Book review, movie criticism

Thursday, January 12, 2017

Ελένη Γκίκα, Ιδεολογικά ύποπτη



Ελένη Γκίκα, Ιδεολογικά ύποπτη, Καλέντης 2016, σελ. 127

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Εξαιρετικά διηγήματα από την εξαίρετη πεζογράφο


  Την Ελένη Γκίκα την ξέρουμε ως μυθιστοριογράφο και ποιήτρια. Πριν λίγες μέρες της παρουσιάσαμε την τελευταία της ποιητική συλλογή που έχει τίτλο «Εν ύπνω». Σήμερα γνωρίζουμε την Ελένη Γκίκα τη διηγηματογράφο.
  Η διηγηματογραφία προφανώς δεν είναι ένα είδος που την ενδιαφέρει άμεσα, που την «εμπνέει». Όμως, όπως μπορώ να υποθέσω από τις χρονολογικές ενδείξεις στο τέλος των διηγημάτων της, κατά καιρούς εμπνέεται να γράψει διήγημα. Τα δυο εκτενέστερα διηγήματά της που καταλαμβάνουν το ένα τρίτο της συλλογής  γράφηκαν το 2008, πολλά μικρά το 2002, ενώ εκείνα του 2001 είναι σύντομα σαν bonzai. Δημοσιεύτηκαν βέβαια σε διάφορα περιοδικά. Υπάρχουν όμως και διηγήματα της τελευταίας διετίας. Μήπως τα έγραψε για να συμπληρώσει αυτό τον τόμο; Πάντως εγώ έτσι έκανα με τα δικά μου. Για να βγει το 64σέλιδο, μικρού σχήματος, της σειράς «metroαναγνώσματα» των εκδόσεων ΑΛΔΕ, κάθισα και έγραψα άλλα δύο, για να βγουν συνολικά πέντε. Κυκλοφόρησαν με τίτλο «Το Φραγκιό». Ναι, η πεζογραφία δεν είναι το φόρτε μου, και για την ποίηση βέβαια ούτε λόγος. Περισσότερο με «εμπνέουν» για να γράψω, βιβλία και ταινίες.
  Το ύφος της Γκίκα μας είναι γνωστό: ποιητικό, με άφθονα διακείμενα και αναφορές σε λογοτεχνικά πρόσωπα και έργα. Η πραγματικότητα, θα ’λεγε κανείς, την εμπνέει, μόνο όταν της δημιουργεί συνειρμούς με τον κόσμο της λογοτεχνίας.
  Και του κινηματογράφου. Διαβάζουμε:
  «Περπατούσε κάτω από τα ολάνθιστα δέντρα και σκεφτότανε τον Κουροσάβα. Τον χορό των νεκρών δέντρων, εκείνο τον τελετουργικό χορό που απαιτούσε τις συγκεκριμένες, συντονισμένες, μετρημένες κινήσεις. Μια παραπάνω ή μια λιγότερη, νεκρές θα παραμένανε οι ψυχές των δέντρων! Όμως στα «Όνειρα» τα νεκρά δέντρα ζωντάνεψαν όπως ζωντάνεψε αυτή την άνοιξη και το χλωμό της δέρμα. Με κόκκινα μπουμπούκια γέμισε, σαν αγριοτριαντάφυλλα ολοστρόγγυλα» (σελ. 18).
  Ο Κουροσάβα είναι ο αγαπημένος μου, και τα «Όνειρα» η ταινία του που αγαπώ περισσότερο.
  Το «Ράγισε» το εμπνέεται από το μοιραίο επεισόδιο που στοίχισε τη ζωή στη γυναίκα του Φιτζέραλντ, ακριβώς το ίδιο που στοίχισε τη ζωή στη γιαγιά του ξαδελφιών μου, Γιώργη, Κωστή και Γιάννη Τζανετάκη. Δεν θα το μαρτυρήσω.
  Στο διήγημα αυτό διαβάζουμε πάρα πολλά για τον Σκοτ και για τη γυναίκα του τη Ζέλντα. Αγαπημένος μου και ο Σκοτ, πριν έξι χρόνια ξαναδιάβασα τον «Υπέροχο Γκάτσμπυ», και για πρώτη φορά πρόπερσι το καλοκαίρι το εξαιρετικό «Τρυφερή είναι η νύχτα», καθώς και κάποια διηγήματά του.
  Ένα ψαροκόκαλο που της κάθισε στο λαιμό της θυμίζει ένα ανάλογο επεισόδιο από έργο του Πολ Όστερ, στο διήγημα «Στον Πολ Όστερ με ένα ψαροκόκαλο στο λαιμό». Το διήγημα τελειώνει ως εξής:
