Book review, movie criticism

Wednesday, January 11, 2017

Γερμανικές κωμωδίες



Γερμανικές κωμωδίες



Dorris Dörrie, Männer (1985)

 Βρήκαμε μια ακόμη από τις «10 καλύτερες γερμανικές κωμωδίες», το «Άνδρες» της Ντόρις Ντέρι, της οποίας είδαμε πριν λίγες μέρες την θαυμάσια ταινία «Άνθη κερασιάς». Μια μας έμεινε, αν την βρούμε θα την παρουσιάσουμε και αυτή.
  Η κωμωδία αυτή δεν είναι σαν τις άλλες, είναι ολότελα σοφιστικέ, σαν του Γούντι Άλλεν. Επίσης έχει μια εξαιρετικά «αντιρρεαλιστική» πλοκή, που ξεπερνάει κάθε όριο απιθανότητας. Ακόμη έχει θεατρικό στήσιμο, με δυο άντρες να συνομιλούν στο μεγαλύτερο μέρος της.
  Ποιοι είναι αυτοί οι άνδρες;
  Ο ένας είναι ο Julius, επιτυχημένος, λεφτάς. Ο άλλος είναι ο Stefan, ένας μποέμ καλλιτέχνης, χωρίς σταθερή δουλειά, άφραγκος.  Όμως κατάφερε και βρήκε μια ωραία γκόμενα, τη γυναίκα του Julius. Αυτός το μαθαίνει μετά από τρεις βδομάδες. Πώς; Είδε μια μελανιά στο στήθος της. Τη ρωτάει έκπληκτος, και αυτή αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι έχει γκόμενο. Αυτός αντιδρά σαν πολιτισμένος τούρκος: σηκώνεται και φεύγει από το σπίτι.
  Άνδρας!
  Αυτή όμως όταν είχε μάθει τη σχέση του με τη γραμματέα του – με την οποία διακόπτει αμέσως μόλις μαθαίνει ότι η γυναίκα του τον απατά – δεν έκανε έτσι, του έκρυψε ότι το ξέρει.
  Γυναίκες!
  -Μα δεν είναι το ίδιο, της λέει.
  Για τους άνδρες δεν είναι ποτέ το ίδιο, είναι διαφορετικό.
  Θα φύγει λοιπόν από το σπίτι, αλλά πού θα πάει;
  Η ευκαιρία του έρχεται από τον ουρανό. Ο γκόμενος της γυναίκας του ζητάει συγκάτοικο. Και θα προσφερθεί. Στο διαμέρισμά του είναι που γίνονται οι θεατρικοί διάλογοι στους οποίους αναφερθήκαμε.
  Θα ζητήσει από ένα φίλο του να τον προσλάβει. Θα τον κάνει να δουλέψει σκληρά πάνω σε κάτι σχέδια, τάχα για να περάσει στη συνέντευξη, κάνοντάς τον να ξεχάσει για λίγο την γκόμενα. Θα βελτιωθεί. Θα γίνει και αυτός ένας επιτυχημένος πολυάσχολος υπάλληλος (αγοράζει αυτοκίνητο) και θα την αμελήσει.
  Αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος του Julius. Τώρα που ο γκόμενος έγινε όπως και αυτός, η γυναίκα του αρχίζει να αδιαφορεί. Ο άντρας της είναι καλύτερος. Και ξανασμίγουν.
  Και το πιο σουρεάλ της ταινίας: οι δυο τους, σε ένα ανσανσέρ, από αυτά με τα γυάλινα, διαφανή τοιχώματα, αρχίζουν να γδύνονται ο ένας μετά τον άλλο. Απ’ έξω τους παρακολουθούν έκπληκτοι.
  Και μια άλλη σουρεάλ σκηνή.
  Ο Stefan φέρνει την γκόμενα στο σπίτι. Ο Julius τρέχει πανικόβλητος και φοράει μια τερατόμορφη, αποκριάτικη μάσκα. Στο τραπέζι κάνει τρέλες. Δεν αποκαλύπτεται.
  Και θυμήθηκα.
  Μια τέτοια μάσκα είχα και εγώ και τη φορούσα τα παλιά καλά εκείνα χρόνια στις απόκριες, όταν ήμουν σε γιορτή που έπρεπε να κρατήσω την ανωνυμία μου. Σε άλλες γιορτές ντυνόμουν σαν άραβας. Ένα στεφάνι στο κεφάλι και ένα σεντόνι, και αυτό ήταν όλο. Εξάλλου, χρόνια αργότερα, διαπίστωσα ότι μοιάζω με άραβα. 150 χρόνια κάθισαν οι άραβες την Κρήτη, δεν μπορεί να μην έχω λίγο αραβικό αίμα, όπως ο Καζαντζάκης για το οποίο υπερηφανεύεται. Σε ένα συνέδριο που πήγα στο Κάιρο, πριν δεκαπέντε τόσα χρόνια, μου απευθύνθηκαν κάποιοι στα αραβικά, θεωρώντας το δεδομένο ότι είμαι άραβας. Τους έλεγα Sorry, I am Greek. Μια μου ζήτησε συγνώμη. Ίσως να νόμισε ότι με προσέβαλε. Ρατσισμός!
  Άκουσα επίσης ένα τραγούδι, από τα αγαπημένα μου των sixties, το «When I was young» με τον Eric Burton και τους Animals.  
  Στο «Σχολείο του σινεμά» λέω ότι μια κωμωδία την κρίνω από το πόσο γελάω. Ο Γιάννης ο Καραμπίτσος διαφωνεί. Ξέρω ότι έχει δίκιο, αλλά είδα να διαφημίζονται ταινίες σαν καλές κωμωδίες χωρίς να είναι Γούντι Άλλεν η Ντόρις Ντέρι. Αυτή ήταν μια ταινία που, αν και γέλασα λιγότερο, μου άρεσε πάρα πολύ.     


