Book review, movie criticism

Wednesday, January 18, 2017

Μιχαήλ Καλατόζωφ, Είμαι η Κούβα



Μιχαήλ Καλατόζωφ, Είμαι η Κούβα (1963)

  Μου έκανε εντύπωση: διαβάζω στη βικιπαίδεια ότι το έργο δεν έτυχε καλής υποδοχής ούτε από το σοβιετικό κοινό ούτε από το κουβανέζικο. Το πρόσεξαν όμως αμερικάνοι κινηματογραφιστές κάπου τριάντα χρόνια αργότερα και ξεκίνησαν μια εκστρατεία για την αποκατάστασή του. Ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Σκορσέζε. Το έργο γυρίστηκε στα ρώσικα όμως οι αμερικάνοι το ντουμπλάρανε στα ισπανικά, για να δώσουν μεγαλύτερη αυθεντικότητα.
  Βλέπω με δυσπιστία τον ποιητικό κινηματογράφο όταν δεν υπηρετεί μια πλοκή, έστω και στοιχειώδη. Δεν είναι η περίπτωση της ταινίας αυτής. Η βικιπαίδεια υπογραμμίζει την τεχνική: The film is shot in black and white, sometimes using infrared film obtained from the Soviet military[2] to exaggerate contrast (making trees and sugar cane almost white, and skies very dark but still obviously sunny). Most shots are in extreme wide-angle and the camera passes very close to its subjects, whilst still largely avoiding having those subjects ever look directly at the camera. Εγώ θα υπογραμμίσω την αισθητική των πλάνων, την ομορφιά της εικόνας, στοιχεία που αναδεικνύουν την ποιητικότητά της.
   Η ταινία αποτελείται από τέσσερα «διηγήματα». Μήπως δεν άρεσε τελικά η ταινία εξαιτίας αυτών των «διηγημάτων»; Είναι γνωστό ότι τα διηγήματα δεν κάνουν μεγάλο τιράζ, σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα.
  Και τα τέσσερα αναφέρονται στην προεπαναστατική Κούβα. Το πρώτο εικονογραφεί την εξαθλίωση στις παραγκουπόλεις, παρακολουθώντας έναν αμερικανό στην «επιστροφή» του από το σπίτι μιας πόρνης. Ένας νεαρός που την αγαπούσε, πηγαίνοντας απροειδοποίητα σπίτι της, έμαθε τι δουλειά κάνει.
  Το δεύτερο εικονογραφεί τη ζωή στην ύπαιθρο. Ο ενοικιαστής γης μαθαίνει ότι θα ξεσπιτωθεί. Ο ιδιοκτήτης της την έχει πουλήσει σε μια αμερικάνικη εταιρεία. Αγανακτισμένος θα βάλει φωτιά, να κάψει τα πάντα.
  Το τρίτο δείχνει την αντίσταση στις πόλεις. Όπως πάντα, οι φοιτητές είναι πρωτοπορία. Κάποιοι το πληρώνουν με τη ζωή τους.
  Το τέταρτο δείχνει την αντίσταση στη σιέρα μάντρε. Ο φιλήσυχος αγρότης που θέλει την ησυχία του και διώχνει με σκαιότητα τον αντάρτη, θα αλλάξει γνώμη όταν τα αεροπλάνα του Μπατίστα τους βομβαρδίσουν το σπίτι τους, στην πλαγιά ενός βουνού. Στο τελευταίο αυτό μέρος βλέπουμε εντυπωσιακές σκηνές, με τον ίδιο και τη γυναίκα του να προσπαθούν να σωθούν και να σώσουν τα παιδιά τους. Θα χαθούν και μέσα στις εκρήξεις των βομβών θα φωνάζουν ο ένας τον άλλο. Θα βρεθούν, θα επιστρέψουν στο ερειπωμένο σπίτι τους, όπου θα της ανακοινώσει την απόφασή του να προσχωρήσει στους αντάρτες. Στα τελευταία πλάνα τους βλέπουμε να προχωρούν θριαμβευτικά. Και, κοίτα να δεις, το επαναστατικό τραγούδι που τραγουδούσαν μου θύμισε αμέσως μια μουσική φράση από το «Non più andrai, farfallone amoroso», από τους «Γάμους του Φίγκαρο» του Μότσαρτ.
  Ποιητική η ταινία, ποιητικό και το σενάριο. Ο ένας από τους δύο σεναριογράφους είναι από τους κορυφαίους ρώσους ποιητές, ο Γιεβγένι Γιεφτουσένκο (ο άλλος είναι ο Enrique Pineda Barnet).
Το περίφημο ποίημά του «Μπάμπι Γιαρ» (φαράγγι όπου οι γερμανοί εκτελούσαν σοβιετικούς πατριώτες και εβραίους) το ενσωμάτωσε, μελοποιώντας το, στην 13 συμφωνία του ο Ντιμίτρι Σοσκτακόβιτς, από τους αγαπημένους μου συνθέτες, δίνοντάς της αυτό το όνομα. Την είχα αγοράσει φοιτητής.

    
Post a Comment