Book review, movie criticism

Monday, December 7, 2009

Η τιμή και η ντροπή στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη


Η τιμή και η ντροπή στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη

Διαβάζω τ. 351, Απρίλης 1995, σελ. 138-143. Εισήγηση σε ημερίδα της Ομάδας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης με θέμα «Η τιμή και η ντροπή στη Μεσόγειο», που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, στις 13 Νοεμβρίου 1994. Σε αγγλική μετάφραση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Canadian Review of  Comparative Literature 25:3-4 (September/December 1998), pp.554-561 με τίτλο: Honor and Shame in the work of Constantinos Theotokis, η οποία ακολουθεί.

  Το δίπολο τιμή-ντροπή αποτελούσε ανέκαθεν έναν ισχυρό καθοριστικό παράγοντα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, και όχι μόνο για τους μεσογειακούς λαούς όπου κυρίως στράφηκε το ενδιαφέρον των κοινωνικών ανθρωπολόγων. Ήδη ο Αριστοτέλης στο έργο του περί Ρητορικής χαρακτηρίζει τους νέους «φιλότιμους», φίλους της τιμής, που σημαίνει περίπου την αγάπη της κοινωνικής διάκρισης, θεσμοποιημένης ή μη. Και ενώ στις ταξικές κοινωνίες της κλασικής αρχαιότητας η κοινωνική αναρρίχηση και διάκριση παίζει πρωταρχικό ρόλο, στις αρχαϊκές αταξικές κοινωνίες μεγαλύτερη σημασία έχει η παραμονή στην ομάδα και η αποδοχή από τα μέλη της. Ο E. R. Dodds στο έργο του «Οι Έλληνες και το παράλογο» εύστοχα μιλάει για πολιτισμούς ντροπής χαρακτηρίζοντας τις τέτοιου είδους κοινωνίες, σε αντίθεση με τις άλλες που τις χαρακτηρίζει πολιτισμούς ενοχής. Στις αρχαϊκές αυτές κοινωνίες που δεν υπάρχει ένας εξωτερικός μηχανισμός επιβολής των κανόνων συνοχής και λειτουργίας τους, η μόνη αποφασιστική ασφαλιστική δικλείδα είναι η κοινωνική απόρριψη. Και καθώς στις κοινωνίες αυτές η κοινωνική αποδοχή ήταν σημαντικός παράγοντας για την επιβίωση του ατόμου, οι κανόνες τους εσωτερικεύονταν περίπου με τη μορφή ενός υπερεγώ, και η εσωτερίκευση αυτή εκφραζόταν με το αίσθημα της ντροπής για κάθε παραβίαση τους.
  Μπορεί με τους πολιτισμούς ενοχής να αναπτύχθηκαν κωδικοποιήσεις κοινωνικής συμπεριφοράς και συμμόρφωσης με τη μορφή νόμων, κα (σελ. 138) θώς και οι μηχανισμοί τιμωρίας των «ενόχων» παραβίασής τους, όμως η ντροπή σαν συναίσθημα και σαν μορφή αποδοκιμασίας από την ομάδα παρέμεινε, περιοριζόμενη κυρίως σε μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς.
  Οι αρχαϊκές αυτές επιβιώσεις χαρακτηρίζουν κυρίως αγροτικά στρώματα, και γενικά το χώρο της υπαίθρου. Οι «ζώνες αγνότητας» εξάλλου για την προστασία της τιμής της γυναίκας ήταν επινόηση του αγροτικού μεσαίωνα, ενώ σήμερα τα εγκλήματα τιμής συνήθως περιορίζονται στην ύπαιθρο των μεσογειακών χωρών με την καθυστερημένη αστικοποίηση.
  Και βέβαια μπορεί σήμερα μια γυναίκα να μη νιώθει ντροπή να «χάσει την τιμή της» απατώντας τον άντρα της, τη χάνει όμως εκείνος για λογαριασμό της, γινόμενος αντικείμενο ειρωνικών σχολίων από τους γύρω του.
  Και όχι μόνο σήμερα. Το μοτίβο της άπιστης γυναίκας είναι από τα πιο συνηθισμένα της λογοτεχνίας, από την Ορέστεια μέχρι τον Άμλετ. Ο ανδροκρατούμενος όμως χώρος της λογοτεχνίας εκδικείται ανάλογα αυτές τις μοιχαλίδες. Την Κλυταιμνήστρα τη σκοτώνει ο γιος της, ενώ η μαντάμ Μποβαρύ και η Άννα Καρένινα οδηγούνται στην αυτοκτονία, για να αναφέρουμε μόνο τις πιο διάσημες περιπτώσεις.
  Από τον ευρύ αυτό χώρο της λογοτεχνίας εμείς επιλέξαμε να ασχοληθούμε σήμερα με το έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Να ρίξουμε όμως πρώτα μια ματιά στην εποχή του.
  Στις αρχές του αιώνα, στις τάξεις κυρίως των λογοτεχνών, εμφανίστηκε μια αόριστα αμφισβητησιακή ιδεολογία, απαρτισμένη από ετερόκλητα στοιχεία όπως ο νιτσεϊσμός, ο χριστιανισμός και ο μαρξισμός, με ποικίλλουσες κατά περίπτωση αναλογίες, με το όνομα «κοινωνισμός». Ο κοινωνισμός αυτός, ενώ καταδίκαζε την αδικία και την εκμετάλλευση, κατά βάση στράφηκε εναντίον ξεπερασμένων ιδεών και αντιλήψεων που επικρατούσαν στην ελληνική ύπαιθρο, εκφράζοντας μια πιο ελαστική αντίληψη περί ηθικής που συμβάδιζε με την ταχέως αστικοποιούμενη ελληνική κοινωνία. Οι νεοαστοί, που πρόσφατα είχαν καταφύγει στις πόλεις, και οι διανοούμενοι, που ακόμη και αν ζούσαν σε χωριά, όπως ο Θεοτόκης στις Καρουσάδες της Κέρκυρας, είχαν μια ευρωπαϊκή κουλτούρα, ένιωθαν την ανάγκη να ξεφορτωθούν κάποιες αντιλήψεις, κυρίως περί τιμής, που τις θεωρούσαν αναχρονιστικές και τις χτύπησαν αλύπητα. Το να ακολουθήσεις τη φωνή της καρδιάς σου και να απατήσεις το σύζυγο σου με τον άντρα που αγαπάς, ήταν ολότελα θεμιτό για τον Καζαντζάκη στο θεατρικό του έργο «Ξημερώνει» (1906).
  Την ίδια περίπου εποχή που γράφει ο Καζαντζάκης το «Ξημερώνει», γράφει και ο Θεοτόκης τα περισσότερα από τα διηγήματά του που συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν το 1935 από την Ειρήνη Δεντρινού με τίτλο «Κορφιάτικες ιστορίες», στα οποία κάνει μια δριμεία επίθεση ενάντια σε μια πεπαλαιωμένη και υπερβολική αντίληψη περί τιμής, που ήταν υπεύθυνη για χίλιες δυο φρικαλεότητες. Σ’ αυτό διευκολύνθηκε από τη νατουραλιστική λογοτεχνική παράδοση της εποχής του. Ο νατουραλισμός θέλει τον άνθρωπο να παρασύρεται από βίαια αισθήματα, με πρώτο και κύριο το ερωτικό πάθος, που τον σπρώχνει σε αποτρόπαιες πράξεις. Και ενώ στον Ζολά το σεξουαλικό πάθος παρασύρει τα άτομα στην καταστροφή αδιαμεσολάβητο, στον Θεοτόκη, διαμεσολαβείται σχεδόν πάντα από τα αισθήματα τιμής και ντροπής, κυρίως στις κορφιάτικες ιστορίες.
