Book review, movie criticism

Saturday, January 7, 2017

Γιάννης Κουβαράς, Ελύτης-Αναγνωστάκης, δυο ξένοι (;) στην ίδια πόλη

Γιάννης Κουβαράς, Ελύτης-Αναγνωστάκης, δυο ξένοι (;) στην ίδια πόλη, Γαβριηλίδης 2016, σελ. 117

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Κριτικά κείμενα για δυο κορυφαίους ποιητές μας

 
  Πριν δυο χρόνια γράψαμε για τον Γιάννη Κουβαρά, τον ποιητή, και συγκεκριμένα για το βιβλίο του «Ονείρου οδύσσεια». Σειρά έχει σήμερα ο Γιάννης Κουβαράς ο δοκιμιογράφος.
  Δοκιμιακό το βιβλίο, όμως το θέμα του είναι ομότεχνοί του ποιητές: δυο ποιητές, τους οποίους αγαπώ πολύ.
  Το 1979, μπαίνοντας στο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού στην Καλλιθέα, οι φίλοι με υποδέχτηκαν φωνάζοντας. -Θα κεράσεις, θα κεράσεις. –Γιατί να κεράσω; Τους λέω. Ούτε ονομαστική γιορτή έχω ούτε γενέθλια. –Θα κεράσεις, θα κεράσεις, επαναλάμβαναν εν χορώ.
  Τελικά το πήρε το ποτάμι: θα κερνούσα γιατί ο αγαπημένος μου ποιητής πήρε το Νόμπελ.
  Ο Αναγνωστάκης μου αρέσει, όχι μόνο για το αγωνιστικό του παρελθόν αλλά και γιατί, μέσα στη σκοτεινιά και στην ακατανοησία της σύγχρονης ποίησης, γράφει διαυγείς στίχους, στίχους για τους οποίους δεν θα αναρωτηθείς ποτέ: «μα τι λέει τώρα», ούτε θα αναγκαστείς να τους διαβάσεις δεύτερη φορά για να τους καταλάβεις, παρά μόνο για να τους απολαύσεις ξανά.
  Έτσι γράφει και ο Κουβαράς, γι’ αυτό μου αρέσει, ενώ έχω δηλώσει, όπως και ο Κωστής Παπαγιώργης, ότι δεν συμπαθώ την ποίηση. Μόνο ποίηση φίλων διαβάζω πια.
    Στα εξηνταέξι μου δεν είμαι πια ειδωλολάτρης. Διαβάζω συγγραφείς που μου αρέσουν και όχι συγγραφείς που τους συνοδεύει οι γκλαμουριά. Γι’ αυτούς θα πω «εντάξει, καλοί είναι, αλλά εμένα δεν μου αρέσουν».
  Όταν ήμουν όμως μικρός η γκλαμουριά με εντυπωσίαζε, και η ποίηση ήταν γκλαμουράτη. Θυμάμαι, μαθητής, έπαιρνα σε συνέχειες μια ποιητική ανθολογία. Όταν διορίστηκα σαν φιλόλογος, επειδή το τμήμα που τέλειωσα ήταν το φιλοσοφικό και η φιλοσοφία με ενδιέφερε περισσότερο από τη λογοτεχνία, είπα να ξεκινήσω μελετώντας ποιητές, παρόλο που η πεζογραφία είναι η αδυναμία μου. Έτσι διάβασα και έγραψα μικρά εισαγωγικά κείμενα για τον Κάλβο (πήγαινα χρονολογικά), τον Σολωμό, τον Παλαμά και τον Καβάφη. Δεν πρόλαβα τον Καρυωτάκη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη και τον Ρίτσο, στο μεταξύ είχαν έλθει σε πρώτο πλάνο τα οικολογικά μου ενδιαφέροντα, καρπός των οποίων υπήρξαν τρία βιβλία. Όμως τον Σεφέρη πήρα μαζί μου στο στρατό, αυτόν διάβαζα τις ελεύθερες ώρες. Όσο για τον Ρίτσο, μ’ αυτόν μου αποκαλύφθηκε η σύγχρονη ποίηση με τον ελεύθερο στίχο, όταν μαθητής στην «Επιθεώρηση τέχνης» διάβασα την «Όστραβα» που με ενθουσίασε. Φοιτητής έγραφα στίχους στο δικό του στυλ.
  Με το Γιάννη Κουβαρά έχουμε κάμποσα κοινά. Καταρχάς είμαστε σειρά. Επίσης στο βιογραφικό μας αναγράφουμε το έτος γέννησής μας, ενώ πολλοί συγγραφείς, γυναίκες κυρίως, μετά από κάποια ηλικία το αποσιωπούν. Ακόμη εργαστήκαμε στη μέση εκπαίδευση και οι δυο. Και οι δυο είμαστε διδάκτορες, αυτός κλασικής φιλολογίας εγώ νεοελληνικής.
  Βαθύς, εμβριθής, οξυδερκής στις παρατηρήσεις του, ο Κουβαράς μας δίνει μερικά από τα καλύτερα κείμενα που έχουν γραφεί γι’ αυτούς τους δυο ποιητές. Αλλά να του δώσουμε το λόγο, παραθέτοντας κάποια αποσπάσματα που μας άρεσαν ιδιαίτερα.
  «Αν ο Καβάφης είναι ο χειμώνας της ποίησής μας (σοφία-γήρας), ο Σεφέρης είναι το στοχαστικό φθινόπωρο, ο Ελύτης είναι οι Τέσσερις Εποχές, με την παρατεταμένη άνοιξη και καλοκαίρι, το πράσινο και το χρυσό» (σελ. 28-29).
  Εμένα, με πτυχίο φιλοσοφίας, είναι φυσικό να μου αρέσει περισσότερο ο καβαφικός χειμώνας.