Βρήκα κι άλλες γερμανικές κωμωδίες


(Η φωτογραφια από την παρωδία western, "Το παπούτσι του Μανιτού". Δίπλα στην αγαπημένη του κατουράει και με το κάτουρο σχηματίζει το σχήμα της καρδιάς).

  Αυτή η ταινία μου άρεσε περισσότερο από αυτές που έχω δει μέχρι τώρα. Και μου θύμισε την ταινία «To sir with love», που είχα δει στα φοιτητικά μου χρόνια.
  Ο Τσέκι έχει μόλις αποφυλακισθεί, αφού εξέτισε ποινή φυλάκισης 13 μηνών. Είχε κάνει μια ληστεία. Τα κλοπιμαία τα έκρυψε μια φίλη του πόρνη στη αυλή ενός σχολείου. Του δίνει τις συντεταγμένες στο κινητό. Αυτός πάει να τα βρει, κοιτάζοντας το κινητό του, και πέφτει πάνω σε μια τζαμαρία.
  Τι είχε συμβεί;
  Πάνω από το μέρος όπου τα είχε κρύψει η φίλη του έχουν στήσει λυόμενες αίθουσες.
  Τι σκέφτεται να κάνει;
  Πρέπει να βρει πρόσβαση στο σχολείο. Σαν από μηχανής θεός του έρχεται η προκήρυξη για μια θέση εργασίας, αναπληρωτή καθηγητή. Πλαστογραφεί πιστοποιητικά και την παίρνει. Και θα αρχίσει να σκάβει. Όμως πρέπει να μπει και σε αίθουσα διδασκαλίας, να διδάξει. Αναλαμβάνει μια τάξη με τα πιο ατίθασα παιδιά, που είχαν βγάλει το λάδι σε μια καθηγήτρια-ναι, εκείνη με την οποία θα πλεχθεί το ειδύλλιο.
  Και τα κατακτά. Δεν έχει νόημα να μπούμε σε λεπτομέρειες, να αφηγηθούμε σπαρταριστά επεισόδια. Να αναφέρουμε μόνο ότι κατάφερε να τα φτιάξει η μαθήτρια με τον συμμαθητή της με τον οποίο ήταν ερωτευμένη. Η φίλη του την μακιγιάρισε και την έκανε κούκλα.
  Και το τέλος δεν γίνεται να είναι πιο happy. Βρίσκει τα λεφτά, πληρώνει τα χρέη του, τα υπόλοιπα τα δίνει δεν θυμάμαι πού, τα φτιάχνει με την καθηγήτρια και η διευθύντρια του βγάζει ψεύτικο πτυχίο για να διδάσκει στο εξής στο σχολείο (θυμήθηκα το «Falsificator», του Goran Markovic, μια επίσης απίθανη κωμωδία).
  Και μια ατάκα: Με τέτοιους ατίθασους μαθητές που έχουμε σήμερα, πρέπει να είναι κανείς εντελώς μ@λ@κ@ς για να θέλει να γίνει καθηγητής.
  Δίπλα στα γράμματα τέλους υπάρχουν σκηνές που επαναλήφθηκαν, γιατί οι ηθοποιοί δεν κρατιόντουσαν και ξεσπούσαν στα γέλια. Πρέπει να το γλέντησαν αρκετά στα γυρίσματα της ταινίας.
  Ο Bora Tagtekin είναι κι αυτός τουρκικής καταγωγής, όπως και η Yasemin Şamdereli (πιο κάτω). Οι δυο από τις δέκα καλύτερες κωμωδίες γυρίστηκαν από σκηνοθέτες τουρκικής καταγωγής. Η απουσία του Fatih Akin όμως μου είναι αισθητή.

