Book review, movie criticism

Sunday, January 8, 2017

Έρη Ρίτσου, Ο νεκρός δολοφονήθηκε

Έρη Ρίτσου, Ο νεκρός δολοφονήθηκε, Κέδρος 2016, σελ. 182

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα.


  Έχουμε ξαναγράψει για την Έρη Ρίτσου, και συγκεκριμένα για τα βιβλία της «Γιατρός επαρχίας» και «Μυστικά και αποκαλύψεις». Σειρά έχει σήμερα το «Ο νεκρός δολοφονήθηκε».
  Άργησε δέκα χρόνια να μας ξαναδώσει μυθιστόρημα η Έρη Ρίτσου. Η παιδική λογοτεχνία την απορρόφησε ολοκληρωτικά. Όμως κάλιο αργά παρά ποτέ.
  Το καινούριο της βιβλίο είναι αστυνομικό. Δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα. Το προηγούμενο βιβλίο της ήταν γεμάτο «μυστικά» πάνω στα οποία δημιουργούνταν σασπένς, πολλά σασπένς. Έχω ξαναγράψει ότι θεωρώ το σασπένς μεγάλη αρετή σε ένα μυθιστόρημα. Όμως πού αλλού θα το συναντήσεις σε τόση αφθονία και ένταση παρά στο αστυνομικό; 
  Η ηρωίδα της είναι αστυνομικός. Μετά το χωρισμό της ζητάει μετάθεση στον τόπο καταγωγής της, που αν και δεν κατονομάζεται μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι η Σάμος, οι σαμιώτες ξέρουν καλύτερα. Και η σύμπτωση: πάνω στην ώρα πρέπει να εξιχνιάσουν μια δολοφονία που έγινε εκεί. Δεν προλαβαίνει κυριολεκτικά να πατήσει το πόδι της και στρώνεται στη δουλειά.
  Όταν βρίσκεται ένα πτώμα σε μια ερημική περιοχή, και μάλιστα με μια μαχαιριά στο στήθος, προφανώς πρόκειται για δολοφονία.
  Προφανώς για τον καθένα εκτός από την Μαρία Γεωργίου, που αρχίζει να έχει αμφιβολίες όταν παρατηρεί ότι πάνω στη μαχαιριά δεν υπάρχει αίμα. Περιμένει την ιατρική γνωμάτευση. Επιβεβαιώνεται η υποψία της: ο νεκρός πέθανε από ανακοπή.
  Τι διάολο, αυτός που τον μαχαίρωσε μαχαίρωσε έναν ήδη νεκρό;
  Έτσι φαίνεται. Ο ίδιος βέβαια δεν το ήξερε, και όταν στριμώχτηκε ομολόγησε την ενοχή του, μια ομολογία που δεν μπορούσε να πείσει την Γεωργίου.
  Ο διπλός αυτός θάνατος μου θύμισε μια νουβέλα του Ζόρζε Αμάντο, που στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Ο πρώτος και ο δεύτερος θάνατος του Κινίνου του Μπέκρου». Φυσικά όπως ζούμε μόνο μια φορά, έτσι πεθαίνουμε μόνο μια φορά. Κανείς δεν μπορεί δολοφονήσει έναν που είναι ήδη νεκρός. Αλλά ένας τέτοιος τίτλος δημιουργεί από μόνος του σασπένς.
  Ποιος ήταν που τον σκότωσε «αρχικά» λοιπόν;
  Οι μώλωπες στο πρόσωπό του κάνουν εμφανές ότι κάποιος τον κτύπησε. Αυτός τον σκότωσε; Δεν πεθαίνει κανείς από έναν ξυλοδαρμό, αλλά μπορεί να πεθάνει αν έχει καρδιακά προβλήματα. Ποιος τον έδειρε;
  Και, το τρίτο σασπένς, ποιος του έκανε την ένεση με υπνωτικό, και για ποιο λόγο;
  Ε, να αφήσω κι εγώ κάποια μυστικά στη βιβλιοκριτική μου.
  Ποιο ήταν το θύμα;
  Ένας καθηγητής που αποπλανούσε μαθήτριες. Ήταν μέλος του «κόμματος της άκρας δεξιάς, ομιλών υπέρ αυτού δημοσίως» (μια γνωστή ιστορία μου θυμίζει αυτό, από τα μέρη μου, αλλά η Έρη δηλώνει, αμέσως μετά τη σελίδα με τις ευχαριστίες: «Εννοείται πως τόσο η ιστορία όσο και οι χαρακτήρες που βρίσκονται στις σελίδες που θα διαβάσετε παρακάτω είναι εντελώς φανταστικά. Τυχόν ομοιότητες με υπαρκτούς χαρακτήρες θα οφείλονται απλώς σε συμπτώσεις»).