  Στο διήγημα «Πίστομα» (1898) ένας αντάρτης, μετά τη λήξη της ανταρσίας καταφεύγει στα βουνά για να αποφύγει το χέρι του νόμου. Η γυναίκα του, θεωρώντας τον σκοτωμένο, συνάπτει ερωτικές σχέσεις με ένα χωριανό της, καρπός της οποίας υπήρξε ένα παιδί. Ο αντάρτης κάποτε γυρνάει στο χωριό και πιέζοντας τη γυναίκα του μαθαίνει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού. Πηγαίνει την ίδια ώρα και τον σκοτώνει. Μετά γυρνάει και παίρνει τη γυναίκα του και το μωρό, και τους πηγαίνει σε ένα χωράφι. Εκεί σκάβει ένα λάκκο. Όταν τελειώνει το σκάψιμο, τη διατάζει να ρίξει το μωρό μέσα «πίστομα», δηλαδή μπρούμυτα. Με τον αποτροπιασμό που δημιουργεί η πράξη στον αναγνώστη, ο Θεοτόκης καταγγέλλει ένα κώδικα τιμής που οδηγεί σε ακρότητες.
  Στο διήγημα «Ακόμα;» (1904) ο Θεοτόκης (σελ. 139) παρουσιάζει έναν απατημένο σύζυγο να εξαναγκάζεται από τον ξάδελφό του να σκοτώσει τη γυναίκα του. «Ο Κούρκουπος εκατάλαβε μέσα του, πως μελλάμενο του είταν να γένει φονιάς. Και η σκέψη τούτη ήταν τρομερή τόσο για τον καλόν άνθρωπο, που ενικούσε και την οργή και τη θλίψη του (σελ.30). «Τι περιμένεις;...Μας εντροπιάσατε», του λέει ο ξάδελφός του βλέποντάς τον να διστάζει. Η γυναίκα τον εκλιπαρεί, λέγοντάς του ότι είναι έγκυος και το παιδί είναι δικό του. Αυτός τη σκοτώνει. Έξω από το σπίτι του μαζεύονται οι γειτόνοι, ρωτώντας να μάθουν τι συνέβη. «Ο Θεοδόσης τους αποκρίθηκε: -την εσκότωσε» (σελ.32).
  Στη «Ζωή του χωριού» (1904) ο Δημήτρης μαρτυράει στους χωριανούς και στον πατέρα της πού βρίσκεται η Μαργαρίτα, η κοπέλα που αγαπάει, με τον αντίζηλό του, το Μάρκο. Σ’ αυτή την πράξη του σπρώχνεται από τον Πέτρο Κλάδη, για εκδίκηση, επειδή θίχτηκε η υπόληψή του που αρνήθηκε την προξενιά του γιου του. Τους τσακώνουν. «Ο γέροντας (πατέρας) από το καλύβι τους εκαταριότουν, ήθελε να τους κυνηγήσει. Κι ακούστηκε οπίσω η φωνή του Δημήτρη, που έλεγε εκδικητικά: - Εντροπιαστήκατε» (σελ.63).Ο Μάρκος δεν θα μπορέσει να αποκαταστήσει την τιμή της με το να την παντρευτεί γιατί, όπως προτίθεται να μαρτυρήσει κάποιος χωριανός, «τους εβάφτησε ένας νούνος» (σελ. 63).
  Στην «Υπόληψη» (1904) οι συγγενείς της κοπέλας εξαναγκάζουν με τα όπλα τον πλούσιο νέο που την αποπλάνησε, πολιορκώντας το σπίτι του, να την παντρευτεί, ενώ στις «Δυο αγάπες» (1910) το συγγενολόι των δυο γυναικών πηγαίνουν αδελφωμένοι να σκοτώσουν τον άνθρωπο που τους εντρόπιασε. Όταν αυτός επιλέγει να παντρευτεί την κοπέλα που αγαπά (η άλλη ήταν παντρεμένη σε διάσταση, με όχι άσπιλο παρελθόν),τα δυο σόγια κινδυνεύουν να σκοτωθούν μεταξύ τους, και μόνο ένα θαύμα  αποτρέπει τελικά το αιματοκύλισμα.
  Στο «Τίμιος κόσμος» κάποιος προσβάλλει επανειλημμένα ένα πολιτικό του αντίπαλο, σε ένα μαγαζί του χωριού, αποκαλώντας τον «άτιμο». Εκείνος, εννιά φορές προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση, λέγοντάς του «Ματαπές το», κι αυτός το επαναλάμβανε. Τη δέκατη, βλέποντας πως η σύγκρουση ήταν πια αναπόφευκτη, ανταποδίδει τη βρισιά. «Μόνο εσύ τέτοιος είσαι. Γιατί εσέ, τη γυναίκα σου την είχα εγώ πριν»(σελ.93). Μονομαχούν με όλα τα μπέσα, με μαχαίρι, και τον σκοτώνει.
  Στην «Παντρειά της Σταλαχτής» ο πλούσιος νέος παρατάει τη φτωχιά κοπέλα που αποπλάνησε, μη μπορώντας, εξαιτίας της θέλησης του πατέρα του, αλλά μη θέλοντας και ο ίδιος, να την παντρευτεί. Αυτή, απελπισμένη, πέφτει σε ένα πηγάδι να πνιγεί. Αυτός, μετανιωμένος, κατεβαίνει στο πηγάδι, δεμένος με ένα σκοινί, να τη σώσει. Την άλλη άκρη του σκοινιού τη φυλάει ο επιστάτης του. Όμως ο Γιάννης, παλιός επιστάτης του αφεντικού που τον παράτησε για τις ατιμίες του και που αγαπά τη Σταλαχτή, τους παρακολουθεί. «Εκεινού του πρέπει η τιμωρία, εκείνη γιατί να ζει στην ατιμία; (σελ.120). Επιτίθεται στον επιστάτη, τον πληγώνει και κόβει το σκοινί. «Το νερό δαρμένο από τα δυο κορμιά που βούλιαζαν, έβρασε και αναπετάχτηκε ως το φροχείλι, κι ο φονιάς ετήραξε τρογύρου του σαν ξαφνιασμένος από το έργο του...- έκανα κρίση» είπε (σελ.120).
  Στο «Αγάπη παράνομη» (1906) ο πεθερός βιάζει κατ’ εξακολούθηση τη νύφη του. Ο γιος του απουσιάζει φαντάρος. Η κοπέλα μένει έγκυος. Πεθαίνοντας στη γέννα, μαρτυράει το μυστικό στον παπά, για να σώσει το μωρό, επειδή φοβάται ότι θα το σκοτώσουν για να κουκουλώσουν το γεγονός. Μόλις επιστρέφει ο άντρας της, ο πατέρας του «σαν τρελός εμίσεψε από τον τόπο, και κανείς στο Δαφνύλα δεν έμαθε πια τι είχε απογένει» (σελ.175).
  Στο διήγημα «Αμάρτησε;» (1912) ο παπάς μεταλαμβάνει μια κοπέλα ενώ δεν έπρεπε, γιατί κατά την εξομολόγηση του είπε πως τα είχε με ένα παντρεμένο, μόνο και μόνο για να διαλύσει τις υποψίες του πατέρα της που παρακολουθεί με άγρυπνο μάτι, και να αποτρέψει έτσι μια πιθανή τραγωδία.
  Είναι χαρακτηριστικό πως μόνο ένα από τα δέκα διηγήματα της συλλογής, με τον τίτλο «Κάιν» (1904) δεν έχει σχέση με την έννοια της τιμής όπως αναπτύσσεται στα υπόλοιπα. (σελ. 140) Έχει όμως σχέση με την τιμιότητα. Ο ένας αδελφός αρνείται να κλέψουν το αφεντικό τους, και του παραδίδει το κοπάδι που του ανήκει. Ο άλλος για εκδίκηση τον σκοτώνει.