 Michael Herbig, Der Schuh des Manitou (2011)

  Τελικά η μια καλύτερη από την άλλη, αυτές οι τελευταίες κωμωδίες που βλέπω. «Το παπούτσι του Μανιτού» είναι μια παρωδία γουέστερν. Η αναζήτηση ενός θησαυρού που θέλει να τον αρπάξει και ένας κακός είναι το κέντρο της πλοκής. Ο Adahachi, ο γιος του αρχηγού των Απάτσι, γίνεται αδελφοχτός με τον ρέηντζερ όταν αυτός του σώζει τη ζωή. Υπάρχει και η ωραία παιδική του φίλη, η Ούσι, που όμως δίνει την καρδιά της στον ρέηντζερ, χωρίς πολλά πολλά δράματα, ενώ πολλά κωμικά επεισόδια έχουμε με τον αδελφό του που είναι «αδελφή». Ανάμεσά τους και ένας έλληνας, ο Δημήτρης Στουμπάκης (ακούμε τρεις τέσσερις φορές τη λέξη ούζο) που φιλοδοξεί να γίνει ινδιάνος. Απίστευτα κωμικά επεισόδια, οι ηθοποιοί το γλέντησαν αρκετά γυρίζοντάς τα, όπως φαίνεται από τις κομμένες σκηνές με τα γράμματα τέλους, όπως και στο «Fuck you Gohte», που τις «χάλασαν» καθώς ξέσπαγαν στα γέλια. Οι λίγες μιούζικαλ σκηνές σε στιγμές έντασης λειτουργούν αποστασιοποιητικά, για να μας κατεβάζουν την αδρεναλίνη και να μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για κωμωδία και όχι για περιπέτεια.

 Vicco von Bülow, Ödipussi (1988)

  Εξαιρετική κωμωδία και αυτή, αλλά διαφορετικού στυλ. Μετά τον παλαιστίνιο Elia Suleiman είναι ο δεύτερος Ζακ Τατί που βλέπω, γερμανός αυτός, ο Loriot.
  Ο Βίνκελμαν, έμπορος υφασμάτων, είναι μιας κάποιας ηλικίας και ζει με τη μαμά του, η οποία τον φωνάζει χαϊδευτικά Πούσι. Η Τίτσε, που τα έχει και αυτή τα χρονάκια της, είναι ψυχολόγος και ζει με τους γονείς της. Η πρώτη τους συνάντηση ήταν επεισοδιακή: αρνιόταν να την εξυπηρετήσει έχοντας κολλήσει σε κάποιους άλλους πελάτες. Αυτή κάποια στιγμή, αγανακτισμένη, σηκώνεται και φεύγει.
  Όμως θα ξανασυναντηθούν. Και θα συνεργαστούν. Θα επισκέπτονται μαζί ασθενείς της Τίτσε που για τη θεραπεία τους η Τίτσε πιστεύει ότι πρέπει να αλλάζουν χρώματα σε καναπέδες, κουρτίνες κ.λπ. στο σπίτι τους, και ο Βίνκελμαν θα προτείνει. Ταξιδεύουν μάλιστα και στη Ιταλία, μίνι διακοπές και για δουλειά, αγορά υφασμάτων.
  Βλέπουμε πολλά κωμικά επεισόδια, όπως τη συνάντηση της Τίτσε με τη μητέρα του Βίνκελμαν, τη συνάντηση του Βίνκελμαν με τους γονείς της Τίτσε, με κορυφαίο τη συνάντηση των μελλοντικών (εκτός πλαισίου της ιστορίας) συμπεθέρων.
  Η επαφή του με την Τίτσε, αλλά και η αποκάλυψη ότι η μητέρα του έχει φίλο, θα βοηθήσουν τον Βίνκελμαν να ξεπεράσει το οιδιπόδειο σύμπλεγμά του. Σε όλο το έργο τον βλέπουμε μαμάκια, αλλά στο τελευταίο, κορυφαίο πλάνο της ταινίας, το έχει ξεπεράσει πλήρως. Οδηγεί η μαμά. Σκύβουν να φιληθούν. Η μαμά τους βλέπει από τον καθρέφτη του οδηγού και φωνάζει αυστηρά. –Πούσι!!!. Ο γιος της κατεβάζει το καπέλο στο πρόσωπο για να μη βλέπει. Σε λίγο το αυτοκίνητο βγαίνει από το δρόμο και κυλάει άσκοπα μέσα σε ένα λιβάδι ενώ πέφτουν τα γράμματα τέλους.     