  Ο αθεόφοβος δεν είχε ούτε ιερό ούτε όσιο, πήγε να την πέσει και στην κόρη ενός ομοϊδεάτη του, που ανήκε στο ίδιο κόμμα. Αυτός τον κατήγγειλε, αλλά έπεσε στα μαλακά. Πήρε απλώς μετάθεση. Όχι όμως χωρίς να δώσει κάποιο αντάλλαγμα.
  Το φόντο, όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, αναδεικνύεται αρκετά. Η Ελλάδα της κρίσης βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, και καθώς η πλοκή τοποθετείται το 2015, τότε που η Έρη έγραφε το μυθιστόρημα, κάνει τσουχτερές παρατηρήσεις, είτε με τον τριτοπρόσωπο αφηγητή της είτε με κάποιους από τους ήρωές της. Και θυμήθηκα την πρόσφατη ανάρτησή μου για την ταινία-τρόμου του ιρανικής καταγωγής Babak Anvari «Under the shadow», όπου και αυτός αφήνει τις αιχμές του για το ιρανικό καθεστώς.
  Θα παραθέσουμε στη συνέχεια κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.
  «Α, μπράβο, θέλεις να γίνεις δημόσιος υπάλληλος. Ωραία! Να γίνεις εφοριακός!».
  Όχι, δεν θα σχολιάσω αυτό το «εφοριακός», απλά θα πω ότι θυμήθηκα πάλι μια ταινία, μια καταπληκτική κωμωδία-σάτιρα των δημοσίων υπαλλήλων του ιταλού Gennaro Nunziante που έχει τίτλο «Quo Vado» (2016).
  «-Μαρία Γεωργίου, χαίρομαι που σας γνωρίζω.
-Κωνσταντίνος Κουβαράς, χάρηκα» (σελ. 61).
  Να θυμηθώ να ρωτήσω το Γιάννη, του οποίου μόλις ανάρτησα μια βιβλιοκριτική για το τελευταίο του βιβλίο, αν είναι τίποτα συγγενείς.
  «Η θεία Αντριάνα, μακρινή συγγενής…».
  Σπάνιο όνομα. Πρόσφατα συνάντησα μία. Και την κυρία που μου καθαρίζει το σπίτι στο χωριό Αντριάνα τη λένε, καλή της ώρα.
  «…η Μαρία αισθάνθηκε όπως θα ένιωθε ο Γκιούλιβερ (ή για την ακρίβεια ο Γκάλιβερ) στη χώρα των Λιλιπούτιων» (σελ. 87).
  Ο Γκάλιβερ ταλαιπωρήθηκε περισσότερο, ως πιο γνωστός, από τον Μάικλ Αργκάιλ στην ελληνική απόδοση του ονόματός του, που στη μετάφραση του βιβλίου του «Ψυχολογία της συμπεριφοράς», τον έγραψα ως Άρτζιλ. Αργότερα έμαθα πως το Argyle προφέρεται Αργκάιλ. Από τότε έχω γίνει πιο προσεκτικός στην απόδοση τον ονομάτων, κάτι που δεν κάνουν άλλοι. Για παράδειγμα επιμένουν τον Zhang Yimou, τον κινέζο σκηνοθέτη, να τον γράφουν Ζαν Γιμού ενώ είναι Τζανγκ Γιμόου.
  «Τελικά το μόνο πράγμα που φτάνει νωρίς σ’ αυτή τη χώρα είναι τα εκκαθαριστικά!» (σελ. 88).
  Και να έχεις να πληρώσεις, καλά, τι γίνεται όμως αν δεν έχεις;
    «…αν κατεβάσεις απ’ το Google Play την ειδική εφαρμογή “record my call” μπορείς να ηχογραφήσεις βάζοντας ανοιχτή ακρόαση» (σελ. 149).
  Το ξέρατε αυτό; Όχι, αγαπητές μου φίλες και αγαπητοί μου φίλοι, μη φοβάστε, δεν θα την εγκαταστήσω. Αλλά, να το πω άλλη μια φορά, προτιμώ όταν είναι να με πάρετε τηλέφωνο να έχετε ως πρώτη επιλογή το σταθερό. Το κινητό συχνά δεν το ακούω, και όχι μόνο όταν βρίσκομαι πάνω στη μηχανή. Δυο φορές που ξέχασα να το απενεργοποιήσω χτύπησε ενώ μιλούσα σε βιβλιοπαρουσίαση. Επίσης δεν ακούω τόσο καλά σ’ αυτό όσο στο σταθερό. Και, στο κάτω κάτω, γιατί να εισπράττω την ακτινοβολία; Έχω και μια μικρή απώλεια ακοής, 30%.
  Συναρπαστικό και αυτό το βιβλίο της Ρίτσου, καυστικά σχόλια, άφθονο σασπένς, χιουμοριστικό κατά τόπους. Της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο και απαιτούμε να ασχοληθεί αμέσως με το επόμενο, μην περιμένει πάλι να περάσει μια δεκαετία.

Μπάμπης Δερμιτζάκης




Post a Comment