  Η έννοια της τιμής στο έργο του Θεοτόκη έχει δυο κύριες σημασίες. Η μια έχει να κάνει με τις ερωτικές σχέσεις, η άλλη με το κοινωνικό status. Η τιμή που έχει να κάνει με τις ερωτικές σχέσεις έχει τις εξής μορφές. α) απατημένος σύζυγος, στα διηγήματα «Πίστομα», «Ακόμα», «Τίμιος κόσμος», «Αμάρτησε», και στη νουβέλα «Ο κατάδικος». β) κηλίδωση της τιμής ανύπαντρης κοπέλας, συνήθως από πλούσιο νέο στα διηγήματα «Η ζωή του χωριού», «Υπόληψη», «Η παντρειά της σταλαχτής», «Οι δυο αγάπες», στη νουβέλα «Η τιμή και το χρήμα» και στο μυθιστόρημα «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους». γ) Αιμομιξία, στο διήγημα «Αγάπη παράνομη», και στο μυθιστόρημα «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα».
  Η σεξουαλική παρεκτροπή μπορεί να πλήξει την τιμή μιας γυναίκας, είτε είναι παντρεμένη είτε είναι ανύπαντρη, όχι όμως ενός άντρα, αδιάφορο αν είναι παντρεμένος ή ανύπαντρος. Οι σεξουαλικές παρεκτροπές στον άντρα είναι συγγνωστές, όχι όμως και στη γυναίκα. Και ενώ η σεξουαλική παρεκτροπή μιας ανύπαντρης γυναίκας πλήττει τους γονείς, τα αδέλφια και τους συγγενείς της, μιας παντρεμένης πλήττει κυρίως τον άντρα της, ενώ το αντίστροφο ισχύει ελάχιστα. Η λέξη κερατάς είναι αρσενικού γένους, χωρίς να υπάρχει το αντίστοιχο θηλυκό. Τέλος, οι σεξουαλικές παρεκτροπές κρίνονται με μεγαλύτερη ανοχή για άτομα πλούσια ή ανώτερου status, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά στο μυθιστόρημα του Θεοτόκη «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους». Αντίστροφα όμως, υπάρχει μια τιμή που συνδέεται απευθείας με το κοινωνικό status, και το άτομο πρέπει να αποφεύγει κάθε τι που θα μπορούσε να την πλήξει. Μια ζωή που δεν συμβιβάζεται μ’ αυτό το status, γάμος με άτομο κατώτερου status, και φυσικά ο υποβιβασμός απ’ αυτό, πλήττουν άμεσα την τιμή.
  Με την τιμή που έχει σχέση με το κοινωνικό status καταπιάνεται ο Θεοτόκης στη νουβέλα του «Η τιμή και το χρήμα» και στο μυθιστόρημά του «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους». Εμφανίζεται έμμεσα στα διηγήματα της β) κατηγορίας (εκτός από το διήγημα «Η ζωή του χωριού») όπου ο νέος αποπλανά τη φτωχιά κοπέλα, και δεν την παντρεύεται όχι μόνο ή κυρίως γιατί είναι φτωχιά, αλλά γιατί η φτώχεια της την τοποθετεί σε ένα κατώτερο status, και ένας γάμος μαζί της είναι πρόξενος ντροπής γι’ αυτόν.
  Στην «Τιμή και το χρήμα», έργο του 1914, ο Αντρέας δεν διστάζει να πάρει γυναίκα από κατώτερη σειρά και πιο φτωχή, γιατί η αγάπη που νιώθει γι’ αυτήν είναι ισχυρότερη από το οποιοδήποτε αίσθημα ντροπής που θα μπορούσε να νιώσει. Θέλει όμως προίκα για να βγάλει την υποθήκη του σπιτιού του, σύμβολο του γοήτρου της οικογένειάς του.
  «Ως κι αυτός τάχε αναθεματίσει τα πλούτη και καθόλου δεν τάχε ζηλέψει, αλλιώς δε θα την έπαιρνε βέβαια. Μα δεν επιθυμούσε για τούτο και τον ξεπεσμό» (σελ.173).
  Ακόμη, θεωρείται εξίσου ξεπεσμός για την οικογένειά του να δουλέψει ο ίδιος σαν μισθωτός, και κυρίως η γυναίκα του. Το πρώτο δεν θα το αποφύγει, όταν η αστυνομία θα κατάσχει το καΐκι του με το οποίο κάνει λαθρε (σελ. 141) μπόριο. Είναι χαρακτηριστικό ακόμη του αισθήματος τιμής του, ότι διστάζει να ξαναζητήσει προίκα από την σιόρα Επιστήμη, επειδή, όταν έκλεψε τη Ρηνιώ μπροστά στην προοπτική να παντρευτεί άλλο, είπε ότι δεν θέλει προίκα. Αυτό θα το κάνει για λογαριασμό του ο θείος του μόνο όταν σφίξουν οικονομικά τα πράγματα. Ακόμη δεν θέλει να στεφανωθεί απλά και λιτά, χωρίς εορτασμούς, τη Ρηνιώ, μια και δεν έχει χρήματα.
  «Να στεφανωθεί μια νύχτα σαν μπαντίδος; λέει ο θείος στη σιόρα Επιστήμη. Αυτό δεν τόκαμε κανένας στο σπίτι μας, και ν’ αρχινήσουμε εμείς;...και ο κούταυλος ο ανηψός μου όλο εκήρυχνε που δεν ήθελε προικιά. Δεν ήθελε, λέει, να κάμει κακή φιγούρα, μια φορά που τόχε φωνάξει» (σελ.166).
  Η σιόρα Επιστήμη και ο Αντρέας μετεωρίζονται συνεχώς ανάμεσα στα αισθήματα της τιμής, της αγάπης και του συμφέροντος. Η σιόρα Επιστήμη μετεωρίζεται ανάμεσα στη φιλοχρηματία της και στο αίσθημα τιμής και της αγάπης για την κόρη της. Την κερδίζει η φιλοχρηματία. Ο Αντρέας μετεωρίζεται ανάμεσα στην αγάπη του για τη Ρηνιώ και στην ανάγκη του για χρήματα, για να σώσει την τιμή της οικογένειας, βγάζοντας την υποθήκη από το σπίτι του και έχοντας το αναγκαίο κεφάλαιο για να συνεχίσει το λαθρεμπόριο χωρίς να αναγκάζεται να δανείζεται με υψηλό επιτόκιο από τους τοκογλύφους. Τον κερδίζει η ανάγκη του για το χρήμα.
  Απ’ όλα τα πρόσωπα, μόνο η Ρηνιώ στέκεται αταλάντευτη στην αγάπη της. Στο τέλος θα επιλέξει να αναθρέψει μόνη της το παιδί της, ανύπαντρη μητέρα, αντιμετωπίζοντας την κοινωνική κατακραυγή, παρά να παντρευτεί τον άντρα που αγαπά, αφού διαπιστώνει ότι η αγάπη του δεν είναι τόσο δυνατή όσο η δική της.
  Μέσα από το πρόσωπό της ο συγγραφέας καταγγέλλει κάποιες πεπαλαιωμένες αντιλήψεις περί τιμής: «Ήθελε να μ’ είχε καθισμένη στην καρέκλα, για να κάνω την κυρά, μήπως κι εξευτελιζότουνε τ’ όνομά του, γιατί οι γυναίκες του σπιτιού του ήτανε μαθημένες να μη δουλεύουνε. Τι σάπιες, τι σκουριασμένες ιδέες! Γι’ αυτό και η φτώχεια τον κατέβαλε» (σελ.157).
  Τις ίδιες σκουριασμένες ιδέες κουβαλάει και ο κόντες Αλέξανδρος Οφιομάχος στο μυθιστόρημα «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους», έργο που εκδόθηκε μεν το 1922, αλλά στο μεγαλύτερό του μέρος είχε γραφεί το 1915-6. Αν και τα οικονομικά του δεν πηγαίνουν και τόσο καλά, εξακολουθεί τη σπάταλη ζωή του αριστοκράτη. Και, όταν δεν μπορεί πια να αντεπεξέλθει οικονομικά, αρχίζει να δανείζεται, «κρυφά, κι όχι από τράπεζες, για να μην ακουστεί το όνομά του», παρά από τοκογλύφους. Για τον ίδιο λόγο, για να μην ακουστεί το όνομά του, ακόμη και όταν μεγαλώνουν υπερβολικά τα χρέη του, επιμένει να μην πουλά από την τεράστια κτηματική περιουσία του, προτιμώντας τους τοκογλύφους. Κι όταν πια έχουν υποθηκευθεί τα πάντα, στερεί την κόρη του την Ευλαλία από τον Άλκη, τον άντρα που αγαπά, προκειμένου να την παντρέψει με ένα πλούσιο, αυτοδημιούργητο γιατρό.
