Book review, movie criticism

Wednesday, April 8, 2015

Abdellatif Kechiche, All his films




La faute à Voltaire (Poetical refugee, 2000)

  «Ο Βολταίρος φταίει» είναι η πρώτη ταινία του Abdellatif Kechiche, από την οποία μπορεί να καταλάβει κανείς ότι πρόκειται για ένα μεγάλο σκηνοθέτη. Όποιος την είδε δεν θα ένοιωσε έκπληξη που πήρε το Χρυσό φοίνικα με τη «Ζωή της Αντέλ».
  Αλλά γιατί φταίει ο Βολταίρος; Ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, όλα φούμαρα, μας λέει ο Τυνησιανός Kechiche. Οι μετανάστες το νοιώθουν αυτό στο πετσί τους.
  Ένας τέτοιος μετανάστης είναι και ο Jallel. Για την ακρίβεια λαθρομετανάστης. Σκαρφίζεται, ή μάλλον σκαρφίζονται άλλοι γι’ αυτόν, τρόπους για να τα καταφέρει να παραμείνει στη Γαλλία. Και όντως, καταφέρνει να πάρει την άδεια μιας τρίμηνης παραμονής.
  Η ζωή των λαθρομεταναστών είναι το φόντο. Η αλληλεγγύη που τους διακρίνει είναι εκπληκτική, ακόμη και όταν τσακώνονται καμιά φορά. Όμως η ζωή είναι σκληρή γι’ αυτούς. Τους κτυπά αλύπητα, με αποτέλεσμα να γίνονται καμιά φορά από θύματα θύτες. Η Leila έχει εγκαταλειφθεί από τον αγαπημένο της, ενώ είχε το παιδί του στην κοιλιά της. Ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Jallel, υποτίθεται σε εικονικό γάμο για να πάρει άδεια παραμονής, όμως ξέρουμε ότι αγαπιούνται και ότι ο γάμος αυτός θα γίνει πραγματικός. Αλλά ο μικρός γιος της έχει αντιρρήσεις, αντιρρήσεις που τις εκφράζει ψυχοσωματικά, πρώτα με διάρροια και μετά με κλάμα. Θα τον πάρει και θα φύγουν από το δημαρχείο που θα γινόταν ο γάμος πριν γίνουν αντιληπτοί. Ο Jallel και οι άλλοι την ψάχνουν.
  Συντριμμένος ο Jallel θα νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο. Εκεί θα γνωρίσει την Λούση, μια κοπέλα που κουβαλάει έντονα ψυχολογικά προβλήματα. Με τη στάση του την κάνει να τον αγαπήσει. Τελικά θα την αγαπήσει κι αυτός. Στο τέλος τους βρίσκουμε σε ένα ξενοδοχείο κάμποσων αστέρων, βραβείο σε ένα διαγωνισμό που το κέρδισε ένας φίλος του και τους το έκανε δώρο.
  Η Λούση κοιμάται. Ο Jallel φεύγει ακροποδητί για να μην την ξυπνήσει. Πηγαίνει να πουλήσει τα λουλούδια του.
  Ο Αριστοτέλης μιλάει για το «κατά το εικός και το αναγκαίον», σαν μια από τις συνθήκες της τραγωδίας. Όμως αυτό που συμβαίνει στον Jallel δεν συμβαίνει καθόλου κατά το εικός και το αναγκαίον. Δεν καταφέρνει αυτή τη φορά να ξεφύγει από τους αστυνομικούς. Τον συλλαμβάνουν. Η Λούση κοιμάται αμέριμνη. Φανταζόμαστε την αγωνία της όταν δεν θα τον δει να επιστρέφει.
  Στην τελευταία σκηνή βλέπουμε να τον φορτώνουν στο αεροπλάνο της επιστροφής στην πατρίδα του, μαζί με έναν ακόμη λαθρομετανάστη.
  Γιατί να επιλέξει ένα τέτοιο τέλος ο Kechiche?
  Πιστεύω για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι η απαισιόδοξη ματιά με την οποία βλέπει τη ζωή γενικά, αλλά και τις ερωτικές σχέσεις, που συχνότατα έχουν ένα τέλος. Ο δεύτερος είναι για να καταδείξει την θλιβερή μοίρα που δέρνει τους μετανάστες. Happy end έχουμε μόνο στις χολιγουντιανές ταινίες.
  Παρεμπιπτόντως, στο βιογραφικό της Élodie Bouchez που παίζει το ρόλο της Λούση δεν αναφέρεται η ταινία αυτή του Kechiche, παρά την εκπληκτική ερμηνεία της. Επίσης παρεμπιπτόντως, και στο βιογραφικό της Laura Ramsey δεν αναφέρεται η εξαιρετική ταινία «What Lola wants» του Μαροκινού σκηνοθέτη Nabil Ayouche, όπου κατά τη γνώμη μου έκανε την καλύτερη ερμηνεία της (ωραία κοπέλα, μετά είδα σχεδόν όλες τις ταινίες της).
  Κατά το εικός και το αναγκαίο: και οι δυο σκηνοθέτες είναι άραβες, όχι ευρωπαίοι, ας μη τους δώσουμε και τόση σημασία. Τα αναφέρω αυτά για να εικονογραφήσω περισσότερο τη θέση του Kechiche σ’ αυτή την ταινία.

