Book review, movie criticism

Sunday, April 26, 2015

Friedriech Nietzsche, Η χαρούμενη γνώση



Friedriech Nietzsche, Η χαρούμενη γνώση (μετ. Μίνα Ζωγράφου) εκδόσεις Δαρεμά 1961, σελ. 294

  Μετά το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», το «Λυκόφως των θεών» και τον «Αντίχριστο» σειρά έχει η «Χαρούμενη γνώση».
  Αυτά που παρατηρήσαμε στο Λυκόφως και στον Αντίχριστο τα παρατηρούμε και εδώ: απόρριψη του χριστιανισμού και της ηθικής που πρεσβεύει, λατρεία της δύναμης και των ενστίκτων, περιφρόνηση των «σοφών». Η φόρμα είναι η γνωστή, μικρά δοκίμια και σύντομοι αφορισμοί. Και καθώς ο Νίτσε έχει μια ποιητική στόφα, το βιβλίο τελειώνει με ποιήματα (απ’ αυτά ξεχωρίσαμε την «Ευλαβική Βέππα»). Θα προχωρήσουμε κατ’ ευθείαν στον σχολιασμό αποσπασμάτων. 
  «Ένας φιλόσοφος που πέρασε και που ξαναπερνάει διαρκώς από πολλές καταστάσεις υγείας, περνάει και από άλλες τόσες φιλοσοφίες: δεν μπορεί, κάθε φορά, να κάνει διαφορετικά παρά να εκπνευματοποιεί την κατάστασή του, και να της δίνει την πιο κατάλληλη για τα αισθηματικά πράγματα απόσταση: αυτή την τέχνη της μεταμόρφωσης ονομάζουμε φιλοσοφία» (σελ. 9).
  Με το εφέ της υπερβολής διατυπώνει μια ουσιαστική αλήθεια. Σίγουρα η απαισιοδοξία του Σοπενχάουερ είναι αποτέλεσμα της κατάθλιψής του, κατάθλιψη κληρονομική, η οποία οδήγησε τον πατέρα του στην αυτοκτονία. Αυτή είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Η παράμετρος υγεία είναι σίγουρα μια από τις παραμέτρους που καθορίζουν τις αντιλήψεις ενός φιλοσόφου, αλλά σπάνια μπορεί να είναι η κύρια.
  «Είν’ αλήθεια πως ο καλός Θεός βρίσκεται παντού; Ρωτούσε ένα κοριτσάκι τη μητέρα του. Αυτό το βρίσκω πολύ άπρεπο…» (σελ. 11).
  Σπίρτο το κοριτσάκι!!!
  «ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ
Μη φουσκώνεις: Το παραμικρό τσίμπημα θα σε κάνει να σκάσεις» (σελ. 16).
  Εγώ θα συμβούλευα: Καλύτερα καβάλα το καλάμι. Δεν υπάρχει περίπτωση να πέσεις.
  «ΣΥΜΒΟΥΛΗ
Τη δόξα σκοπεύεις;
Τότες θυμήσου τούτο δω:
Απαρνήσου ταυτόχρονα κι αυθόρμητα
Τη δόξα» (σελ. 22).
  Δεν νομίζω να την ακολούθησε ποτέ κανείς. Εξάλλου ο λαός λέει: -Άγιε Νικόλα βοήθα με. –Αλλά κούνα κι εσύ τα χέρια σου. Όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι υποψήφιοι για βραβεία δεν περιμένουν να τους πέσει η δόξα του βραβείου στο κεφάλι σαν ώριμο μήλο.
  «…είχαν τιμωρήσει με θάνατο γυναίκες που τις είχανε πιάσει να πίνουν κρασί» (σελ. 66).
  Ποιοι;
  Οι Ρωμαίοι.
  Ούτε οι ισλαμιστές, που απαγορεύουν τα αλκοολούχα ποτά, δεν κάνουν κάτι τέτοιο (ή, τουλάχιστον, δεν έχω υπόψη μου).
  Πόσο ανώτεροι είμαστε εμείς οι Έλληνες!!!
  Οι αρχαίες Αθηναίες είχαν τη φήμη ότι ήσαν μεγάλες μπεκρούδες.
  Θα τολμούσα να πω ότι και οι σύγχρονες δεν πάνε πίσω.
  Άξιες απόγονοι!!!
  «Ο γέρο-Αριστοτέλης έλεγε πως μια κοντή γυναίκα δεν είναι ποτέ όμορφη» (σελ. 84).
  Αν είχε δει τη Shakira θα άλαζε γνώμη.