  Σ’ αυτό το έργο ο Θεοτόκης σαρκάζει την πεπαλαιωμένη αντίληψη περί τιμής που κουβαλάει ο γέρο κόντες, και που είναι υπεύθυνη για την καταστροφή του, όπως η πεπαλαιωμένη αντίληψη περί τιμής των χωρικών στα διηγήματά του ήταν υπεύθυνη για τις φρικαλεότητες που διαπράττονταν. Και ενώ τα υψηλά κοινωνικά στρώματα είναι τόσο πολύ προσκολλημένα σε μια αντίληψη περί τιμής συνδεμένης με το status τους, έχουν μια αρκετά χαλαρή αντίληψη όσον αφορά την τιμή που έχει σχέση με τη σεξουαλική αγωγή. Μπορεί ο Οφιομάχος να θλίβεται που η κόρη του έφυγε με τον πλούσιο φίλο της, γιατί ξέρει ότι αυτός δεν θα την παντρευτεί, ο Βαλσάμης όμως, καταδικασμένος σε θάνατο από ανίατη αρρώστεια, ανέχεται την Αιμιλία τη γυναίκα του να τον απατά με τον Γιώργη, το γιο του Οφιομάχου, καθημερινά μπροστά στα μάτια του. Με βάση βέβαια την αντίληψη περί τιμής, που ισχύει τόσο στα ανώτερα όσο και στα κατώτερα στρώματα, και στην οποία αναφερθήκαμε πιο πριν, ο Οφιομάχος δεν έχει κανένα πρόβλημα που ο γιος του τα έχει με μια παντρεμένη. Απεναντίας χαίρεται, ελπίζοντας ότι μετά το θάνατο του άντρα της ο γιος του θα παντρευτεί την πλούσια χήρα και θα τον βγάλει από τα οικονομικά του αδιέξοδα. Η χήρα όμως αυτή, παρασυρμένη από το ερωτικό της πάθος, οξυμμένο υπερβολικά
από τη στέρηση, καθώς ο Γιώργης έχει πάψει πια να ανταποκρίνεται στον έρωτά της, θα «αποπλανήσει» τον πλούσιο γιατρό, τον άντρα της Ευλαλίας, της κόρης του Οφιομάχου, χωρίς αυτό, όπως σχολιάσαμε, να έχει μεγάλη επίπτωση στην τιμή και των δυο. Έχει όμως επίπτωση στα οικονομικά της οικογένειας των Οφιομάχων, καθώς ο γιατρός θα τους παρατήσει στην τύχη τους. Έτσι η θυσία της Ευλαλίας πήγε χαμένη.
  Στα δυο επόμενα και τελευταία έργα του Θεοτόκη, η δράση πυροδοτείται όχι τόσο από την αντίληψη περί τιμής που έχουν οι ήρωές του, όσο από το σεξουαλικό πάθος και το συμφέρον. Στον «Κατάδικο», ο Πέτρος Πέππονας κατηγορεί τον Τουρκόγιαννο, τον αγνό θρησκευόμενο, ότι πολιορκεί τη γυναίκα του αφεντικού του, του Γιώργη Αράθυμου, για να τον διώξει, επειδή είχε υποπτευθεί τις σχέσεις που είχε με τη γυναίκα του. Αυτός πράγματι τον διώχνει. Στη συνέχεια ο Πέππονας σκοτώνει τον Αράθυμο και κατηγορεί τον Τουρκόγιαννο για το φόνο. Ο Τουρκόγιαννος στη φυλακή κηρύττει τη μετάνοια στους άλλους φυλακισμένους.
  Η τιμή, αν και δεν πρωταγωνιστεί σ’ αυτό το έργο, είναι όμως παρούσα.  Στην αίσθηση τιμής του Αράθυμου αποβλέπει ο Πέππονας για να διώξει τον Τουρκόγιαννο, όταν τον κατηγορεί ότι γυροφέρνει τη γυναίκα του.
  Στο «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα» πρωταγωνιστής είναι και πάλι το σεξουαλικό πάθος και το συμφέρον. Ο Καραβέλας, ένας ξεμωραμένος γέρος, πολιορκεί ερωτικά τη Μαρία, τη γυναίκα του Γιάννη Στατήρη. Αυτή κάνει πως ανταποκρίνεται στα αισθήματά του, για να τον πείσει να τους γράψει την περιουσία του για να τον γηροκομήσουν, μια και είναι άτεκνος. Μόλις βέβαια υπογραφούν τα συμβόλαια αλλάζει τακτική. Ο γέρος Καραβέλας, αντιμετωπίζοντας την άρνησή της, την περιφρόνηση, την κοροϊδία και τον κατατρεγμό, θα αυτοκτονήσει στο τέλος.
  Κι εδώ επίσης θίγονται ζητήματα τιμής. Ο Καραβέλας διαδίδει ότι τα έχει με τη Μαρία. Αυτή, αγανακτισμένη, τον βρίζει. Αυτός, που στα νιάτα του είχε τσακώσει τη Μαρία, μικρό κορίτσι τότε, να αιμομιχτεί με τον ξάδελφό της, εξοργισμένος τώρα που βρίσκει μια διαφορετική Μαρία, θα σπρώξει την κόρη της την Αμαλία σε αιμομιξία με τον ξάδελφό της. Θα φροντίσει βέβαια ώστε να ειδοποιηθούν ο γονείς και να τους κάνουν
τσακωτούς. Ο Γιάννης, ο πατέρας, μετά την αποκάλυψη σχολιάζει: «Η Αμαλία έκανε κακό μοναχά του εαυτού της. Θα ’παιρνε ένα πλούσιο του χωριού μας ή από άλλο χωριό. Τώρα, δευτερωμένη, θα πάρει ένα κατώτερο, ένα φτωχόνε, γιατί έχασε την πρώτη τιμή της» (σελ.153).
  Το ότι η αίσθηση της τιμής στα τελευταία έργα του Θεοτόκη δεν παίζει πια τόσο καταλυτικό ρόλο στη δράση όσο το σεξουαλικό πάθος μόνο του, μπορεί να ερμηνευθεί με μια μεγαλύτερη αστικοποίηση της κοινωνίας που οδήγησε με μια μειωμένη αντίληψη περί τιμής ακόμη και στα αγροτικά περιβάλλοντα, που δεν οδηγούσε πια στα φοβερά εκείνα εγκλήματα τιμής που περιγράφει στα «Κορφιάτικα διηγήματά» του, τα περισσότερα γραμμένα γύρω στο 1905, με κορυφαίο, απ’ αυτή την άποψη, το φρικιαστικό «Πίστομα», γραμμένο το 1898.
  Η Κέρκυρα βέβαια βρίσκεται στις παρυφές του Μεσογειακού χώρου, σε στενή σχέση με το δυτικό πολιτισμό λόγω της ενετικής και στη συνέχεια της αγγλικής κατοχής. Έτσι η ακαμψία της αίσθησης τιμής και ντροπής που χαρακτηρίζει τους μεσογειακούς πληθυσμούς άρχισε  πρώτα εκεί να υποχωρεί. Και ο Θεοτόκης, ευρωσπουδασμένος καθώς ήταν, κατάγγειλε αυτή την ακαμψία, συμβάλλοντας και αυτός στην υποχώρησή της. Και αν και ο μουσουλμανισμός στις εκείθεν της Μεσογείου χώρες μπορεί να αποτελεί ακόμη ένα αντίβαρο σ’ αυτή την υποχώρηση, η οποία υποχώρηση ενισχύεται από μια κοσμοπολίτικη εξάπλωση του δυτικού πολιτισμού, κυρίως με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι θύλακες στους οποίους οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι μπορούν να ανιχνεύσουν ακόμη μια παρόμοια ακαμψία στην αίσθηση τιμής και ντροπής περιορίζονται αρκετά. (σελ. 143)