  «Το δικό μου, Πολ, ήταν Νοέμβριος. Και πού να σε βρω τώρα για να σου πω: Ξέρεις, έγραψα για σένα κι εγώ με ένα ψαροκόκαλο στον λαιμό!
  Στη σελίδα 221, τελειώνοντας, θα διαβάσω από σένα και «για τη μακάβρια τριγωνομετρία του πεπρωμένου» (σελ. 93).
  Εγώ πάλι το λέω αλλιώς: οι ρίζες της σύμπτωσης.
  Το πρώτο, εκτενές διήγημα, έχει τίτλο «Τα ρόδα της Ρόζας». Φαντάζομαι το όνομα της ηρωίδας της το διάλεξε για την παρήχηση του ρ. Η Ρόζα, η Rose, το τριαντάφυλλο, μεγαλωμένη μέσα στα λουλούδια,  παθιασμένη με τα λουλούδια,  σπούδασε γεωπονική. Όταν όμως της προκάλεσαν μια φοβερή αλλεργία, έπρεπε να απομακρυνθεί από αυτά.
  Πρόλαβε. Γιατί η γυναίκα ενός φίλου μου, στολίζοντας με άνθη το σπίτι της την παραμονή των γενεθλίων της έπαθε αλλεργικό σοκ και πέθανε. Δεν είναι να παίζεις με τις αλλεργίες.
  Στο εξής η Ρόζα «γράφει» για λουλούδια, σε μια στήλη περιοδικού. Όμως…
  Η συνέχεια είναι σαν αστυνομικό μυθιστόρημα. Να μην το αποκαλύψουμε, και κατηγορηθώ πάλι όπως με κατηγόρησε η Έρη ότι αποκάλυψα πώς πέθανε τελικά ο νεκρός στο μυθιστόρημά της «Ο νεκρός δολοφονήθηκε».
  Το διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή είναι από τα ωραιότερα, όχι μόνο της συλλογής αλλά και από αυτά που έχω διαβάσει ποτέ. Αντιγράφω ένα απόσπασμα.
  «Κάπου αυτή η ατέλειωτη συμφωνία, σαν το απέραντο γαλάζιο, πρέπει να μ’ έκανε σ’ όλους σας συμπαθητική. Άλλωστε, για αυτό ακριβώς με καλούσατε. Επειδή συμφωνούσα. Γιατί δεν σας δημιουργούσα προβλήματα. Επειδή ήμουν συμπαθητική. Και ας ξερνούσα όλη μέρα την άλλη μέρα με το λούστρο σας. Ξέρναγα, ξέρναγα και τελειωμό δεν είχε. Τα ψεύτικα χαμόγελα, την απατηλή ευτυχία, την κενή σιγουριά, την αυτοπεποίθηση του αμαξιού, του σπιτιού και του τίτλου. Τη σύζυγο που την εξαπατάς και σε εξαπατάει. Που την απατάς και σε απατάει. Τα παιδιά που σε επιβεβαιώνουν. Την εικόνα που σε εξασφαλίζει. Κι αυτό το ελάχιστο, τρυφερό, ευαίσθητο βλέμμα που –πού και πού – σου ξεφεύγει και με εξευτελίζει» (σελ. 63).
  Και ένα ακόμη:
  «Πάγος, σου λέω, ψυγείο και μάρμαρο. Όπως τότε παλιά στη σχολή. Που οι Ρηγάδες με θεωρούσαν Κνίτισσα, οι Κνίτες Ρηγού, κι εγώ το μόνο που έκανα ήταν εισοδισμό απ’ την ΟΚΔΕ. Κανείς μας δεν έμεινε όρθιος. Ο Τριαντάφυλλος τρελάθηκε. Ο Χρήστος είχε ένα αλλόκοτο θανατηφόρο ατύχημα. Η Ιουλία πήδησε από τον τρίτο. Ο Γιώργος δεν άντεξε την Προδομένη Επανάσταση, νοικοκυρεύτηκε. Κι ο Θύμιος που ζει τη Διαρκή του, έγινε πια τόσο γραφικός, μέχρι εξευτελισμού στο τέλος…» (σελ. 63-64).
  To «Γράμμα στον Γκας» δεν έχει χρονολογική ένδειξη γραφής στο τέλος, αλλά ξέρουμε το terminus post quem: 5-10-2016. Τότε πέθανε ο συγγραφέας του «Γκας, ο γκάγκστερ», ο Αντώνης Σουρούνης. Διαβάζουμε: «Σε πόνεσα πιτσιρικά στο «Μονοπάτι στη θάλασσα». Σ’ το έστελνα πίσω κλαίγοντας. Δύσκολα χρόνια, ε;» (σελ. 119).
  Εξαιρετικό μυθιστόρημα, είχα συγκινηθεί πολύ διαβάζοντάς το.
  Σταχυολογώ πάντα αποφθεγματικές φράσεις. Διαβάζω: «…το μεγαλείο και το ήθος μας στην ήττα τελικά θα φανούν» (σελ. 30), αν σαν έτοιμοι από καιρό…
