Book review, movie criticism

Tuesday, April 7, 2015

Friedriech Nietzsche, Τάδε έφη Ζαρατούστρα



Friedriech Nietzsche, Τάδε έφη Ζαρατούστρα (μετ. Νίκος Καζαντζάκης) Φέξη 1965, σελ. 271

Κράτησα τη μια υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου, να ξαναδιαβάσω τον Καζαντζάκη.  Τώρα να κρατήσω και τη δεύτερη, να ξαναδιαβάσω τον Νίτσε.
Η επαφή μου με τον Νίτσε έγινε ταυτόχρονα με την επαφή μου με τον Ντοστογιέφσκι, την ίδια εποχή, όταν πήγαινα στη δευτέρα γυμνασίου. Τον Ντοστογιέφσκι τον γνώρισα με το μυθιστόρημά του «Ο ηλίθιος» και τον Νίτσε με τη «Γέννηση της τραγωδίας». Από τότε ό,τι βιβλίο τους έφτανε στο βιβλιοπωλείο της κας Σοφίας Αεράκη, που ήταν ταυτόχρονα και πρακτορείο εφημερίδων, το αγόραζα.
Οι επιλογές μου καθορίζονταν αυστηρά από τα βιβλία που έφταναν σ’ αυτό το βιβλιοπωλείο-πρακτορείο. Κάθε μέρα, όταν τέλειωνε το σχολείο, είτε ήταν μεσημέρι είτε ήταν βράδυ, κατέβαινα με το ποδήλατο μέχρι το βιβλιοπωλείο αυτό και κοίταζα αν υπήρχε κάτι καινούριο στη βιτρίνα. Όλα τα βιβλία ήταν φτηνές εκδόσεις, Δαρεμάς στην πλειοψηφία τους. Ανάμεσα στα βιβλία που αγόρασα τότε – θυμάμαι την «Πείνα» του Κνουτ Χαμσούν, το «Κατηγορώ» του Ζολά, «Τα σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ και την βιογραφία του Βαν Γκογκ από τον Ίρβιν Στόουν – ήταν και πάρα πολλές πεζές μεταφράσεις έργων του Σαίξπηρ.
Έκανα πρόσφατα μια ανάρτηση παρακινημένος από ένα βίντεο που είδα από εκδήλωση εις μνήμην του Κωστή Παπαγιώργη όπου δήλωνα, όπως και ο Παπαγιώργης, ότι δεν μου αρέσει η ποίηση. Μέχρι τώρα τη δήλωση αυτή δεν την έκανα δημόσια αλλά μόνο σε συζητήσεις με φίλους. Μπορώ να εξομολογηθώ τώρα ότι τον Νίτσε δεν μπόρεσα ποτέ να τον διαβάσω ολόκληρο εξαιτίας της ποιητικής του γλώσσας. Με συγκινούσε περισσότερο η βιογραφία που έγραψε γι’ αυτόν ο Σαρλ Αντλέρ την οποία διάβαζα και ξαναδιάβαζα, και αργότερα την βιογραφία που έγραψε ο Ντανιέλ Αλεβύ. Τον Ζαρατούστρα επιχείρησα πολλές φορές να τον διαβάσω, σε μια μετάφραση όχι του Καζαντζάκη, και ποτέ δεν κατάφερα να τον τελειώσω. Το βιβλίο αυτό το έχασα, αλλά ούτε και τη μετάφραση αυτή του Καζαντζάκη κατάφερα να τελειώσω, παρά τις κάποιες απόπειρες που έκανα επίσης. Τώρα όμως είπα ότι θα την τελειώσω οπωσδήποτε.
Και άλλα βιβλία του Νίτσε δεν κατάφερα να τελειώσω. Τα σύντομα κείμενά του, αποσπασματικά, δεν με τραβούσαν ιδιαίτερα. Τα μόνα βιβλία που τέλειωσα και τα διάβασα τουλάχιστον δυο φορές ήταν τα συστηματικά του: «Η γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής», νεανικό του έργο αλλά εξαιρετικό, και «Η γενεαλογία της ηθικής», ένα έργο που με επηρέασε βαθιά. Το αγόρασα και στα γερμανικά, φοιτητής, αλλά δεν κατάφερα να το διαβάσω.
Θέλοντας να (ξανα)διαβάσω τον Νίτσε ήταν φυσικό να ξεκινήσω από τον Ζαρατούστρα, το βιβλίο του στο οποίο γίνονται οι περισσότερες αναφορές. Πιστεύω ότι αυτό που μαγεύει στον Ζαρατούστρα είναι ακριβώς αυτό που εμένα με απωθεί: η ποιητικότητα της γλώσσας (στο τέλος υπάρχουν και κανονικά ποιήματα), που έχει και το αποκαλυπτικό ύφος του κηρύγματος ενός προφήτη.   
Παρεμπιπτόντως, δεν είναι τυχαίο που διαβάζεται τόσο η «Αποκάλυψη του Ιωάννη», και μεγάλοι μας ποιητές την έχουν μεταφράσει. Όχι, δεν σκοπεύω να τη διαβάσω, ούτε στο πρωτότυπο ούτε σε μετάφραση. 
Τον Ζαρατούστρα τον διάβασα με αρκετή δυσκολία. Η ποιητικότητα της γλώσσας με ξένιζε ακόμη περισσότερο από ό,τι παλιά, αλλά πίεσα τον εαυτό μου. Και όπως κάνω για κάθε βιβλίο που διαβάζω, θα γράψω και γι’ αυτό δυο λόγια που θα αναρτήσω στο blog μου.
Πριν παραθέσω αποσπάσματα θα γράψω με συντομία μια γενική εντύπωση, αυτή που είχα σχηματίσει έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια.
Ο ερημίτης Ζαρατούστρα, δηλαδή ο μοναχικός Νίτσε, βλέπει με περιφρόνηση τόσο τον όχλο όσο και τους «σοφούς». Ευαγγελίζεται τον υπεράνθρωπο που θα ξεπεράσει τον άνθρωπο. Βέβαια η ιδέα του για την «Αιώνια επιστροφή» αντιφάσκει με την ιδέα του υπερανθρώπου, αλλά ας μην το συζητήσουμε εδώ. Επίσης είναι άθεος, και τον χριστιανισμό τον βλέπει με περιφρόνηση, με την ίδια περιφρόνηση με την οποία ο χριστιανισμός αντιμετωπίζει το σώμα. Τη θεωρεί ως θρησκεία δούλων. Θαυμάζει τη δύναμη, περιφρονεί την αδυναμία. Η βούληση για δύναμη, αυτό μετράει, και όχι η απλή θέληση για ζωή.
Και τώρα αποσπάσματα (κατά τόπους τα εξομάλυνα γλωσσικά). Διαβάζουμε:
«Άλλοτε η ψυχή εκύταζε το σώμα με περιφρόνηση: τίποτα τότε δεν εθεωρούσαν υψηλότερον από την περιφρόνηση αυτή: η ψυχή ήθελε το σώμα αδύνατο, βδελυρό και λιμασμένο! Έτσι ήλπιζε πως θα γλύτωνε από το σώμα και από τη γη» (σελ. 8).
Γιατί, είναι και σήμερα τα πράγματα διαφορετικά; Έτσι αντιμετωπίζει πάντα το σώμα η ψυχή των χριστιανών.
Και ο Καζαντζάκης, παρά τις επιρροές που έχει από τον Νίτσε, με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει το σώμα, σαν χριστιανός.
«Μ’ αρέσουν όσοι δε ζητούν, πίσω από τ’ άστρα, μιαν αιτία για να καταστραφούν ή για να θυσιαστούν· μ’ αρέσουν όσοι θυσιάζονται για τη γη, για να γίνει μια μέρα η γη κτήμα του Υπερανθρώπου» (σελ. 10).
Οι κομμουνιστές θυσιάζονται για τη γη, αν και όχι για τον υπεράνθρωπο αλλά για την ισότητα (ο Νίτσε την περιφρονεί) και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτοί που ζητούν σήμερα μιαν αιτία πίσω από τ’ άστρα για να καταστραφούν είναι οι ισλαμιστές.
«Ο κόσμος του φάνηκε τότε σαν έργο θεού που υποφέρει και αγωνιά» (σελ. 23). Κάπου γράφει και ο Καζαντζάκης κάτι τέτοιο, αλλά νομίζω είναι αποτέλεσμα κρυπτομνησίας και όχι λογοκλοπής.
«Αλλοίμονο, αδελφοί μου, ο θεός αυτός που δημιούργησα ήταν έργο ανθρώπινο και ανθρώπινη τρέλα, όπως είναι όλοι οι θεοί.
Δεν ήταν παρά άνθρωπος, ελεεινό κομμάτι του ανθρώπου και του εγώ: βγήκε από τη δική μου στάκτη και από τη δική μου φωτιά το φάντασμα αυτό και δεν ήλθε από κανέναν υπέργειο κόσμο.
Τι συνέβη τότε αδελφοί μου; Ανέβηκα παραπάνω από τον εαυτό μου, που πονούσε, ανέβασα τη στάκτη μου απάνω στο βουνό, εφεύρα για τον εαυτό μου μια καθαρώτερη φλόγα. Και ιδού! το φάντασμα έφυγε μακριά μου!» (σελ. 24).
Το απόσπασμα το υπογράμμισα στα πρώτα μου διαβάσματα.
«Το να έχει ο καθένας το δικαίωμα να μάθει ανάγνωση, τούτο καταστρέφει όχι μόνο τη γραφή, μα και τη σκέψη.
Άλλοτε το πνεύμα ήταν Θεός, έπειτα έγινε άνθρωπος, τώρα κατάντησε όχλος» (σελ. 31).
Πόσοι θα προσυπογράφατε το παραπάνω απόσπασμα; Εγώ πάντως όχι.
Τι θα λέγατε και γι’ αυτό;
«Λέτε: ο καλός σκοπός αγιάζει τον πόλεμο! Εγώ όμως σας λέω: ο καλός πόλεμος αγιάζει το σκοπό» (σελ. 37).
Δεν μας εξηγεί πώς εννοεί τον καλό πόλεμο και πώς τον κακό.
Το παρακάτω όμως το προσυπογράφω απόλυτα:
«Κράτος λέγεται το πιο κρύο απ’ όλα τα κρύα τέρατα. Με απάθεια ψεύδεται· και να η ψευτιά που φιδοσέρνεται από το στόμα του: -Εγώ το Κράτος είμαι ο λαός… Μα το κράτος ψεύδεται σε όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού: και ό,τι λέει είναι ψέμα, και ό,τι έχει το έχει κλεμμένο» (σελ. 38).
«Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται κι από λίγα: ευλογημένη ας είναι η μικρή φτώχεια! (σελ. 40).
Σα να μιλάει ο «Φτωχούλης του Θεού». Ο Σαρτρ το είχε πει πιο σύντομα στο «Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός»: Τα πράγματα μας κατέχουν. Εμένα με κατέχουν οι εξωτερικοί σκληροί μου δίσκοι, κάπου 70 ΤΒ.
«Μακριά από την αγορά και τη δόξα αυξάνει κάθε μεγάλο: μακριά από την αγορά και τη δόξα κατοικούσαν πάντα οι δημιουργοί των νέων αξιών» (σελ. 41).
Αλήθεια, τι θα ήταν σήμερα ο Νίτσε αν δεν του έδιναν πρόωρη συνταξιοδότηση από το πανεπιστήμιο της Βασιλείας;
Για τις γυναίκες γράφει αρκετά πράγματα στο κεφάλαιο «Η γριά και η νέα γυναικούλα» για τα οποία θα ανατρίχιαζαν φεμινίστριες και μη. Εγώ θα παραθέσω το τέλος: «Πηγαίνεις στις γυναίκες; Μη ξεχνάς το καμτσίκι» (σελ. 53).
Στην Κρήτη το μαστίγιο το λέμε καμτσίκι. Όμως πού το είδα αυτό το μαστίγιο τελευταία, πού το είδα… Α, ναι, στις «50 αποχρώσεις του γκρι».
«Γάμο, έτσι τα λένε όλα αυτά· και λένε πως ο γάμος τους εσφραγίστηκε στον ουρανό» (σελ. 56).