Honor and Shame in the work of Constantinos Theotokis, Canadian Review of
 Comparative Literature 25:3-4 (September/December 1998), pp.554-561.

A report given in a social anthropological conference with the title «Honor and shame in Mediterranean», held in Athens, in 13 November.

  The antithetical pair «honor and shame» has always been a decisive factor in human behavior among people living around the Mediterranean, where social anthropologists focused on this topic. Aristotle, in his work on rhetoric, characterizes young people as «filotimoi», lovers of honor, which means lovers of social acceptance, institutionalized or not.
  While in class societies of Antiquity social ascendance and distinction played a major role in human behavior, in the archaic equalitarian societies, staying within the group and being accepted by its members has had greater significance. E. R. Dodds, in his work «Greeks and the irrational», talks about cultures of shame, characterizing the above societies, distinguishing them from those of guilt.
  In the archaic societies where there is no institutionalized force imposing rules of coherence and order, discouraging crime, the only decisive preventive factor is social rejection. Since, therefore, in those societies social acceptance was of primary importance for the survival of man, their rules were internalized in the form of a super-ego, and this internalization was expressed in the form of the feeling of shame, whenever these rules were violated.
  In the cultures of guilt codifications of social behavior ware later developed in the form of legal laws, and institutions for punishing those found «guilty» of violating them also emerged. Shame, however, as a feeling and as a form of disapproval by the group remained, restricted mainly to sexual behavior.
  These archaic «residua» characterize mainly countryside, agricultural societies. «Chastity belts» for the protection of the honor of the wife was an invention of the Middle Ages, and occurred in an agricultural economy. Crimes of honor nowadays mainly happen in the villages of Mediterranean countries, whose urbanization was late in comparison with other European countries. (page 554)
  A woman may not feel shame if she deceives her husband, because her loss of honor is not at all great, if she loses it at all. He however definitely loses his because of her conduct, being the object of ironical comments of people around him.
 The motif of the adulterous woman is one of the most common in the literary history, from Orestia to Hamlet. The male writers, however, take revenge of their adulterous heroines. Clytemnistra is killed by her own son, and madam Bovary and Anna Karenina are led to suicide, to name only the most famous instances.
  From this wide literary field we chose to speak today about the work of Constantinos Theotokis, an eminent Greek prose writer at the beginning of the century (1972-1923).
  First we shall say a few things about the cultural and ideological trends of his era.
  At the beginning of the century, mainly among writers, an ideological trend named «societism» immerged. It consisted of heterogeneous elements coming from Nietzsche, Christianity and Marxism, in various proportions. This societism, while condemning injustice and exploitation, turned mainly against obsolete ideas prevailing in Greek countryside, expressing a more lax conception of morality, resulting from the urbanization of the Greek society. Young people from villages had recently taken refuge to the cities, and intellectuals, even if they lived in villages, like Theotokis in Carousades of Corfu, had a European culture. Both groups felt the need to get rid of some anachronistic ideas and prejudices, mainly concerning honor, and attacked them bitterly. To follow the voice of your heart and deceive your husband with the man you love is entirely legitimate in the early drama of Nikos Kazantzakis entitled «It dawns» (1906). The title is very indicative: It is the dawn of a new era.
  About the same time Theotokis wrote most of his short stories, later collected by Irene Dendrinou and published under the title «Stories from Corfu» in 1935, twelve years after the death of the writer. In these stories he undertook a bitter attack against an anachronistic and exaggerated conception about morality, responsible for numerous atrocities committed at the time. In this attack, he was helped by the literary tradition of naturalism that was prevalent in his era. In naturalistic works, for example of Zola, men are governed by violent passions, mainly by the passion of love, and this leads them to commit violent actions. While, however, in Zola sexual passion leads men to destruction unmediated, in Theotokis’s work, their passions are almost always mediated by feelings of honor and shame, mainly in his «Stories from Corfu».
  In his short story «Pistoma» (1898), a rebel retreats to the mountains, to avoid the law. His wife, believing that he is dead, develops a sexual relation with (page 555) a man in the village, a relationship that produces a baby. After some time, however, the rebel returns to the village, and forces his wife to tell him the name of the father of the baby. As soon as he learns it, he goes and kills him. Then he comes back, and takes his wife and the baby to a field. There, he digs a ditch. When he finishes, orders his wife «Valto pistoma» (Put it down on its face). These are the concluding words of the short story: the man wished to bury the child alive. By creating a feeling of repugnance in the reader, Theotokis denounces a code of honor which leads to such atrocities.
  In the short story «Not yet?» (1904) Theotokis presents a deceived husband forced by his cousin to kill his wife. «Kourkoupos realized that he was destined to be a killer. This thought was so terrible for this good man that overcame his anger and his sorrow» (p. 30). «-What are you waiting for?.... she disgraced us», his cousin tells him, seeing him hesitating. His wife implores him, telling him that she is pregnant and the child is his. He finally kills her. Outside the house the neighbors gather, asking what has happened. «Theodosis answered them: -He killed her» (p. 32).
  In «The village life» (1904) Jim betrays to the villagers and Margarita’s father the place where she is now with his rival, Marc. Peter Kladis pushed him to this action for revenge, as he felt his honor stained, because Margarita rejected his son as a prospective husband.
  They catch them. «The old father from the hut cursed them, wanted to run after them. The voice of Jim was heard behind him, telling revengefully: -You have shamed yourselves» (p. 63).
  Marc wants to marry her to save her honor, but this proves to be impossible, because, as a villager is eager to betray, «a nunos (possibly a catholic) baptized them» (p. 63).
  In «Estimation» (1904), the relatives of the girl force with the guns the rich young man who seduced her, by blockading his house, to marry her, while in «The two loves» the relatives of the two women proceed to kill the man who shamed them. When he chooses to marry the girl he loves (the other girl was married, though separated, and not with an immaculate past), the two families are ready to kill each other, and ultimately only a miracle prevents a massacre.
  In «An honest world» (1905), someone insults repeatedly a man belonging to a rival political party, in a cafe house of the village, calling him «disgraced». He tried nine times to avoid the fight, telling him «take your word back», but he insisted on repeating it. At last, seeing that the fight was inevitable, throws the insult back: «You are disgraced, because I had your wife, before you had her» (p. 93). In the duel that follows, he kills him with his knife.
  In «Stalachti’s marriage» (1905), the rich young man abandons the poor girl he seduced, on the one hand because his father objects to his marrying her, and on the other because he himself is somewhat unwilling. She, in despair, falls into (page 556) a well to drown herself. He, in remorse, climbs down, tied to a rope, to save her. The other end of the rope is held by the foreman of his estate. John, a former foreman of his, who had abandoned him in disgust for his disgraces, is nearby, watching the scene. «He deserves punishment, she, why should she live in disgrace? He thinks». He attacks the foreman, wounds him, and cuts the rope. «Drops of the water, splashed by the two bodies that were drowning, reached the brim of the well. The murderer looked around him, as if astonished by the act he had committed. -I made a judgment, he said to himself. » (p. 120).
  In «Unlawful love» (1906) the father in law rapes repeatedly his son’s wife, who is doing his military service. The girl gets pregnant. Dying while giving birth to her child, she betrays the secret to the priest, trying to save the baby, because she is afraid that they will kill it to cover up the disgrace. As soon as her husband returns, his father, «left the place in a hurry, and nobody in Dafnila ever learnt what had become of him» (p. 175).
  In the short story «Did she disgrace herself? » the priest gives holy communion to a girl, while he should not have done so, because she had confessed to him that she had sexual relations with a married man, because he had noticed the watching eye of her father, and had wanted to disperse his suspicions in order to avoid a possible tragedy.
  Only one of the short stories of this collection, entitled «Cain», has no relation with the concept of honor as it is developed in the rest of the stories. It does, however, develop the theme of honesty. A man refuses to steal his boss’ flock, despite his brother’s pressures, and brings it to him intact. His brother is furious and kills him.
  The concept of honor in Theotokis’s work has two major meanings. The one has to do with sexual behavior, the other with social status. The shame connected with sexual behavior has these types: a) Deception of a husband, in the short stories «Pistoma», «Not yet? », «An honest world», «Did she disgrace herself? » and in the novel «The condemned man». b) Staining of the honor on an unmarried girl, mainly by a rich young man, in the short stories «The village life», «Estimation», «Stalachti’s marriage», «The two loves», in the novelette «Honor and money» and the novel «The slaves in their chains». c) Incest, in the short story «Unlawful love» and in the novel «Life and death of Caravelas».
 Improper sexual behavior can stain the honor of a woman, regardless of whether she is married or not, but not the honor of a man, whether or not he is married. Improper sexual behavior in man is forgivable, but not in woman. The word «cuckold» in Greek is masculine, there is no feminine equivalent. Improper sexual behavior is more tolerated in rich persons or persons of a higher social status. This appears characteristically in Theotokis’ novel «The slaves in their chains». On the other hand, there is a concept of honor directly connected (page 557) to the social status, and one is constantly straining to avoid anything that could stain it. Leading a life that does not conform to this status (such as a marriage to a person with an inferior social status), directly stains the honor of the person concerned.
  Theotokis deals with this concept of honor in his novelette «Honor and money» and «The slaves in their chains». It appears indirectly in the short stories of the b type (except the short story «The village life») where the young man seduces the poor girl and is reluctant to marry her, not only or mainly because she is poor, but because her poverty places her in an inferior social position, and a marriage with such a girl would permanently stain his honor.
  In «Honor and money» (1914), Andreas doesn’t hesitate to marry a poor girl of inferior status, because his love to her is so great as to overcome any feeling of shame. He however needs a dowry to raise a mortgage for his house, a symbol of prestige of his family.
  «Even he himself had cursed riches and had no special wish of them, otherwise he wouldn’t have married her. But that didn’t mean that he wished for his degradation» (p. 173).
  According to the concept of honor of his class, he was not allowed to work as a hired man, and his wife certainly couldn’t work as a hired woman. He could not avoid the first, when the police confiscated the small sailboat he used in contraband. It is still characteristic of his concept of honor that he hesitated to ask from his mother in law for the promised dowry, which he had refused in a desperate attempt to marry Irene before she got married to another man who wanted her. An uncle of his would do it for himself, when his economic situation was in despair. He, however, didn’t want to avoid marriage festivities, to save money, because this was improper for their class.
  «-get married at night like a bandit! Says uncle to signora Epistimi. Nobody has done this in our family, why should we start this? ...and my stupid nephew kept saying that he wants no dowry. He didn’t want, so he says, to make a bad impression, since he once has said so» (p. 166).
  Signora Epistimi and Andreas always vacillate in their feelings of honor, love and economic interest. Signora Epistimi vacillates in her love of money, her sense of honor and her love for her daughter. Her love of money gains her. Andreas vacillates between his love of Irene and his need for money in order to save the honor of his family by raising the mortgage of his house and to continue to be involved with contraband without being obliged to borrow money at a high rate from usurers. His need for money prevails.
  Of all the persons, only Irene stands unwavering in her love. At the end she makes the decision to raise her baby alone, as an unmarried woman, facing social contempt, rather than marrying the man she loves, since she sees that his love is not so great as hers. (page 558)
  The writer uses her as a port-parole to criticize some obsolete conceptions of honor: «He wanted to have me seated on a chair, to make the lady, fearing that otherwise his name would be humiliated, because the women of his family were not accustomed to working. What rotten, what rusty ideas! That’s why poverty overcame him» (p. 157).
  The same rusty ideas characterize count Alexander Ofiomachos in the novel «The slaves in their chains», published in 1922, though the greater part of it was written in 1915-6. Though his finances were not in such a good condition, he goes on leading the life of an aristocrat, spending money here and there. When he can no longer cope with his expenditure, he starts borrowing money, «secretly, not from banks, in fear of been known as a man in economical difficulties», but from usurers. For the same reason he avoids selling part of his huge estate, even when his debts increase dangerously. When everything is mortgaged, he finds a solution: he doesn’t let his daughter, Eulalia, marry Alkis, the man she loves, but pushes her to marry a rich doctor.
  In this work Theotokis ridicules the antiquated ideas about honor that characterize the old count, ideas that were responsible for his economical disaster, in the same way as the old fashioned conception of honor, characterizing Corfu peasantry, led to the atrocities described in his short stories. The upper social strata, while they are so much attached to an excessive idea of honor linked with their status, have a rather loose idea of honor having to do with sexual behavior.
  Ofiomachos, when he learns that his daughter left the house with her rich boy friend feels distressed, because he is sure that he is not going to marry her. His honor will remain stained. Valsamis, destined to die from an incurable disease, tolerates his wife deceiving him before his eyes with George, Ofiomachos’s son. In this case Ofiomachos has no problem, since the fact that his son has sexual relations with a married woman does not affect his honor. On the other hand he feels happy, hoping that after the death of her husband, she will marry his son, having thus a way out from his intolerable economic situation.
  The things won’t turn out as he hopes. George has ceased to love her. She, in despair, will seduce the rich doctor, Evlalia’s husband. This has no great impact on his or her honor. However, it has great impact on the financial situation of Ofiomachos. The doctor will abandon his wife’s family to her fate. Her sacrifice, to abandon the man she loved in order to save her father from economic disaster, was in vain.
  In the next two (and last) novels of Theotokis the action is triggered by sexual passion and economic interest rather than the concept of honor. In «The condemned man» Peter Peponas accuses Tourkoyannos, a pure religious young man, of trying to seduce his boss’ wife. He himself has sexual relations with that (page 559) woman, and he suspects that Tourkoyannos has noticed it. In this way he hopes that his boss will dismiss him. It happens. After that Peponas kills Tourkoyannos’s boss, and accuses Tourkoyannos of committing the crime. In jail Tourkoyannos preaches repent to the other prisoners.
  The sense of honor, though not primary in this novel, is still present. When Peponas tells Tourkoyannos’ boss that he flirts his wife, he wants to appeal to his boss’s sense of honor, to make him expel Tourkoyannos from the house.
  In «Life and death of Caravelas» sexual passion and economic interest inform the actions of the heroes. Caravelas, a foolish old man, flirts with Maria, the wife of John Statiris. She pretends to respond to his feelings, wanting to persuade him to leave his fortune to her, in exchange of taking care of him when he becomes an old invalid, since he has no children. As soon as the contract is signed, she stops pretending. Caravelas, facing her rejection and the contempt of the others, and feeling ridiculed, commits suicide.
  Here also honor makes an appearance. Caravelas, believing that Maria is responding to his feelings, says that he has had sexual relations with her. She gets angry and curses him. He, when he was young, had seen Maria, a young girl at the time, in an incestuous intercourse with her cousin. Now, wanting to take revenge because of this unexpected behavior of Maria, he pushes her young daughter Amalia to an incestuous love with her cousin. He takes care that the young couple is seized during their meeting by their parents. John, her father, comments:
«Amalia hurt only herself. She could marry a rich man from our village, or from a nearby village. Now she will get an inferior, a poor man, since she lost her first honor» (p. 153).
  The fact that the sense of honor in the last works of Theotokis is not so prevalent can possibly be explained by the fact that, with an increased urbanization, the sense of honor, responsible for the atrocities described in his short stories two decades before, had become rather lax, so there was no more need to attack it.
  Corfu, at the border of Mediterranean, came into close contact with western civilization, because of the Venetian occupation and later the English occupation. (The Ionian islands were united with Greece as late as 1864). This lead the strict sense of honor in Corfu to become less strict. Theotokis, having studied in Europe, attacked this strictness and contributed to a more relaxed sense of honor. Nowadays honor in Corfu is still more relaxed, because of the influence of western morals. This is also true in Muslim countries, and this (page 560) situation sometimes provokes fundamentalists there. There are fewer and fewer places where social anthropologists can still trace such a strict sense of honor. (page 561). 