L’ esquive (Games of love and chance, 2003)
  «Φυγομαχία» είναι ο γαλλικός τίτλος, «Παιχνίδια του έρωτα και της τύχης» ο αγγλικός. Μια ακόμη απαισιόδοξη ματιά στον έρωτα, στον έρωτα που είναι καταδικασμένος στη ματαίωση. Στη «Ζωή της Αντέλ», το έργο του Kechiche που πρωτοείδαμε και αποφασίσαμε να δούμε και τα υπόλοιπά του, ο έρωτας είναι καταδικασμένος επειδή τέτοιος είναι συχνά ο ομοφυλοφιλικός έρωτας. Στο «Ο Βολταίρος φταίει» είναι η τύχη, η σκληρή τύχη που δέρνει τους λαθρομετανάστες, που δεν τον άφησε να ευοδωθεί. Εδώ είναι η μη ανταπόκριση.
  Σε μια φτωχογειτονιά του Παρισιού, μια ομάδα μαθητών, κυρίως βορειοαφρικανών μεταναστών, ανεβάζουν στο σχολείο τους το έργο του Μαριβώ «Το παιχνίδι του έρωτα και της τύχης». Το έργο αυτό λειτουργεί ως αντικατοπτρική ιστορία, παρέχοντας τα ερμηνευτικά κλειδιά για την κατανόηση της ταινίας. Στην ανάλυση που κάνει η καθηγήτρια τονίζει το πόσο ανυπέρβλητες είναι οι ταξικές διαφορές, ακόμη και στον έρωτα. Ας προσπαθεί ο David Herbert Lawrence να μας πείσει για το αντίθετο («Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι», «Η παρθένα και ο τσιγγάνος»).

  Τους νεαρούς ήρωες τους βλέπουμε να τσακώνονται συχνά, υπερβολικά συχνά θα έλεγα, και μάλιστα πολύ έντονα, ακόμη και βίαια. Ίσως να είναι μια ρεαλιστική αναπαράσταση του τι συμβαίνει στις παρέες των νεαρών σε αυτές τις φτωχογειτονιές.

  Ο Krimo, με πατέρα υπόδικο στη φυλακή, ερωτεύεται τη Lydia, και «λαδώνει» τον παρτενέρ της στο έργο για να παίξει αυτός το ρόλο του ερωτευμένου. Όμως καθώς είναι πραγματικά ερωτευμένος δεν μπορεί να τον παίξει πειστικά. Την πέφτει στη Λύντια, όμως αυτή δεν είναι έτοιμη να του δώσει απάντηση. Ο Fathi, ο καλύτερός του φίλος, βλέποντάς τον να υποφέρει πιέζει τα πράγματα, θέλοντας να την εξαναγκάσει να του πει ένα ναι ή ένα όχι. Κάθονται σε ένα αμάξι και συζητούν. Πριν αυτή προλάβει να του δώσει μιαν απάντηση μπουκάρουν οι αστυνομικοί. Ο Kechiche δείχνει σε αρκετή έκταση τη βαναυσότητά τους απέναντι στους δυο νεαρούς και τους τρεις φίλους τους που τους παρακολουθούν λίγο πιο πέρα.
  Μεσολαβεί αφηγηματικό κενό και στη συνέχεια βλέπουμε την παράσταση μπροστά στους γονείς-θεατές. Με τον πρώτο παρτενέρ, το έργο έχει μεγάλη επιτυχία και καταχειροκροτούνται. Ο Krimo πλησιάζει το κτήριο που δίνεται η παράσταση, στέκεται μπροστά στο παράθυρο και βλέπει από το τζάμι την εύθυμη ατμόσφαιρα. Μετά απομακρύνεται.
  Στην τελευταία σκηνή η Lydia φωνάζει κάτω από το παράθυρο του σπιτιού του: Krimo!!! Krimo!!! Υποθέτουμε την αρνητική απάντηση που του έδωσε, αν του έδωσε, μετά το επεισόδιο με τους αστυνομικούς, όμως εξακολουθούν να είναι συμμαθητές και φίλοι. Κάθεται συλλογισμένος στο κρεβάτι. Ακούει τη φωνή της, σηκώνεται αργά, πλησιάζει στο παράθυρο και στέκεται πίσω από τις κουρτίνες χωρίς να απαντήσει στο κάλεσμά της. Αυτή απομακρύνεται, και το έργο τελειώνει.

  Η Sara Forestier είναι λευκή, κατάξανθη, ενώ ο Osman Elkharraz είναι πολύ μελαχρινός. Μήπως ο Kechiche θέλησε μ’ αυτή την επιλογή των ηθοποιών του να τονίσει ότι δεν είναι μόνο οι ταξικές διαφορές αλλά και οι φυλετικές που στέκουν συχνά εμπόδιο στον έρωτα;

 

La graine et le mulet (The secret grain, 2007)

 

  Το «Κουσκούς» όπως διανεμήθηκε διεθνώς η ταινία έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με το «La faute à Voltaire» (Ο Βολταίρος φταίει) και με το «Lesquive» (Η φυγομαχία). Κοινή και στα τρία έργα είναι η απαισιόδοξη ματιά του σκηνοθέτη. Όπως και στο πρώτο έργο, το δραματικό τέλος δεν συντελείται κατά το εικός και το αναγκαίο αλλά είναι αποτέλεσμα καθαρής τύχης. Μάλιστα σ’ αυτό εδώ συμβαίνουν τρία τυχαία γεγονότα, από τα οποία το τελευταίο θα αποβεί μοιραίο.

  Ο Σλιμάν που μόλις τον έχουν απολύσει από τη δουλειά του έχει ανακαινίσει το σαπιοκάραβό του και το έχει μετατρέψει σε πλωτό εστιατόριο. Έχει καλέσει πολύ κόσμο. Ανάμεσά τους είναι και εκείνοι στους οποίους απευθύνθηκε για χρηματοδότηση. Βλέποντας στην πράξη την επιτυχία του εγχειρήματος ελπίζει ότι θα αρθούν οι επιφυλάξεις τους.

  Το πρώτο τυχαίο: ο ένας του γιος ξεχνά να μεταφέρει από το αμάξι το δοχείο που περιείχε το κουσκούς.

  Το δεύτερο τυχαίο: ο άλλος του γιος το παίρνει κρυφά για να συναντήσει την γκόμενα. Αν ρωτήσουν για την απουσία του λέει στον αδελφό του να πει ότι πάει να βοηθήσει ένα φίλο που έμεινε στην εθνική.

  Το πρόβλημα λύνεται: η γυναίκα του πηγαίνει και ετοιμάζει άλλο κουσκούς, ενώ προσπαθούν να ηρεμήσουν τους επισκέπτες που ανυπομονούν να το δοκιμάσουν προσφέροντάς τους ποτά.

  Όμως το τρίτο τυχαίο αποβαίνει μοιραίο. Πηγαίνοντας να βρει την πρώτη του γυναίκα που του ετοίμασε το κουσκούς για να την παρακαλέσει να φτιάξει άλλο, του κλέβουν το μηχανάκι. Είναι τρεις νεαροί, που περνούν συνεχώς δίπλα του κοροϊδεύοντάς τον. Αυτός τους κυνηγάει, χωρίς αποτέλεσμα βέβαια. Αποφασίζει να επιστρέψει στο πλοίο. Τρέχει να προλάβει. Ακούμε τις μουσικές (εθελοντική προσφορά των φίλων του). Όμως η καρδιά του τον προδίδει. Στην τελευταία σκηνή τον βλέπομε να σωριάζεται κάτω φαρδύς πλατύς και να μένει ακίνητος.

  Το κοινό που έχει με τη δεύτερη ταινία είναι οι μεγάλες σκηνές με άφθονη redundancy (περισσότητα), που δεν πληροφορούν αλλά λειτουργούν ως δείκτες, στην πρώτη του νεολαιίστικου κλίματος και στη δεύτερη του κόσμου των αράβων μεταναστών. Έχει κανείς την αίσθηση ότι αυτές οι σκηνές είναι παρατραβηγμένες σε έκταση, εκτός από την τελευταία: η προγονή του που τον υπεραγαπά, προκειμένου να απασχολήσει τους καλεσμένους και να ξεχάσουν το κουσκούς χορεύει το χορό της κοιλιάς.

  Εξαιρετική ταινία και εξαιρετικός ο Habib Boufares στο ρόλο του Σλιμάν, λιγομίλητος, με μια κουρασμένη έκφραση και ένα θλιμμένο βλέμμα.

 

Vénus noire (Black Afrodite, 2010)

 

  Έχω ξαναμιλήσει για την πρόσληψη, έχω γράψει ότι τα θρίλερ και οι ταινίες τρόμου δεν μου αρέσουν. Αυτό που δεν έγραψα είναι ότι ούτε οι ταινίες εποχής με ενθουσιάζουν. Και η «Μαύρη Αφροδίτη» είναι μια ταινία εποχής, με την υπόθεση να διαδραματίζεται στο Λονδίνο και στο Παρίσι μεταξύ 1810 και 1815.

  Η «Μαύρη Αφροδίτη» ή η Αφροδίτη των Οντεντότων είναι πραγματική. Την έφερε στο Λονδίνο ο Σέζαρ, στο σπίτι του οποίου υπηρετούσε ως υπηρέτρια, για θεατρικές παραστάσεις. Αυτό που δεν ήξερε η άμοιρη ήταν ότι θα την παρουσίαζε ως αξιοθέατο, σαν μια άγρια γυναίκα με τεράστιους γλουτούς (στεατοπυγία). Την έχει μέσα σε κλουβί και την εκθέτει όπως ο αρκουδιάρης εκθέτει μιαν αρκούδα. Υποτίθεται θα κερδίσουν λεφτά και θα γυρίσουν πίσω στη Νότια Αφρική.

  Η ταινία αυτή μου θύμισε δυο ιρανικές ταινίες οι οποίες δεν μου άρεσαν: «The two legged horse» της Σαμίρας Μαχμαλμπάφ καθόλου, και η «Harmonica» του Amir Naderi έτσι κι έτσι. Βλέπουμε επίσης σ’ αυτές την ταπείνωση του ανθρώπου, ενός καθυστερημένου νεαρού στην ταινία της Μαχμαλμπάφ και ενός χοντρού παιδιού στην ταινία του Naderi, που όμως τελειώνουν με την εξέγερσή τους. Βέβαια στη συνείδησή μας μένουν οι προηγούμενες σκηνές, όπου τους βλέπουμε να ταπεινώνονται με χίλιους δυο τρόπους. Στην ταινία του Kechiche δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Απεναντίας μας δείχνεται η παραπέρα πτώση της ηρωίδας του, για να καταλήξει στην πορνεία και τέλος στο θάνατο. Κάποιοι επιστήμονες παίρνουν το εκμαγείο της, και με τις μετρήσεις που κάνουν σ’ αυτό καταλήγουν στο συμπέρασμα για την κατωτερότητα της φυλής των Οτεντότων που συγγενεύουν με τον πίθηκο. Με το έργο αυτό ο Kechiche καταδικάζει τον ρατσισμό, όμως το αίσθημα οίκτου που νοιώθεις σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι αφόρητο. 

  Δεν είμαστε οι μόνοι που δεν μας άρεσε η ταινία. Δεν τιμήθηκε με κανένα βραβείο, σε αντίθεση με τις άλλες του ταινίες εκτός από την πρώτη του, «Ο Βολταίρος φταίει».

 

Την τελευταία (μέχρι στιγμής) ταινία του Kechiche «Η ζωή της Αντέλ» την έχουμε παρουσιάσει εδώ


Abdellatif Kechiche, La vie d’ Adèle (2013)