  Και συνεχίζει αμέσως μετά: «Επαναλάμβανε: σημασία έχει να ξέρεις να χάνεις».
  Όχι, αυτό δεν είναι δικό της απόφθεγμα, όμως εγώ το ξέρω σαν τραγούδι: bisogna saper perdere, με τους Rokes.
  «Ό,τι δίνεις έχεις, όσα κρατάς τα χάνεις».
  Όχι, δεν το ιδιοποιείται η Ελένη. Μας λέγει αμέσως μετά, «μου έλεγε η γιαγιά μου» (σελ. 39). 
  Ούτε και το παρακάτω, που μας λέει ότι είναι του Πασκάλ.
  «Όλες οι δυστυχίες του ανθρώπου απορρέουν από την ανικανότητά του να καθίσει σε ένα δωμάτιο σιωπηλός και μόνος» (σελ. 103).
  Εν τάξει, σιωπηλός και μόνος, αλλά χωρίς να έχεις μπροστά σου ένα βιβλίο; Χωρίς να βλέπεις μια ταινία;
  «Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση» (σελ. 127). Του Καμί αυτό. Σίγουρα δεν είχε διαβάσει τον παρακάτω στίχο από τον «Ερωτόκριτο.
Μοίρα, δε σε φοβούμαι μπλιο, κι ό,τι κι α θέλης, κάμε
κι α με γυρεύγης να με βρης, κάτεχε πως επά  ’μαι.
  Πριν παραθέσω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που είναι άφθονοι, θα παραθέσω ένα απόσπασμα, κάνοντας μια παρατήρηση που έχω κάνει και σε άλλα κείμενα αλλά πρώτη φορά θα την καταγράψω. Η παρατήρηση αυτή είναι η διαδοχή ενός ανάπαιστου με ένα δάχτυλο.
 «Τα κεράκια στα πεύκα, καινούρια βιβλία (ανάπαιστος, άτονη, άτονη, τονιζόμενη συλλαβή).Κι έτσι παρέμειναν μέσα της» (δάχτυλος, τονιζόμενη, άτονη, άτονη συλλαβή, σελ. 96). Πολλές φορές στα πεζά κείμενα παρεισφρέουν κανονικά ποιητικά μέτρα, με τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο να κυριαρχεί.
  Και ένα ακόμη: «Ιστορίες ασήμαντες/ δίχως συμπέρασμα» (σελ. 103).
  Στο παρακάτω έχουμε διαδοχικούς δάχτυλους.
  «Κάνει τις ίδιες κινήσεις/ χρόνια και χρόνια» (σελ. 121).
  Να παραθέσουμε και δυο σε αμφίβραχυ: «Τον κλόουν στη δίφυλλη πόρτα» (σελ. 104) και «Με σένα μου λες τι θα κάνω;» (σελ. 105). 
  Εξαιρετικά τα διηγήματα αυτά της Ελένης, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα.
  Και, όπως πάντα, στο τέλος οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι.
Όχι για τα μνημεία του, για τ’ άνθη του μονάχα (σελ. 16)
Επτάωρο συμπλήρωσε. Πήγαινε τάφο τάφο (σελ. 18)
Ολόκληρα μερόνυχτα, ένα με το κρεβάτι (σελ. 20)
Δέκα ανάμεικτοι βολβοί, έξι ευρώ μονάχα (σελ. 33)
Λες και στερέψανε γι’ αυτήν τα χάρτινα λουλούδια (σελ. 37)
Μέχρι που σε συνάντησα και πάλι κάποιο βράδυ (σελ. 50)
Γιατί έτσι επιθύμησα, απλώς να σ’ το χαρίσω (σελ. 50)
Κι αμήχανα τη σκέφτομαι, σαν τους βαρυποινίτες (σελ. 52)
Τα χέρια σου τετράγωνα, παιδεύουν το μολύβι (σελ. 55)
Για μιαν ατάκα ερωτική που κόπηκε στη μέση (σελ. 55)
Εγώ μ’ εκείνη την αφή μπορώ να σου υφάνω; (σελ. 58)
Πάντως μ’ αυτό το ποίημα, όσο και να πασχίζει (σελ. 15)
Και πάει ο ιππότης έφυγε! Μαζί με την αφή του (σελ. 70)
Το πρώτο που έπιασε φωτιά ήταν η κουνουπιέρα (σελ. 71)
 Ιούλιο κινδύνεψε να χάσει τη ζωή της (σελ. 83)

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment