Book review, movie criticism

Sunday, April 26, 2015

Friedriech Nietzsche, Η αυγή




Friedriech Nietzsche, Η αυγή (μετ. Ε. Ανδρουλιδάκη), Πηγή γνώσεων 1963, σελ. 365

  Και με την «Αυγή» τελειώνουμε, προς το παρόν τουλάχιστον, το «(ξανα)διαβάζοντας τον Νίτσε». Έχουμε ήδη αναφερθεί στα θέματα που κυρίως τον απασχολούν μιλώντας για τα άλλα τέσσερα έργα του που διαβάσαμε. Στα θέματα αυτά επανέρχεται συνεχώς στα μικρά δοκίμια αυτών των έργων (και τα οποία χαρακτηρίζονται εδώ όλα αφορισμοί, παρά το ότι αρκετά συχνά ξεπερνούν σε έκταση τη μια σελίδα), ακόμη και στο Ζαρατούστρα, ακόμη και σε εκείνα τα έργα στα οποία υπάρχει μια συγκεκριμένη θεματική όπως στο Λυκόφως και στον Αντίχριστο. Στους τίτλους των κεφαλαίων των πέντε «βιβλίων», δηλαδή ενοτήτων, συναντάμε τις λέξεις «ηθικότητα», «ηθικών» και «ηθικής». Στην ηθική θα αφιερώσει το μοναδικό συστηματικό έργο του, τη «Γενεαλογία της ηθικής», λίγα χρόνια αργότερα.  Η χριστιανική ηθική είναι εκείνη που τον απασχολεί περισσότερο. Θα προχωρήσουμε αμέσως στο σχολιασμό κάποιων αποσπασμάτων.
  Επειδή στην προηγούμενη ανάρτησή μας για τη «Χαρούμενη γνώση» αναφερθήκαμε σε ορισμούς και αφορισμούς, θα παραθέσουμε δυο ακόμη (αφ)ορισμούς:
  «Τι είναι παράδοση;
Μια ανώτερη εξουσία στην οποία υπακούει κανείς όχι επειδή διατάζει το ωφέλιμο αλλά επειδή απλώς διατάζει» (σελ. 22).
  Τον παρακάτω τον προσυπογράφω απόλυτα:
  «Η εξέλιξη δεν θέλει την ευτυχία-θέλει μόνο την εξέλιξη και τίποτα περισσότερο» (σελ. 107).
  Για να μην υπάρξει παρεξήγηση να πούμε ότι ο Νίτσε είναι αντιδαρβινιστής. Εξάλλου δεν τα πάει καλά παρά με ελάχιστους του παρελθόντος (ανάμεσα σ’ αυτούς είναι ο Γκαίτε, ο Αριστοτέλης και ο Θουκυδίδης) και νομίζω με κανένα του παρόντος.
  Διαβάζουμε:
 «Διδάσκει (ο Καντ) ότι πρέπει να είμαστε αναίσθητοι μπροστά στον ξένο πόνο (τα πλαγιαστά δικά μου, για να τονίσω τον δεκαπεντασύλλαβο), αν οι ευεργεσίες μας πρέπει να έχουν κάποια ηθική αξία, πράγμα που ονομάζει ο Σοπενχάουερ, με μια οργή κατανοητή σ’ αυτόν, καντιανή βλακεία» (σελ. 138).
  Τελικά στις δηκτικές κρίσεις τους ο Σοπενχάουερ και ο Νίτσε είναι συγγενικές ψυχές, παρά τη διαφορά στη φιλοσοφία τους.
  Προτείνει και ένα πολιτικό όρκο, όχι όμως για τους άπιστους:
  «Αν ψεύδομαι τώρα δεν είμαι πια ένας τίμιος άνθρωπος και καθένας έχει το δικαίωμα να μου το πει κατά πρόσωπο» (σελ. 160).
  Το επιχείρημα;
  «Δεν θα επικαλεστείς μάταια το όνομα του κυρίου σου, του θεού σου».
  Το σύντομο 186 είναι αφορισμός. Έχει τίτλο «Ζητιάνοι».
  «Πρέπει να εξαλείψουμε τους ζητιάνους, γιατί θυμώνουν όταν τους δίνουμε ελεημοσύνη, γιατί θυμώνουν επίσης και όταν δεν τους δίνουμε ελεημοσύνη» (σελ. 178).
  Δεν με παρασύρει το οξύμωρο του ευφυολογήματος (είναι απίθανο να θυμώνουν και στις δυο περιπτώσεις). Εγώ, σαν απλοϊκός ρεαλιστής, ξέρω ότι όταν δώσεις στο ζητιάνο ελεημοσύνη, τουλάχιστον σε ευχαριστεί, αν δεν σε γεμίσει με χίλιες ευχές. Ο Νίτσε εδώ δεν είναι ειλικρινής στην αιτιολόγησή του-που πιστεύω όμως ότι δεν την προτείνει στα σοβαρά. Οι ζητιάνοι, πολλοί από αυτούς με σωματικά προβλήματα, μπαίνουν εμπόδιο στην έλευση του υπερανθρώπου. Αναρωτιέμαι όμως αν θα είχε τη δύναμη να γυρίσει τη στρόφιγγα στους θαλάμους των αερίων που θανάτωναν τους τσιγγάνους, κάποιοι από τους οποίους θυμάμαι, στα παιδικά μου χρόνια, επιδίδονταν στη ζητιανιά.