  Θα ξεκινήσω με τον χαρακτηρισμό του Στήβεν Σπήλμπεργκ για την ταινία, που τον διάβασα στον δεύτερο σύνδεσμο: Μια ανεπανάληπτη ιστορία αγάπης.
  Λεσβιακής αγάπης. Όμως, για μένα τουλάχιστον, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το βάθος των αισθημάτων. Και το βάθος της αγάπης, για την ακρίβεια του έρωτα, μόνο μέσα από μια ομοφυλοφιλική ιστορία θα μπορούσε να αναδειχθεί· κι αυτό γιατί την ομοφυλοφιλική σχέση την αντιλαμβανόμαστε κυρίως ως σεξ και όχι ως αίσθημα. Δεν είναι τυχαίο που ο Αλεξανδρινός μιλάει για ηδονή και όχι για έρωτα. Και δεν νομίζω ότι είναι ειδική περίπτωση, αλλά ο κανόνας.
  Η ταινία έχει δυο κύρια χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ένας θεατρικός νατουραλισμός. Οι περισσότερες σκηνές είναι οιονεί θεατρικές, με ατέλειωτους διαλόγους· αλλά και οι μη θεατρικές σκηνές είναι ατέλειωτες, όπως οι ερωτικές σκηνές που ενόχλησαν. Το δεύτερο κύριο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι ότι ο φακός εστιάζει στα εκφραστικότατα πρόσωπα της Αντέλ Εξαρχοπούλου (ας το πούμε στα ελληνικά, έτσι θα ήταν το όνομά της αν ο παππούς της δεν είχε πάει στη Γαλλία. Αλήθεια, έχει καμιά συγγένεια με τη Λίλυ;) και της Léa Seydoux. Δεν είναι τυχαίο που οι δυο αυτές εξαιρετικές ηθοποιοί μοιράστηκαν τον Χρυσό Φοίνικα με τον σκηνοθέτη.
  Αυτά είχα να πω για την ταινία· καθώς και ότι υπάρχουν αρκετά κουτσομπολιά γι’ αυτήν. Διάβασα λίγα, υπάρχουν πάρα πολλά στο διαδίκτυο, για όποιον ενδιαφέρεται.

Τρεις μέρες μετά κάνω αυτή την επικόλληση

Xie Yi Hang, Lesbian Edge (谢毅,蕾丝边缘, 2013)
Όλη η ταινία βρίσκεται στο youtube

  Καθώς είμαι ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος όπως με χαρακτήρισε ο καθηγητής  Steven Tötösy de Zepetnek, δεν υπήρχε περίπτωση να μη δω το «Lesbian edge», το οποίο έπεσε στα χέρια μου δυο μέρες αφού είδα τη «Ζωή της Αντέλ». Θα μας απασχολήσει κυρίως το στόρι, οι ομοιότητες αλλά και οι διαφορές του στα δυο έργα, που πιστεύω ότι δείχνουν καθολικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης αλλά και τις διαφορές ανάμεσα στις δυο κουλτούρες. Η σκηνοθετική πραγμάτευση δεν θα μας απασχολήσει, καθώς το έργο του κινέζου Xie (προφέρεται shie) Yi Hang είναι προφανές ότι δεν μπορεί να συναγωνιστεί τον «Χρυσό φοίνικα» του Abdellatif Kechiche.
  Η πρώτη διαφορά: Στο έργο του Kechiche είδαμε εκτενείς ερωτικές σκηνές που άνετα θα μπορούσαν να απομονωθούν και ως καθαρό πορνό. Στο έργο του Xie Yi Hang οι ερωτικές σκηνές ούτε καν σαν foreplay δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Είναι σκηνές τρυφερότητας, και μάλιστα γίνονται σε φαντασιακό επίπεδο.
  Δεύτερη διαφορά: Στο έργο του Kechiche η σεξουαλική σχέση ολοκληρώνεται, ενώ στο έργο του Xie Yi Hang μένει ανολοκλήρωτη. Η προ-προτελευταία σκηνή είναι εντυπωσιακή. Η μια κοπέλα σταματάει την άλλη που φεύγει με το αυτοκίνητό της. Τη ρωτάει: «Θέλεις να τα φτιάξουμε;». Η άλλη διστάζει, διστάζει αρκετό χρόνο, για να κορυφωθεί το σασπένς. Όμως στο τέλος ανεβάζει το τζάμι και φεύγει. Μου θύμισε το μυθιστόρημα Monte Mario του Carlo Cassola. 
  Και η μεγάλη ομοιότητα: ο έρωτας, o μεγάλος έρωτας, που επιμένει στο χρόνο.
  Και άλλη ομοιότητα, στη σεναριακή πραγμάτευση: το «Ένας χρόνος μετά», που όμως στο έργο του Kechiche νομίζω ότι ήταν τρία. Στο έργο του Xie Yi Hang έχουμε δυο σκηνές. Στην πρώτη η κοπέλα φαντάζεται ότι στη θέση της τωρινής προϊσταμένης της κάθεται η άλλη. Αυτό, για να δειχθεί ότι ο έρωτάς της δεν έχει σβήσει. Στη δεύτερη, προσπερνούν η μια την άλλη κοιτώντας τα κινητά τους. Κάτι υποψιάζεται η «άλλη», γυρνάει το κεφάλι της όμως εκείνη έχει απομακρυνθεί. Δεν μπορεί να είναι σίγουρη.
  Η σεξουαλική απόκλιση και ο έρωτας είναι χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Η συντηρητική πραγμάτευση του θέματος από τον κινέζο σκηνοθέτη είναι χαρακτηριστικό της κινέζικης κουλτούρας, κάτι που το έχω επιβεβαιώσει και με άλλες ταινίες. Το ότι και στις δυο ταινίες έχουμε χωρισμό, αυτό γίνεται πιστεύω όχι μόνο για να δοθεί δραματικότητα στο έργο με το unhappy end, αλλά και να ικανοποιηθεί το αίσθημα των straight θεατών που, παρά τη συνειδητή αποδοχή τέτοιου είδους σχέσεων, στο βάθος, υποσυνείδητα, τις αποδοκιμάζουν. Και στις δυο κουλτούρες.

Abdellatif Kechiche, Mektoub, αγάπη μου (Mektoub, my love: Canto uno 2017)

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Με ενθουσίασε τόσο ο Abdellatif Kechiche όταν είδα τη «Ζωή της Αντέλ» που αποφάσισα να τον δω πακέτο, δηλαδή όλες τις ταινίες του. Έχω κάνει συνολική ανάρτηση εδώ.
  Και πάλι βλέπουμε τη γνωστή θεματική του Kechiche, τον έρωτα που είναι καταδικασμένος σε ματαίωση, και το κατεξοχήν υφολογικό του στοιχείο, τις μεγάλες σκηνές, με πιο χαρακτηριστικές εκείνες στη ντισκοτέκ. Οι σκηνές αυτές, με εξαίρεση εκείνες της ντισκοτέκ, καταλαμβάνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από διάλογο. Είδαμε περίπου σε real time τη γέννα μια προβατίνας. Η σχεδόν τρίωρη διάρκεια της ταινίας, όπως και όλων σχεδόν των ταινιών του, είναι λίγο πολύ αναπόφευκτο αποτέλεσμα.
  Ο Αμίν πηγαίνει στο χωριό του για τις διακοπές, σε κάποια παραλία της Γαλλίας. Έχει εγκαταλείψει τις σπουδές του στην ιατρική, θέλει να γίνει σεναριογράφος και φωτογράφος. Είναι ένας ντροπαλός νεαρός σε αντίθεση με τον ξάδελφό του τον Τόνι, με τις πάμπολλες κατακτήσεις. Μου θύμισε το δίδυμο στο «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν» που ξαναείδα πριν πέντε μέρες.
  Βλέπουμε και εδώ τον διάχυτο ερωτισμό που είδαμε και στη «Ζωή της Αντέλ». Η πρώτη σκηνή της ταινίας θα μπορούσε απομονωμένη να χαρακτηρισθεί ως κανονικό πορνό. Όσο για τις υπόλοιπες, οι όμορφες κοπέλες που ο φακός τις παίρνει σχεδόν πάντα σε γκρο πλαν και σε κοντινές λήψεις, συχνά στην παραλία με μαγιό, δημιουργούν μια έντονη αίσθηση ερωτισμού. Όλες και όλοι δείχνουν να απολαμβάνουν το σεξ, αν και υπάρχει και το αγκάθι της ζήλειας σε μια από αυτές.
  Παρά την συνταγματική παράθεση απλά δεικτικών και όχι πυρηνικών σκηνών οι οποίες μάλιστα τραβάνε σε μάκρος, με μοναδικό σασπένς το αν θα βρει τελικά ο Αμίν κοπέλα, δεν νιώθει κανείς να πλήττει. Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Kechiche, και η νεαρή πρωταγωνίστριά του Οφιλία Μπω (Οφιλία είναι το όνομά της και στην ταινία) κέρδισε βραβείο σαν η πιο υποσχόμενη ηθοποιός. 
  Θα υπάρξει και συνέχεια της ταινίας, με το canto due.

1 comment:

Μπάμπης Δερμιτζάκης said...

Δεν έχω καταλάβει τι συμβαίνει και μου βγάζει κεφαλαία.