Γερμανικές κωμωδίες

  Με αφορμή τον «Tony Erdman», που σαν κωμωδία δεν μου άρεσε αλλά σαν κοινωνική τη βρήκα πολύ καλή, και αναρωτώμενος αν οι γερμανοί έχουν χιούμορ, βρήκα στο διαδίκτυο ένα σύνδεσμο με τις δέκα καλύτερες γερμανικές κωμωδίες. Βρήκα τις πέντε, και γράφω δυο λόγια γι’ αυτές.

Wolfgang Becker, Good bye Lenin (2013)

  Μου αρέσουν οι ξεκαρδιστικές κωμωδίες, οι κωμωδίες που γελάς πολύ, όπως αυτές του Gennaro Nunziante που είδα πρόσφατα. Όμως μου αρέσουν και οι κωμωδίες που, αν και γελάς λιγότερο, η πλοκή τους είναι ιδιαίτερα συναρπαστική. Στην προκειμένη περίπτωση, μέσω της πλοκής γίνεται μια κριτική της πρώην ανατολικής Γερμανίας, με το τοίχος κ.λπ.
  Η μητέρα παθαίνει έμφραγμα βλέποντας τον γιο της να τον τραβολογούν οι αστυνομικοί σε μια διαδήλωση. Όταν συνέρχεται, έχει αμνησία. Στο μεταξύ το τοίχος καταρρέει. Δεν τολμούν να της πουν τι έχει συμβεί, μήπως από τη συγκίνηση πάθει και άλλο έμφραγμα. Και σκαρώνουν ειδήσεις που προβάλλονται με βίντεο, για να την ξεγελάσουν.
  Δίστασε να ακολουθήσει τον άντρα της στη Δύση όπως είχαν συμφωνήσει, θα ομολογήσει στο γιο και στην κόρη της αργότερα. Φοβήθηκε ότι κάτι θα ψυλλιάζονταν οι αρχές και θα της έπαιρναν τα παιδιά. Τους είχε πει ψέματα ότι έφυγε για μια άλλη γυναίκα, και έκρυβε την αλληλογραφία που είχε μαζί του. Αυτός αργότερα ξανάφτιαξε τη ζωή του.
  Η μητέρα παθαίνει δεύτερο έμφραγμα. Μέσω των γραμμάτων του θα τον βρουν και θα του ζητήσουν να έλθει να τη δει πριν πεθάνει, μια επιθυμία που τους είχε εκφράσει. Θα έλθει. Και αυτή θα πεθάνει λίγο μετά, τρεις μέρες μετά την επανένωση της Γερμανίας. Στο τέλος συνειδητοποιείς ολότελα πόσο δραματική είναι αυτή η κωμωδία.  

David Wnendt, Look who’s back (2015).

  Ωραία σατιρική κωμωδία, είχε αρκετή πλάκα. Ο Χίτλερ δεν πέθανε, επιστρέφει, και συμβαίνουν διάφορα κωμικά στην επιστροφή του, κωμικά και σατιρικά ταυτόχρονα. Είναι λίγο φιλοναζιστική ή έτσι μου φάνηκε;
  Περισσότερο μου άρεσε ο «Μολώχ» (1999) του Σοκούρωφ, νομίζω η μοναδική κωμωδία του, που κι εκεί κεντρικός ήρωας είναι ο Χίτλερ.
  Α, ναι, στην αρχή, όταν ο Χίτλερ έκανε την εμφάνισή του ανάμεσα στον κόσμο, ακούσαμε και ελληνικά.