  Το κοροϊδεύουμε κάθε φορά που το ακούμε, όμως εγώ το βρήκα δυο τρεις φορές γραμμένο: «Από ανέκαθεν» (σελ.92). Ακόμη σε μια απαρίθμηση διαβάζω: «…τον Προσπέρ Μεριμέ, τον Ραλφ Βάλντο, τον Έμερσον…» (σελ. 100). Όμως μου αρέσει που συνάντησα κάμποσες φορές την έλξη του αναφορικού («απ’ όλους όσους αυτοβασανίζονται…» σελ. 61), στην οποία όσο επιμένω εγώ άλλο τόσο επιμένουν και οι επιμελητές να με διορθώνουν.
  «Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σχεδόν πάντα οι μεγάλοι δάσκαλοι της πρόζας ήτανε ποιητές, είτε στα φανερά είτε στα κρυφά…» (σελ. 99).
  Το απόσπασμα αυτό το παραθέτω για τους φίλους μου ποιητές, για να το χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα. Εγώ δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη.
  «Τι είναι η μελαγχολία του Άμλετ, όσο μεγάλη κι αν ήτανε, μπροστά στη μελαγχολία του Βρούτου; (σελ. 104).
  Εξαιρετικό το μικρό δοκίμιο «Για τη δόξα του Σαίξπηρ». Κι εμένα με συγκίνησε περισσότερο ο Βρούτος όταν διάβασα τον Σαίξπηρ μαθητής, στις πεζές μεταφράσεις των εκδόσεων Δαρεμά.
  «ΑΝΑΓΚΗ. Νομίζουμε πως η ανάγκη δημιουργεί το πράγμα μα συχνά, το πράγμα είν’ εκείνο που δημιουργεί την ανάγκη» (σελ. 156). Τελικά το είπε πρώτος ο Νίτσε.
  «Όποιος αγαπάει τον εαυτό του, μαθαίνει με τον ίδιο τρόπο ν’ αγαπάει και άλλα πράγματα» (σελ. 209). Να που και αυτό το πρωτοείπε ο Νίτσε.
  «ΣΕΒΑΣΜΟΣ. Οι πατέρες κι οι γιοι σέβονται περισσότερο ο ένας τον άλλο παρά οι μητέρες κι οι κόρες» (σελ. 160). Ο Σακούροφ γύρισε την ταινία «Πατέρας και γιος» (και «Μητέρα και γιος»), αλλά δεν γύρισε ταινία με τίτλο «Μητέρα και κόρη». Δεν νομίζω για το λόγο που αναφέρει ο Νίτσε. Πιστεύω ότι αυτό αποτελεί μια ακόμη έκφραση του φαλλοκρατικού «Έλα τώρα, ποιος νοιάζεται για τις γυναίκες…». Ακόμη και ο Φρόιντ (όπως και όλη η φροϊδική φιλολογία εξάλλου) το οιδιπόδειο σύμπλεγμα θα τονίσει, ενώ μόλις που αναφέρεται στο σύμπλεγμα της Ηλέκτρας.
  «Η ταπεινοφροσύνη των Ελλήνων ήταν εκείνη που επινόησε την ονομασία “φιλόσοφος” κι άφησε στους θεατρίνους του πνεύματος το μεγαλείο να ονομάζονται σοφοί… η ταπεινοφροσύνη αυτών των τεράτων της αλαζονείας και της αυτοϋπεροχής που ονομάζονται Πλάτωνας ή Πυθαγόρας» (σελ. 234).
  Και σ’ αυτό το βιβλίο μιλάει για φιλοσόφους, δηκτικά τις περισσότερες φορές («…του Έγελου… αυτού του χαϊδεμένου κοριτσιού…» σελ. 244). Όντως ένας σοφός δεν μπορεί να γίνει σοφός πριν γίνει φιλόσοφος, αλλά δύσκολα θα μπορούσες να ονομάσεις φιλόσοφο ένα νεαρό που αποζητάει τη σοφία, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας του βρίσκεται ακόμη «στο πρώτο σκαλί» όπως θα έλεγε και ο Καβάφης.
  Αφήνω τελευταίο έναν αφορισμό:
  «Το γέλιο είναι μια πονηρή διασκέδαση που την κάνουμε με καθαρή συνείδηση» (σελ. 155).
  Επειδή στη φιλοσοφία είμαι «απλοϊκός ρεαλιστής» ο αφορισμός αυτός, που έχει τη μορφή του ορισμού και έτσι τον είδα αρχικά, με ξένισε. Καθώς λοιπόν τον είδα σαν ορισμό, και σαν τέτοιο ανεπαρκή, πρότεινα τον δικό μου και τους έβαλα και τους δυο σε ψηφοφορία στο facebook, ενώ ρώτησα και φίλους. Φυσικά δεν αποκάλυψα την πατρότητά τους. Ο δικός μου ήταν: «Γέλιο είναι η ανακλαστική αντίδραση σε κάτι κωμικό, χιουμοριστικό, σατιρικό κ.