάξης μας, ο κ. Μανώλης Λουκάκης. Μετά από τις συστάσεις του και σοκαρισμένοι από την γκάφα μας, φτάσαμε στα σπίτια μας οδηγώντας πιο συνετά» (σελ. 189).
  Και θυμήθηκα. Πήγαινα στο δημοτικό τότε. Απρόθυμα, μα πάρα πολύ απρόθυμα, μαζευόμασταν για την πρωινή προσευχή. Ξαφνικά δέχομαι ένα δυνατό κτύπημα πάνω στο κεφάλι. –Ω, γ… (δεν χρειάζεται να επαναλάβω τη βρισιά) ποιος ήτανε εκειοσάς; Γυρνάω και βλέπω το δάσκαλο το κο Σαραντώνη με τη βίτσα στο χέρι. Κάτι μου είπε ειρωνικά ενώ εγώ μαζεύτηκα σαν βρεμένη γάτα.
  1966 Τζάμι
  «Με το φίλο και συμμαθητή Σπύρο είπαμε, αφήνοντας το σχολείο, να ρίξουμε, όπως λέει η παροιμία, μαύρη πέτρα πίσω μας. Ο φίλος μου όμως το εννοούσε κυριολεκτικά και πήρε μια πέτρα για να σπάσει κάποιο τζάμι μιας σχολικής αίθουσας από την πλευρά της οδού Μουτσάκη. Την τελευταία στιγμή όμως μετανιώνει, αφήνει την πέτρα και με τη γροθιά του δίνει μια στο τζάμι με ανεπιτυχές αποτέλεσμα. Σε λίγο επανέλαβε την προσπάθεια και το αποτέλεσμα ήταν θετικό, και όσον αφορά το σπάσιμο του τζαμιού αλλά και όσον αφορά το άσκημο κόψιμο του χεριού του. Πήγαμε τρέχοντας στο σπίτι μας και μπαλώσαμε όπως όπως το τραυματισμένο χέρι. Πού να ’ξερε ότι θα επέστρεφε στο ίδιο σχολείο, για να εργαστεί ως καθηγητής» (σελ. 199).
  1968, Πέτρα
  Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της δικής μου ανάμνησης αν έγραφα ένα βιβλίο σαν αυτό του Γιώργου. Έχω σταθεί μπροστά στην πόρτα του σχολείου, έχοντας φάτσα την εκκλησία. Στο χέρι μου κρατάω μια πέτρα. Την πετάω πίσω μου. Κυριολεκτικά έριξα πέτρα πίσω μου.
  Κατά περίεργο τρόπο, πριν χρόνια έβλεπα κατά καιρούς ένα όνειρο, ότι υπηρετούσα λέει στο γυμνάσιο της Ιεράπετρας. Εδώ και τέσσερα χρόνια που είμαι συνταξιούχος δεν το έχω ξαναδεί.
  1968 Καλάμι
  «Η παροιμία λέει: του ψαρά το πιάτο εννιά φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο [εδώ θα διορθώσω: του χαρτοπαίκτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο].Κάτι ήξεραν αυτοί που την έβγαλαν. Εγώ δεν ήμουν ψαράς, αλλά πήγα να κάνω τον ερασιτέχνη ψαρά. Αμ δε! τα πράγματα μόνο εύκολα που δεν ήταν… Αφού δόλωσα το αγκίστρι, έριξα την πετονιά και περίμενα να βουλιάξει ο φελλός που ήταν ένδειξη ότι κάποιο ψάρι αγκιστρώθηκε. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που έκανα, ο φελλός δε βούλιαξε ούτε μια φορά. Πήγα λίγο πιο πέρα, λίγο πιο δεξιά, λίγο πιο αριστερά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Απογοητευμένος, μάζεψα τα συμπράγκαλά μου και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Οι δικοί μου περίμεναν, υποτίθεται, τα ψάρια, για να ετοιμαστεί ένα ωραίο τραπέζι.
  Από την πολλή όρεξη που είχα να ξαναπάω για ψάρεμα, καταχώνιασα το καλάμι στο βάθος του παταριού του σπιτιού μας» (σελ. 209).
  Πριν το πουλήσει στο φίλο του τον Μανώλη Δασκαλογιαννάκη από το Μύρτος πήγε άλλη μια φορά. Πάλι δεν κατάφερε να πιάσει κανένα ψάρι, ενώ ένας γέρος δίπλα του είχε γεμάτο το καλάθι. –Καλά, τον ρωτάει, πώς τα καταφέρνεις και πιάνεις τόσο ψάρι, ενώ εγώ που ψαρεύω πλάι σου, τίποτα; -Να σου πω, του λέει, έχει σχέση με το δόλωμα. Κάθε πρωί που ξυπνάω, αν δω το πουλί μου και είναι στην αριστερή μεριά, βάζω μαρίδα, αν είναι στη δεξιά, βάζω γαρίδα. –Ναι, λέει ο Γιώργος, αλλά εμένα, κάθε πρωί που ξυπνάω είναι όρθιο. –Όρθιο; Και βλάκας είσαι και έρχεσαι για ψάρεμα;
  Εν τάξει, αυτό το πρόσθεσα εγώ, είναι ανέκδοτο, φαντάζομαι πολλοί μπορεί να το ξέρετε.
  Ήδη όμως έχω μιλήσει πάρα πολύ. Θα κλείσω τονίζοντας ότι αυτό το βιβλίο του Γιώργου ήταν για μένα πραγματική απόλαυση. Θα χάσετε αν δεν το διαβάσετε.
Και οι δεκαπεντασύλλαβοι που ανιχνεύσαμε:

Με τη μαχιά στο σίδερο κι έκλεινε το καπάκι (σελ. 31)
Κάν’ τον να μάθει γράμματα με όποιο τρόπο θέλεις (σελ. 116)
Όπως στις άλλες γειτονιές έτσι και στη δική μας (σελ. 123)
Τα γέλια των συμμαθητών άργησαν να κοπάσουν (σελ. 133)
προλάβαιναν και έφευγαν από την πίσω πόρτα (σελ. 161)
Post a Comment