                                                Babis Dermitzakis
C.V in   criticos.tripod.com 

                                                 Bibliography

DODDS, E.R. 1951, The Greeks and the Irrational, California,                                    
                                  California University Press
GILMORE, D., 1987, (Ed) Honor and Shame and the Unity of the
                                    Mediterranean, Washington, A.A.A.
PERISTIANY, J., 1965, (Ed) Honor and Shame, London, Weidentel 
                                   &Nicolson.
PERISTIANY, J.- PITT-RIVERS, J., 1992, Honor and Grace in
                                Anthropology, Cambridge, Cambridge University Press.
THEOTOKIS, K., 1982, Diigimata (Korfiatikes Istories), Athens, Kimena.
THEOTOKIS, K., 1978, I zoi kai o thanatos tou Karavela, Athens, ASE.
THEOTOKIS, K., xx  O katadikos, I timi kai to hrima, Athens, Pella.
THEOTOKIS, K., 1991, Oi sklavoi sta desma tous, Athens, Grammata

Sunday, December 6, 2009

Διδακτική προσέγγιση στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα


Διδακτική προσέγγιση στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα

Λόγος και  Πράξη, τ. 49, Ιούν-Αυγ.1992, σελ. 5-14. Είναι το κείμενο της εισήγησης σε σεμινάριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων με θέμα «Η Διδασκαλία της Φιλοσοφίας στη Μέση Εκπαίδευση», Καβάλα,  Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 1989.
 