  Tragicomedie τη χαρακτηρίζει η βικιπαίδεια, εγώ όμως τη βρίσκω απλά κοινωνική (drama), με πάρα πολλά βέβαια κωμικά στοιχεία. Αναφέρεται στη ζωή μιας οικογένειας μεταναστών στη Γερμανία.   
  Κινείται σε δυο χρονικά επίπεδα. Στο πρώτο βλέπουμε τον παππού που κλέβει τη γιαγιά, κατά το έθιμο, γνωστό και στην Ελλάδα, όταν δεν ήθελαν τον γαμπρό αυτός να κλέβει τη νύφη. Κάνει παιδιά, πηγαίνει στη Γερμανία, και κάποια στιγμή τους φέρνει μαζί του. Στο δεύτερο χρονικό επίπεδο βλέπουμε τη ζωή τους στη Γερμανία, με τα παιδιά και με τα εγγόνια τους.
  Πρόκειται να αποκτήσουν γερμανική υπηκοότητα. Θα βγάλουν γερμανικά διαβατήρια. Ο παππούς δεν τα θέλει, η γιαγιά όμως έχει διαφορετική γνώμη. Και κεντρικό επεισόδιο είναι το ταξίδι επιστροφής, για διακοπές, στο χωριό τους.  
  Τρία είναι τα κεντρικά θέματα της ταινίας, το θέμα της πατρίδας, το θέμα της ταυτότητας και το θέμα της διαφοράς στις κουλτούρες, τα οποία η Γιασεμίνα Σαμντερελί τα πραγματεύεται κυρίως με χιουμοριστικό τρόπο. Πάρα πολύ καλή ταινία, η δεύτερη μεγάλου μήκους της, μετά από μια τηλεταινία και μερικές μικρού μήκους.
   Υπάρχει όμως ένας επίσης τουρκικής καταγωγής σκηνοθέτης που έχει γυρίσει πολλές κωμωδίες και που είναι από τους αγαπημένους μου, ο Φατίχ Ακίν.

Dani Levy, Alles auf Zucker (2004)
 
  Απολαυστικότατη κωμωδία. Τα προβλήματα σε αυτή την εβραϊκή οικογένεια προέρχονται πάλι από το καταραμένο τοίχος.
  Τα δυο αδέλφια μισούνται μεταξύ τους, και παρά την επανένωση δεν θέλουν να δουν ο ένας τον άλλο. Όμως έρχεται ο θάνατος της μαμάς, που στη διαθήκη της, για να την κληρονομήσουν, βάζει πέντε όρους. Ο πέμπτος είναι να συμφιλιωθούνε. Ένας άλλος είναι να τηρήσουν το εβραϊκό έθιμο Σίβα, μια βδομάδα κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο, όλοι της οικογένειας. Μόνο αν είναι κανείς άρρωστος μπορεί να απουσιάσει.
  Ο Τζάκομπ είναι τζογαδόρος, χρωστάει, και η γυναίκα του ετοιμάζεται να τον χωρίσει. Είναι όμως καλός στο μπιλιάρδο. Για να μπορέσει να παίξει υποκρίνεται καρδιακό επεισόδιο, για να απουσιάσει από το Σίβα. Είναι κάμποσοι μπλεγμένοι στο κόλπο του για να τον διευκολύνουν. Και τη στιγμή που βάζει τον εκατοστό πόντο στο μπιλιάρδο και κερδίζει το στοίχημα,100.000 ευρώ, παθαίνει πραγματική καρδιακή προσβολή.
  Όμως το κερδίζει; Ο αντίπαλός του, μεγαλόψυχα, είπε να τα μοιραστούν. Του πληρώνει τα χρέη, κάπου σαράντα τόσες χιλιάδες ευρώ, και του αφήνει στο κρεβάτι του νοσοκομείου τα υπόλοιπα.
  Και ο αδελφός βρίσκεται στο διπλανό κρεβάτι, είχε και αυτός κάποιο πρόβλημα. Και, όπως είναι αναμενόμενο σε μια κωμωδία, τα αδέλφια συμφιλιώνονται.
  Πολύ καλή κωμωδία, με αρκετά σπαρταριστά επεισόδια. Δεν έχει το ξέφρενο μεσογειακό χιούμορ των ιταλικών, ακόμη και των γαλλικών, κωμωδιών, όμως ήταν πολύ καλή.

Marcus H. Rosenmüller, Wer früher stirbt ist länger tot (2006)

  Είναι αυτή που μου άρεσε περισσότερο από όλες.

  Ο μικρός νοιώθει ενοχές για το θάνατο της μητέρας του γιατί πέθανε στη γέννα του. Βλέπει εφιάλτες (ο γερμανικός εξπρεσιονισμός), και προσπαθεί να βρει γυναίκα για τον πατέρα του. Η δασκάλα του τού φαίνεται κατάλληλη. Με βάση τα παραπάνω εκτυλίσσονται ένα σωρό χιουμοριστικά επεισόδια. Απολαυστικότατη. 
Post a Comment