Την εικόνα αυτή τη βρήκα στον Πρατικάκη, στον Λειβαδίτη, νομίζω στον Τσέχωφ, φαίνεται να ανήκει στην ρώσικη λαϊκή παράδοση, και δεν ξέρω πού αλλού. Άρα η Ur-εικόνα βρίσκεται πιο πίσω από τον Ζαρατούστρα.
Το παρακάτω είναι απολαυστικό!!!
«Πολλές μικρές τρέλες-αυτό λέτε σεις έρωτα. Κι ο γάμος σας θέτει τέλος σε πολλές τρέλες, με μια πολύχρονη κουταμάρα» (σελ. 56).
Το πρώτο μέρος κατά τη γνώμη μου είναι και το καλύτερο. Στο τέλος του βλέπω υπογραμμισμένο ένα απόσπασμα που με εκφράζει απόλυτα, και σε σχέση με τον Νίτσε:
«Μόνος πηγαίνω τώρα, ω μαθητές μου! Και σεις επίσης θα τραβήξετε μόνοι το δρόμο σας. Έτσι το θέλω.
Αληθινά σας συμβουλεύω: αλαργάρετε από μένα και φυλαχθήτε από τον Ζαρατούστρα! Κι ακόμη καλύτερα: Να τον ντρέπεσθε! Ίσως σας εξαπάτησε… Δεν αγαπά κανείς το δάσκαλό του όταν μένει πάντα μαζί του μαθητής. Και γιατί δεν θέλετε να ξεσχίσετε το στεφάνι μου;
Με σέβεσθε· μα τι θα γίνει όταν ο σεβασμός σας μια μέρα γκρεμισθεί; Προσέχετε μη σκοτωθείτε από το άγαλμα.
Λέτε πως πιστεύετε στον Ζαρατούστρα. Μα τι σημασία έχει ο Ζαρατούστρας; Είσθε οι πιστοί μου: μα τι σημασία έχουν όλοι οι πιστοί;
Δεν ζητήσατε ακόμη τους εαυτούς σας: τότε με βρήκατε. Έτσι κάνουν όλοι οι πιστοί· γι’ αυτό τόση λίγη σημασία έχει κάθε πίστη.
Τώρα σας προστάζω εμένα να χάσετε και τους εαυτούς σας να βρείτε· και μόνο σα μ’ απαρνηθείτε όλοι θα ’ρθω πάλι σε σας (σελ. 62).
Διαβάζουμε:
«Θέλομε να εκδικηθούμε και να βρίσομε όλους όσους δεν μας μοιάζουν» (σελ. 81).
Μα πώς;
Δεν έμαθε ο Ζαρατούστρα ότι η έλξη του αναφορικού πέθανε;
Δεν ξέρει ο Καζαντζάκης ελληνικά;
Έπρεπε να γράψει: …όλους όσοι δεν μας μοιάζουν.
Και για τους σοφούς που λέγαμε:
«Στην ερημιά έζησαν πάντα οι αληθινοί, τα ελεύθερα πνεύματα, οι κύριοι της ερήμου· αλλά στις πολιτείες κατοικούν οι ένδοξοι και καλοθρεμμένοι σοφοί-τα φορτηγά ζώα· γιατί πάντα τραβούν, σαν γαϊδούρια, τα κάρα του λαού (σελ. 85).
«Άλλο είναι η εγκατάλειψη κι άλλο η μοναξιά» (σελ. 151) μας λέει ο Νίτσε. Στην επόμενη σελίδα έχουμε μια αποστροφή στη μοναξιά.
«Ω μοναξιά! Ω συ πατρίδα μου μοναξιά! Πόσο ευτυχισμένη και τρυφερή η φωνή σου μου κουβεντιάζει! Δεν ερωτιώμασθε καθόλου, δεν έχομε παράπονα ο ένας από τον άλλο, περνούμε άδολα μαζί ανοιγμένες θύρες! Γιατί όλα σου είναι ανοικτά και φωτεινά· κι οι ώρες ακόμα τρέχουν εδώ ελαφρότερες. Γιατί στο σκοτάδι βαρύτερος περνά ο καιρός, παρά στο φως» (σελ. 152).
«Αληθινά, δεν μ’ αρέσουν όσοι θαρρούν όλα τα πράγματα καλά και που ονομάζουν τον κόσμο τούτον τον καλύτερο απ’ όλους τους κόσμους. Τους αποκαλώ ικανοποιημένους» (σελ. 160).
Δεν του αρέσει ο Λάιμπνιτς.
«Καρδιά έχει εκείνος που γνωρίζει το φόβο, μα που εκβιάζει το φόβο, εκείνος που βλέπει την άβυσσο, μα με περηφάνια» (σελ. 238).
Και πάλι καζαντζακική κρυπτομνησία.
Διαβάζω Νίτσε με διάμεσο-μεταφραστή τον Καζαντζάκη. Και θυμήθηκα τις τρεις προσευχές που απευθύνει η ψυχή στο θεό («Ο Φτωχούλης του θεού»).
Πρώτη προσευχή: θεέ μου, μη με αφήσεις ατέντωτο γιατί θα σαπίσω.
Δεύτερη προσευχή: θεέ μου, μη με παρατεντώσεις γιατί θα σπάσω.
Τρίτη προσευχή: θεέ μου, παρατέντωσέ με κι ας σπάσω.
Ο θεός εισάκουσε την πρώτη προσευχή της δικής μου ψυχής: δεν με άφησε ατέντωτο να σαπίσω.
Του Καζαντζάκη εισάκουσε τη δεύτερη προσευχή: δεν τον παρατέντωσε, δεν έσπασε.
Του Νίτσε άκουσε την τρίτη προσευχή: τον παρατέντωσε και έσπασε. Ως γνωστόν τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταρρεύσει ψυχικά και νοητικά.
Όμως για τον Νίτσε πιστεύω θα ξαναγράψουμε.
Και κλείνουμε όπως πάντα με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους.

Τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Ένας σωρός αρρώστιες (σελ. 30)
Φρόνιμη γίνεται η ψυχή τέτοιων φυλακισμένων (σελ. 34)
Άρρωστοι είναι πάντα τους, ξεχύνουν τη χολή τους (σελ. 39)
Όπου φυσά όλος ορμή και δύναμη αέρας (σελ. 41)
Να συλλογίζονται πολύ με τη στενή ψυχή τους (σελ. 42)
Δικαίωμα και δύναμη για ένα τέτοιο πράγμα (σελ. 49)
Πρέπει να θέλεις να καείς στην ίδια σου τη φλόγα (σελ. 51)
Και φρίσσομε ακούοντας τον ξεπεσμό να λέει (σελ. 60)
Με τη φλογέρα του βοσκού να σας γυρίσω πίσω (σελ. 69)
Ανεκτικοί και πονηροί, όμοιοι με γαϊδούρια (σελ. 84)
Και νύκτες που λαμποκοπούν από επιθυμία (σελ. 86)
Και μέσα εκεί χορεύανε κορίτσια μεταξύ τους (σελ. 88)
Η ομορφιά είναι ανέφθαστη στις βίαιες θελήσεις (σελ. 97)
Όταν το σκέλεθρο αυτό μου έγνεψε με αγάπη (σελ. 98)
Και μονοπάτι για το φως και φως αυτή η ίδια και
Έτσι το θέλει η μοίρα μου-ας είναι ευλογημένη! (σελ. 102)
Μεγάλη τρέλα κρύβεται μέσα στη θέλησή μας (σελ. 115)
Αγνάντεψε τη θάλασσα ν’ απλώνεται μπροστά του (σελ. 126)
Μα κάτι υπάρχει μέσα μου που τ’ ονομάζω θάρρος (σελ. 129)
Κανείς δεν σ’ εκολάκευε όσο επιθυμούσες (σελ. 147)
Ό,τι καλύτερο έχομε, είναι ακόμα νέο (σελ. 165)
Που με την ευαρέσκεια και δυσαρέσκειά του, και
Όσα έχουν διατίμηση έχουν λίγη αξία (σελ. 167)
Μυρίζει η ανάσα του μελλοντικά τραγούδια (σελ. 185)
Και τώρα θέλω γρήγορα να φύγω μακριά σου (σελ. 227)
Post a Comment