  «Αν ο μοντερνισμός απετάξατο το επίθετο, ο Ελύτης προχώρησε δραστικότερα, ευαγγελιζόμενος την «διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών». Επαναφόρτισε το επίθετο, το ανύψωσε, το γόμωσε» (σελ. 28).
  Το καλοκαίρι διάβασα τον Όμηρο στο πρωτότυπο, ένα όνειρο ζωής, και είδα ότι βρίθει από επίθετα. Με ενθουσίασε τόσο που τον ξαναδιαβάζω. Βρίσκομαι στο τέλος της «Οδύσσειας». Είπα ότι δεν συμπαθώ την ποίηση, αλλά πρέπει να διευκρινίσω: τη σύγχρονη ποίηση. Ο Όμηρος, ο Κορνάρος (τον οποίο επίσης ξαναδιαβάζω) είναι άλλο πράγμα.
  Μου αρέσουν οι συγκριτολογικές προσεγγίσεις, γι’ αυτό θα παραθέσω και το παρακάτω απόσπασμα.
  «Μεγάλες οι διαφορές της ζωής τους, αλλά μεγαλύτερες και οι συγκλίσεις. Νομιμοποιούμαστε να μιλήσουμε για βίους παράλληλους; Σίγουρα ναι. Ασκητικός ο πρώτος [Ο Κάλβος] διονυσιακός ο δεύτερος [ο Ελύτης]. Απερίσπαστος από βιοτικές ανάγκες ο ένας, ο άλλος ισόβια στο δίχτυ το δυσεπίλυτο των βιοτικών προβλημάτων, ψωμοζητών ανά την Εσπερίαν κι αλλάζοντας χώρες με τη συχνότητα που «άλλαζε σόλες στα παπούτσια του», ιδεώδης εν τη πενία του, τίμιος μέχρι αυτοκαταστροφής…» (σελ. 33).
  Το παρακάτω έχει να κάνει με την ποίησή τους.
  «Οι συγγένειές τους –υπόγειες και μη – άλλωστε είναι πολλές. Τους συνδέει η συγγενής λυρική ιδιοσυγκρασία, η οξυμμένη συνείδηση της γλώσσας (οι κατ’ εξοχήν «γλωσσικοί» ποιητές μας, μαζί με τους επιγόνους Καρούζο και Παπαδίτσα), η γλωσσοπλαστική τους ροπή και λεκτική ευφορία και ευρηματικότητα, προπαντός η αίσθηση του αδιαίρετου κι αδιάσπαστου της ελληνικής από Ομήρου και Ρωμανού μέχρι σήμερα, η ισχυρή αίσθηση της φύσης, η μυθοποιητική αναγωγή του υλικού, ο Ιονισμός  και Αιγιοπελαγισμός τους, η νησιώτικη συνείδηση της ηχήεσσας ποίησής τους, η έντονα «ακουστική» φαντασία τους (οι πιο ηχητικοί ποιητές μας μετά τον Όμηρο), η ζωοποιός χρήση του επιθέτου, μορφικές ή σημασιολογικές αντιστοιχίες, η αποστροφή τους στο συμβατικό ή την κολακεία» (σελ.  35).
  Εν τάξει, πάρετε μιαν ανάσα πριν διαβάσετε παρακάτω για τον Αναγνωστάκη.
  «Αν και δραστηριοποιήθηκε πολιτικά σε συγκεκριμένο χώρο από έφηβος ήδη-εκείνον της ανανεωτικής αριστεράς, μόνιμος στους προμαχώνες της-η αριστερά ήταν το σπίτι του, έχαιρε άκρας υπολήψεως σε όλο το φάσμα της πολιτικής. Έδωσε διμέτωπο αγώνα χωρίς να χαρίζεται στα ολισθήματα του οικείου του χώρου, αυτός ο μεγάλος αντιδογματικός. Έκρινε διατεταγμένη πολιτική αλήθεια σε δύσκολες εποχές, αποστασιοποιήθηκε από την κολεκτιβιστική λογική, κρίνοντας το κάθε τι κατά περίπτωση. Στρατευμένος πολιτικά, αλλά δεν είχε κανένα ίχνος φανατισμού. Χαμηλόφωνος λειτουργός της ποιητικής μυσταγωγίας, ευθυτενής σηματωρός της πολιτικής πράξης, φωνή ενδοραγής και συνάμα μαχητική, προπάντων φωνή ανοχύρωτης τρυφερότητας, απερίφραστη, άμεσης επενέργειας, χωρίς ποιητικούς ακκισμούς, κρυστάλλινη, ευθύβολη» (σελ. 62).
  Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερο πορτραίτο του Αναγνωστάκη.
  Και ένα μικρό απόσπασμα ακόμη.
  «Ολόκληρο το έργο του με τη δωρική του λιτότητα τείνει στο επίγραμμα. Το αίσθημα χρονικότητας είναι κυρίαρχο, όλοι οι τίτλοι των συλλογών του είναι χρόνου δηλωτικοί… Μας πλούτισε με μια ποίηση αρυτίδωτη από το χρόνο, στέρεη, γρανιτένια, προστατευμένη από τους κεραυνούς του καιρού από το αλεξικέραυνο της όρθιας Πράξης, μια ποίηση που κανένας άνεμος δεν μπορεί να ξεκαρφώσει τις λέξεις-πρόκες της» (σελ. 112). 
  Ωραίος ο Κουβαράς, νοιώθω να με παρασύρει να τους ξαναδιαβάσω. Όπως και να ’χει, του εύχομαι, μαζί με τα Χρόνια Πολλά μου (σήμερα που κάνω την ανάρτηση γιορτάζει) να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο του.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 


Post a Comment