λπ. που μας γεμίζει με μια χαρούμενη διάθεση». Βάζοντάς τους σε ψηφοφορία ήθελα να επιβεβαιώσω κάτι που έχω υποστηρίξει και αλλού, ότι τα υφολογικά σχήματα, τα εφέ, συχνά μας παρασύρουν ως προς το αληθινό περιεχόμενο μιας δήλωσης. Σε έναν άλλο αφορισμό ο Νίτσε γράφει: «Ο ποιητής θεωρεί τον ψεύτη σαν ομογάλακτο αδελφό του που του ’κλεψε το γάλα και γι’ αυτό, ο αδελφός αυτός έμεινε φτωχός και δεν κατάφερε ούτε ήσυχη συνείδηση να ’χει» (σελ. 160). Από τη στιγμή που ο ποιητής λέει ψέματα και τα κάνει να φαντάζουν σαν αλήθειες (κάτι ήξερε ο Πλάτων που τον εξόρισε από την ιδανική πολιτεία του), είναι πολύ πιο εύκολο μια μισή αλήθεια να την κάνει να φαντάζει σαν ολόκληρη. Στην προκειμένη περίπτωση η μισή αλήθεια του αφορισμού αυτού (που όμως πρέπει να ομολογήσω ότι αδυνατώ να την συλλάβω) περνάει σαν η ολόκληρη αλήθεια ενός ορισμού.
  Κάθε ορισμός είναι αναγκαστικά ελλιπής, αλλά φιλοδοξεί να καλύψει μια όσο γίνεται ευρύτερη περιοχή αυτού που ορίζει. Αυτό το ήξερε ο Αριστοτέλης, και γι’ αυτό έδωσε τον ορισμό της τραγωδίας σε μια ολόκληρη παράγραφο, προσπαθώντας να την περιγράψει όσο γινόταν πιο πλατιά.
  Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι έβαζα σε ψηφοφορία δυο ανόμοια πράγματα. Του Νίτσε είναι όπως είπα ένας αφορισμός, ένα ευφυολόγημα, ενώ ο δικός μου είναι (ή τουλάχιστον φιλοδοξεί να είναι) ένας ορισμός. Οι περισσότεροι, παρά τις προβλέψεις μου, επέλεξαν τον δικό μου. Η φίλη μου η Μαρίτα μάλιστα προκρίνοντάς τον έκανε αναφορά στον Αριστοτέλη.
  Το λάθος μου το κατάλαβα όταν διάβασα το παρακάτω:
  «…τη λογική, δηλαδή την τέχνη του να εκβιάζουν την επιδοκιμασία με συλλογισμούς» (σελ. 231). Είναι προφανές ότι ενώ η φράση αυτή έχει τη μορφή ορισμού, στην πραγματικότητα είναι ένας αφορισμός.
  Το τελευταίο βιβλίο του Νίτσε που κατάφερα να βρω, εκείνης της εποχής, είναι η «Αυγή», και αυτή διαβάζω τώρα. Ο «Μυστικισμός» και  το «Ecce homo» δεν ξέρω πού βρίσκονται. Η «Θέληση της δυνάμεως» και το «Πέραν του καλού και του κακού» ήταν του φίλου μου του Γιώργου του Μαυρόματου.
  Να σημειώσω τέλος ότι φοιτητής, προπονώντας τα γαλλικά μου, μετάφρασα τα «Ζητήματα μεθόδου» του Σαρτρ και τη «Γέννηση της φιλοσοφίας στον αιώνα της ελληνικής τραγωδίας», από τα πρώτα έργα του Νίτσε. Οι μεταφράσεις αυτές μαζί με τη μετάφραση ενός βιβλίου για τον Σαρτρ, του Μωρίς Γκαστόν, από τα αγγλικά αυτή, έμειναν ανέκδοτες.
  Φυσικά θα κλείσω, όπως πάντα, με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους.

Αποτελεί τη φλόγα της και την ευφράδειά της (σελ. 34)
Ανάγκη ν’ αποκοιμηθούν για να το καταφέρουν (σελ. 77)
Κι ότι κάνανε νόμο τους αυτή τη συμφωνία (σελ. 85)
Το πάθος τσιγκουνεύεται τόσο πολύ τα λόγια (σελ. 88)
(το θέατρο κι η μουσική χρησιμοποιούνται) σαν ευρωπαϊκό χασίς και ινδικό πιπέρι (σελ. 96)
Μια χάρη στο μεθύσι σας, δεν σπάτε το λαιμό σας (σελ. 144)
(αγαπούσανε τη ζωή) όσο σκληρή κι αν ήτανε συχνά απέναντί τους (σελ. 182)
Δίνω αυτή τη συμβουλή σ’ εκείνους που το κάνουν, και
Πόσο έμπειροι είσαστε σ’ αυτές τις αντιαλχημίες (σελ. 183)
Post a Comment