Book review, movie criticism

Sunday, October 9, 2016

Ryan M. Kennedy, An act of war




  Να το ξαναγράψω άλλη μια φορά: το αγαπημένο μου είδος είναι η κωμωδία, όμως οι περισσότερες είναι σαχλές και δεν τις αντέχω. Αποφάσισα να αλλάξω για τις μεταμεσονύκτιες ώρες με πολεμικά. Ξεκίνησα με το «American sniper». Αφού την είδα έψαξα γι’ αυτήν και είδα ότι είναι του Klint Eastwood, τον οποίο θεωρώ πολύ καλό σκηνοθέτη. Όμως δεν σκοπεύω να γράφω γι’ αυτές τις ταινίες. Μου αρέσει το γράψιμο, γράφω για βιβλία, αλλά για ταινίες μόνο για ιρανικές και κινέζικες (παρεμπιπτόντως, η επόμενη ταινία για την οποία θα γράψω είναι ιρανική) και από τις άλλες μόνο αν κάποια με εντυπωσιάσει, ή σαν σύνολο ή για κάτι ξεχωριστό.
  Το έλεγα στο γιο μου ότι μεταπήδησα στις πολεμικές που ανεβάζουν την αδρεναλίνη και έκανε την εύστοχη παρατήρηση, που δεν την είχα συνειδητοποιήσει: -Έτσι αποφεύγεις τον καφέ.
  Πράγματι, πολλές φορές έπινα καφέ δώδεκα παρά για να καταφέρω να δω μια ταινία μέχρι τέλους. Χθες, για να δω την «An act of war», με διάφορες καθυστερήσεις, κοιμήθηκα 3.30΄. Χωρίς καφέ.
  Γι’ αυτήν κάνω εξαίρεση και θα γράψω δυο λόγια, αφενός γιατί έχει ένα εντυπωσιακό εφέ απροσδόκητου και αφετέρου διότι, καθώς το μυαλό μου λειτουργεί συγκριτολογικά, θυμήθηκα και κάτι άλλο, που θα το γράψω όμως στο τέλος.
  Η ταινία ξεκινάει ασπρόμαυρα. Ο κεντρικός ήρωας είναι βετεράνος που κρατήθηκε οκτώ μήνες αιχμάλωτος πολέμου. Βασανίστηκε, δεν μαρτύρησε, αλλά είδε τον νεαρό σύντροφό του (τους είχαν πιάσει σε ενέδρα και ήσαν οι μόνοι επιζώντες) να τον κομματιάζουν για να τον υποχρεώσουν να μιλήσει αλλά δεν μίλησε. Κατατρύχεται από ενοχές.
  Είναι ήρωας, και καλό παιδί. Όμως η απελπισμένη έκφραση στο πρόσωπό του φανερώνει ότι ψυχολογικά πάσχει. Σχετίζεται με έναν μαύρο, βαποράκι και αλήτη, τον οποίο συμπονά. Μια πόρνη την ερωτεύεται. Ένας που του εμφανίζει τα φιλμ που τραβάει (ο ίδιος δουλεύει σαν μηχανικός προβολής) τον κατασυμπαθεί. Όμως κάποιος έχει γίνει η σκιά του, παρακολουθώντας κάθε του βήμα. Και ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου όπου δουλεύει τον αντιμετωπίζει σαν σκουπίδι.
  Τους σκοτώνει όλους. Ο κόσμος είναι ένα απέραντο σκουπιδαριό, δεν μπορεί πια να ζήσει σ’ αυτόν. Μετά τον τελευταίο φόνο του αυτοκτονεί.
  Και η ταινία περνάει στο έγχρωμο. Ο αστυνομικός ενημερώνει τον αδελφό του για την αυτοκτονία του. Δεν υπήρξαν καθόλου νεκροί, όλα τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται στην ηχογραφημένη κασέτα που άφησε, εν είδει ημερολογίου, είναι ανύπαρκτα.
  Μήπως θέλουν να διασώσουν την τιμή ενός ήρωα πολέμου κουκουλώνοντας τους φόνους; Ζητάει να ακούσει την κασέτα.
  Την ακούει. Πράγματι, στο επεισόδιο του στραγγαλισμού της πόρνης, το οποίο εμείς είδαμε ασπρόμαυρα, η φωνή της απουσιάζει.
  Όλα όσα είδαμε πιο πριν ήταν τελικά αποκυήματα της φαντασίας του διαταραγμένου ήρωα.
  Το είχε υποψιαστεί άραγε κανείς από αυτούς που είδαν την ταινία;
  Εγώ, αν είχα εντρυφήσει στο είδος (η ταινία ήταν θρίλερ τελικά, παρά τον τίτλο, και ο χαρακτηρισμός της ως πολεμικής ήταν ολότελα υπερβολικός) ίσως να το μάντευα. Ο τύπος που τον παρακολουθούσε σε κάθε του βήμα δεν στεκόταν ρεαλιστικά. Και ξέρω ότι ένα σύμπτωμα της ψυχικής διαταραχής είναι η μανία καταδίωξης.
  Και θυμήθηκα δυο προαναγεννησιακά κρητικά στιχουργήματα, στα οποία αναφέρομαι στο βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας». Και τα δυο είναι του Μαρίνου Φαλιέρου (1397-1474).  Το πρώτο είναι το «Ιστορία και όνειρο» (γράφηκε ίσως το 1418). Ο ήρωάς του, πάνω που κατάφερε να ψήσει την αγαπημένη του και να το κάνουν, ξυπνάει από το τσίμπημα ενός ψύλλου. Όλα όσα αφηγήθηκε ήταν τελικά ένα όνειρο. Για το δεύτερο γράφω μόνο δυο λόγια, τα οποία κάνω αντιγραφή και επικόλληση.
  Το «Ερωτικό Ενύπνιο» γράφτηκε ίσως λίγο μετά, και έχει ανάλο­γο περιεχόμενο. Όμως είναι αρκετά ολιγόστιχο (μόλις 130 στίχοι σε σχέση με τους 757 της «Ιστορίας») και έχει καθαρή αφηγηματική μορφή, χωρίς το δραματικό στυλ της «Ιστορίας». Τη ζημιά εδώ την κάνει ένας πετεινός, που τον ξυπνά στην πιο ακατάλληλη στιγμή.
  Παρά το ότι δεν μου αρέσουν τα θρίλερ, η ταινία αυτή μου άρεσε.
Post a Comment