  «Η ζωή είναι μια περιπέτεια. Είτε από τη μια είτε από την άλλη όψη την πάρετε τη ζωή θα διατηρήσει πάντοτε αυτό το χαρακτήρα (κι άλλος δεκαπεντασύλλαβος)» (σελ. 228). Στη «Χαρούμενη γνώση» ο Νίτσε είχε αναφερθεί πιο διεξοδικά στο vivere pericolosamente.
  «Ο Λίβινγκστον άκουσε μια μέρα κάποιον να λέει: Ο Θεός δημιούργησε τους λευκούς και τους μαύρους ανθρώπους, αλλά ο διάβολος δημιούργησε τις ανάμεικτες φυλές» (σελ. 241). Ο Νίτσε, αφού μιλάει σε δυο ακόμη παραγράφους για την καθαρότητα της φυλής καταλήγει: «Οι αρχαίοι Έλληνες αποτελούν το πρότυπο μιας φυλής και ενός πολιτισμού έτσι εξαγνισμένου και θα πρέπει να ελπίζουμε ότι η δημιουργία μιας φυλής και ενός πολιτισμού Ευρωπαϊκού καθαρού θα επιτευχθεί επίσης μια μέρα» (σελ. 242).
  Πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι ευρωπαίοι κάνουν ό,τι μπορούν γι’ αυτό. Οι ιταλοί μάλιστα έφτασαν στο σημείο να βουλιάξουν ένα πλοίο με λαθρομετανάστες.
  Κι άλλος αφορισμός, ο 282, που έχει τίτλο «Κίνδυνος της ομορφιάς».
  «Η γυναίκα αυτή είναι ωραία κι έξυπνη, αλλοίμονο! Πόσο πιο έξυπνη θα είχε γίνει αν δεν ήταν ωραία» (σελ. 281).
  Δεν ξέρω γιατί ο παραπάνω αφορισμός μου θύμισε τα ανέκδοτα με τις ξανθιές.
  Πάντως δεν αποκλείεται να έχει δίκιο ο Νίτσε. Κάποιος φοιτητής, πριν πολλά χρόνια (οι παλιοί μπορείτε να φανταστείτε πριν πόσα περίπου χρόνια), δήλωνε ότι δεν θα παντρευτεί αν δεν συναντήσει μια γυναίκα με την ομορφιά της Ούρσουλα Άντρες και το μυαλό της Ρόζας Λούξεμπουργκ.
  Ακόμη είναι ανύπαντρος.
  Όλοι με ξέρουν για υπναρά. Στο αναμνηστικό έντυπο της σειράς μου στη Σχολή Αξιωματικών του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Εφοδιασμού Μεταφορών στη Σπάρτη, τον Αύγουστο του 1973, το σατιρικό σκίτσο που σκαρφίστηκαν για μένα είχε σαν λεζάντα «Μπάμπη ξύπνα, πάμε για ύπνο». Τη σιέστα μου τη βάφτισε αγαπητή φίλη sacrada. Γι’ αυτούς που δεν θέλουν να κοιμούνται πολύ με το επιχείρημα ότι θα έχαναν χρόνο από τη ζωή τους παραθέτω όλο το 376 που έχει τίτλο «Το να κοιμάται κανείς πολύ».
  «Τι μπορεί να κάνει κανείς για να σταθεί όταν είναι κουρασμένος από τους άλλους και από τον εαυτό του;
  Ο ένας συνιστά τα χαρτιά, ο άλλος το χριστιανισμό, ένας τρίτος τον ηλεκτρισμό (αυτό δεν το κατάλαβα). Το ανώτερο όμως αγαπητέ μου μελαγχολικέ είναι το να κοιμάσαι πολύ, στην κυριολεξία και στη μεταφορική έννοια (εντάξει, το «στη μεταφορική έννοια» μπορούμε να το διαγράψουμε).
  Έτσι θα κατορθώσει κανείς να εξασφαλίσει και πάλι το πρωϊνό του (εγώ, αν είχα κακοκοιμηθεί τη βραδιά που μας πέρασε δεν θα καθόμουν τώρα να γράφω αυτές τις γραμμές). Μια δύναμη φρονήσεως στη ζωή είναι το να ξέρει κανείς να παρεμβάλει πότε πότε τον ύπνο σε όλες του τις μορφές» (σελ. 375).
  Το 417 είναι το ωραιότερο που έχω διαβάσει στο Νίτσε. Έχει τίτλο «Τα όρια της ταπεινοφροσύνης».
  «Υπάρχουν ασφαλώς πολλοί που έχουν φτάσει στην ταπεινοφροσύνη και λένε: Πιστεύω επειδή είναι ανόητο (credo, quia absurdum est, γράφω εγώ το λατινικό), υπάρχουν άλλοι που προσφέρουν τη λογική τους σαν θυσία. Από όσα όμως μπορώ να κρίνω, κανείς ακόμη δεν έφθασε σ’ αυτή την ταπεινοφροσύνη, που εν τούτοις δεν απομακρύνεται από την άλλη περισσότερο από ένα βήμα και λέει: Πιστεύω επειδή είμαι ανόητος» (σελ. 288).
  Διαβάζουμε:
  «Η φιλοσοφία επιδιώκει ό,τι επιδιώκουν όλες οι τέχνες και όλα τα ποιήματα. Να διασκεδάσει πριν απ’ όλα» (σελ. 296).
  Δεν ξέρω αν το έχω ξαναγράψει, είναι όμως πολύ παλιά μου πεποίθηση, που τη σχημάτισα όταν διάβασα το βιβλίο του Johan Huizinga «Ο άνθρωπος και το παιχνίδι», ότι και η φιλοσοφία είναι κατά βάση ένα παιχνίδι.
  Και πιο κάτω, στην ίδια σελίδα:
  «Τώρα ήδη ακούονται φωνές αντίθετες, κατά της φιλοσοφίας, φωνές που κραυγάζουν: -Επιστροφή στην επιστήμη, στη φύση και στο φυσικό της επιστήμης».
  Είμαι κι εγώ μια τέτοια φωνή, μόνο που διαφωνώ ως προς τη διατύπωση: η επιστήμη έπεται της φιλοσοφίας, κυριολεκτικά της έχει τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε για επιστροφή.
   Ο Νίτσε γράφει τα περισσότερα έργα του όπως ένας ποιητής τα ποιήματά του. Σε στιγμές έμπνευσης γράφει σύντομα δοκίμια και αφορισμούς. Φαντάζομαι θα πίεσε τον εαυτό του για να γράψει ένα συστηματικό έργο όπως είναι η «Γενεαλογία της ηθικής». Σε κανένα έργο του δεν θα δει κανείς βιβλιογραφία και παραπομπές.
  Τελικά κάποιοι έχουν ικανότητα σε ένα ιδιαίτερο είδος γραφής, το οποίο και προτιμούν. Σαν τον Νίτσε για παράδειγμα γράφει ο Κώστας Μαυρουδής: μικρά κείμενα-αφορισμούς, τα οποία εμπνέεται συνήθως από εικόνες, οιονεί φωτογραφικές, τις οποίες σχολιάζει τρυπώντας το φαινομενολογικό τσόφλι τους ενώ διαθλάται ταυτόχρονα σε συνειρμούς και, προπαντός, σε συγκρίσεις και αναλογίες. Αυτό κάνει στη «Στενογραφία» για παράδειγμα, ενώ στην βραβευμένη «Αθανασία των σκύλων» επιλέγει ένα προσχηματικό θεματικό άξονα που λειτουργεί όπως το στημόνι σε ένα υφάδι, τους σκύλους. Όσο για μένα, έχω εγκαταλείψει τα «συστηματικά» έργα, και αυτό που κάνω τα τελευταία χρόνια είναι να γράφω για βιβλία και για ταινίες. Από τα βιβλία παραθέτω πάντα αποσπάσματα τα οποία σχολιάζω, συχνά χιουμοριστικά. Στο τέλος παραθέτω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που έχω επισημάνει, και που οι συγγραφείς τους γράφουν ασυνείδητα, σαν να τους έχουν στο αίμα τους ή, όπως λέει ο Γιώργος Βέης σε κείμενα και ποιήματα του οποίου έχω επισημάνει αρκετούς, στα γονίδιά τους. Παραθέτω αμέσως τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που ανίχνευσα σ’ αυτό το βιβλίο, και που πιστώνονται βέβαια στον μεταφραστή.   

Τους ευσεβείς και σταθερούς στην πίστη τους ανθρώπους (σελ. 61)
Παράδοξη περίπτωση για να το εννοήσει (σελ. 148)
Για κάθε αθλιότητα, για κάθε ξένο πόνο (σελ. 173)
Αποτελούσε εξαίρεση ανάμεσα στους Γάλλους (σελ. 185)
Τους στίχους της παρηγοριάς και της απελπισίας (σελ. 193)
Ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να τους μιλήσει έτσι (σελ. 230)
Εμπνέει την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη (σελ. 231)
Να γράψει κανείς σήμερα κατά τον ίδιο τρόπο (σελ. 239)
Βρίσκεται σε αντίθεση με το μεγάλο πάθος (σελ. 317)
Που η καρδιά τους σφίγγεται και νοιώθουν αγωνία (σελ. 324)
Πόσο άπληστος είσαστε για τις στιγμές εκείνες (σελ. 350)
Post a Comment