  Ο τρόπος προσέγγισης του «Πρωταγόρα» από τον εκπαιδευτικό έχει να κάνει με διδακτικά προβλήματα που έχουν την προέλευση τους στο αναλυτικό πρόγραμμα και τις γενικότερες συνθήκες που επικρατούν στη Μέση Εκπαίδευση. Από τη στιγμή που προβλέπεται ότι δε θα διδαχθεί ολόκληρος ο Πρωταγόρας αλλά ένα μεγάλο τμήμα του θα δοθεί σε περίληψη, κάθε συνολική, σφαιρική προσέγγιση του έργου θα στηρίζεται κατά κάποιο τρόπο στο κενό. Αλλά και από το τμήμα που προβλέπεται από το αναλυτικό πρόγραμμα να διδαχθεί, πάλι μόνο ένα μέρος του θα προλάβουν οι συνάδελφοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία να διδάξουν, ένα μέρος που μόλις καλύπτει την έκθεση των ιδεών του Πρωταγόρα. Ο Πλάτωνας, από τον κόσμο των ιδεών που κατοικεί, δε θα πρέπει να είναι καθόλου ικανοποιημένος βλέποντας τους έλληνες μαθητές να διδάσκονται μόνο εκείνο το τμήμα του έργου του όπου ο Πρωταγόρας εκθέτει τις αντιλήψεις του και όχι εκείνο το τμήμα όπου ο λαμπρός δάσκαλος του, ο Σωκράτης, τις αναθεωρεί. Έτσι, με δεμένα τα χέρια από το αναλυτικό πρόγραμμα και από τα χρονικά περιθώρια που έχουμε στη διάθεση μας, το πρόβλημα μας σήμερα είναι τι το καλύτερο θα μπορούσαμε να κάνουμε με τον Πρωταγόρα.
  Ένα γενικότερο πρόβλημα με την ανάλυση λογοτεχνικών ή φιλοσοφικών έργων είναι ότι τα σημαντικότερα πράγματα τα λέμε (ή μπορούμε να τα πούμε) μόνο στη συνολική θεώρηση του έργου. Στην Αντιγόνη π.χ., όπου αντιμετωπίζουμε το ίδιο πρόβλημα, τι έγκυρο θα μπορούσαμε να πούμε για τον Κρέοντα, τη στιγμή που τουλάχιστον το τελευταίο τρίτο της τραγωδίας δεν προλαβαίνει να διδαχθεί;
  Άλλο πρόβλημα της διδακτικής του κειμένου είναι η επικέντρωση της διδασκαλίας μας. Το αναλυτικό πρόγραμμα λέει ότι τα συντακτικά και γραμματικά σχόλια περιορίζονται μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την κατανόηση του κειμένου, ενώ το κύριο βάρος πρέπει να πέφτει στην ερμηνεία του. Όμως (σελ. 5) στις 10 έως 15 σειρές που είναι το μάθημα της ημέρας, αν πραγματικά ρίξουμε το βάρος μόνο στο σχολιασμό τους, κινδυνεύουμε να απεραντολογούμε για ασήμαντα πράγματα, όπως το τι ήταν ο Ζεύξις ο Ηρακλεώτης ή για τους Σκύθες τοξότες που «εξαίρονται τους ενοχλούντας κελευόντων των πρυτάνεων». Οι μαθητές που σκοπεύουν να ακολουθήσουν την τρίτη δέσμη, αντί του τέτοιου είδους σχολιασμό δικαιολογημένα θα προτιμούσαν περισσότερη συντακτική ή γραμματική ανάλυση. Και οι συνάδελφοι βέβαια, αφού εκεί οδηγούν τα πράγματα, διαισθητικά ή από πεποίθηση, καταλήγουν σ’ αυτή την αντιμετώπιση του κειμένου, και κατά τη γνώμη μας, με τους δοσμένους όρους και συνθήκες διδασκαλίας, καλά κάνουν.
  Το πνεύμα του αναλυτικού προγράμματος, η ερμηνευτική δηλαδή προσέγγιση, είναι βέβαια το σωστότερο, είναι όμως καταδικασμένο, με βάση την κατάσταση αυτή, να μένει νεκρό γράμμα.
  Δεν θα μπορούσαμε άραγε να το ζωντανέψουμε;
  Κατά τη δική μας αντίληψη, ένας μόνος τρόπος υπάρχει. Και αυτός είναι ο συνεχής φωτισμός της διδακτικής ενότητας κάτω από το φως μιας συνολικής ερμηνευτικής προσέγγισης του έργου. Έτσι μπορεί να αποφευχθεί ο βυζαντινισμός στους επί μέρους σχολιασμούς.
  Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;
  Κατά τη γνώμη μας, πριν από την εισαγωγή στο κείμενο, θα πρέπει να δοθεί μια αρκετά εκτενής περίληψη του έργου, όλου του έργου. Στην περίληψη αυτή θα υπεισέρχονται νύξεις που θα αφορούν τα κύρια σημεία και τα βασικά χαρακτηριστικά του έργου και παράλληλα θα επιχειρείται και η συνολική παρουσίαση των ιδεών και των στόχων του Πλάτωνα όταν έγραφε το έργο (Παραγωγική μέθοδος, όπως την ορίζει ο Χρήστος Χρηστίδης την οποία και προκρίνει). Έτσι η διδασκαλία μετά, κάθε ξεχωριστής ενότητας, θα γίνεται κάτω από το φως της συνολικής υπόθεσης του έργου και μιας πρώτης ερμηνευτικής προσέγγισης. Η προσέγγιση αυτή θα πλουτίζεται και ενδεχόμενα θα τροποποιείται με την πρόοδο της διδασκαλίας.
  Εγώ προσωπικά, σαν φιλόλογος που πρέπει να διδάξω το έργο, να τι θα κάνω.
  Καταρχάς θα διαβάσω μια εισαγωγή για το έργο. Αυτό θα με διευκολύνει να προσανατολισθώ στην ανάγνωση όλου του έργου που θα κάνω αμέσως μετά. Αφού διαβάσω το έργο, θα ξαναδιαβάσω την ίδια εισαγωγή. Έτσι θα την αφομοιώσω περισσότερο, αφού θα έχει προηγηθεί η ανάγνωση του κειμένου. Στη συνέχεια θα διαβάσω οποιαδήποτε σχετική βιβλιογραφία.
  Η παραπάνω διαδικασία δεν αποτελεί παρά εφαρμογή της μεθόδου που ορίζεται σχηματικά σαν γενικό-ειδικό-γενικό (ερμηνευτικός κύκλος). Αντιμετωπίζουμε το θέμα γενικά, για να έχουμε ένα μπούσουλα να το αντιμετωπίσουμε μετά πιο ειδικά. Η ειδική αντιμε (σελ. 6) τώπιση θα μας επιτρέψει στο τέλος να το προσεγγίσουμε πιο ολοκληρωμένα γενικά.
  Αφού κάνω αυτές τις προεργασίες θα ξαναδιαβάσω το κείμενο και θα το  χωρίσω σε ενότητες. Μετά θα γράψω μια περίληψη, την οποία θα δώσω στους μαθητές μου. Η περίληψη αυτή θα γραφεί κάτω από το πρίσμα της γενικής αντίληψης που θα έχω αποκτήσει για το έργο. Έτσι θα προσανατολίσω τους μαθητές στα σημαντικά του μέρη και φυσικά στην ίδια την ουσία του. Στην πορεία της διδασκαλίας θα προβώ σε ένα πιο ειδικό σχολιασμό ιδεών και αντιλήψεων, που θα ξεφεύγουν από τα πλαίσια του κειμένου, παραθέτοντας ό, τι εξειδικευμένες πληροφορίες διαθέτω.
  Αφού ολοκληρώσω αυτή την περίληψη θα τη βγάλω σε φωτοτυπίες και θα τη μοιράσω στους μαθητές μου. Μετά θα τη διδάξω σε δυο ή τρεις διδακτικές ώρες, επιμένοντας στην αφομοίωση της, αφού από αυτή θα εξαρτηθεί κατά πολύ η πορεία της μετέπειτα διδασκαλίας, ακόμη και με την απειλή ενός τεστ.
  Θα εγερθεί η αντίρρηση: όλα τα παραπάνω δεν περιέχονται στην εισαγωγή του σχολικού βιβλίου;
  Υπάρχουν τρεις απαντήσεις. Η πρώτη, ότι η περίληψη του περιεχομένου είναι πάρα πολύ σύντομη. Η δεύτερη, ότι έχω γνωρίσει και άλλες ιδέες για το έργο εκτός από αυτές που περιέχονται στη σχολική εισαγωγή και τρίτον μετά από μια τέτοια διαδικασία θα έχω εγώ ο ίδιος αφομοιώσει περισσότερο τον Πρωταγόρα, ώστε η διδασκαλία του να γίνει από μέρους μου πιο αποτελεσματική.
  Παρεμπιπτόντως να αναφέρουμε ότι η διδασκαλία μας είναι πιο αποτελεσματική και στα άλλα μαθήματα αν το ψάχνουμε το θέμα αρκετά μόνοι μας, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο το αντικείμενο που θα έχουμε να διδάξουμε το αφομοιώνουμε περισσότερο και μπορούμε έτσι να το αναπαράγουμε πιο αποτελεσματικά κατά τη διδασκαλία, δίνοντας περισσότερες πληροφορίες στο μαθητή. Επειδή όμως το πρόβλημα με την πλειοψηφία των μαθητών είναι ότι απλώς θέλουν να ξεμπερδέψουν με το μάθημα όσο γίνεται πιο γρήγορα και νομίζουν ότι ξεμπερδεύουν αν μάθουν αυτά που γράφει μόνο το βιβλίο και για τη δική σου άποψη ή τις πρόσθετες πληροφορίες που θα τους έχεις δώσει δεν θυμούνται τίποτα την επομένη, γι’ αυτό πιστεύω ότι πρέπει να μοιρασθεί σε φωτοτυπίες η παραπάνω δουλειά και να δουλευτεί στα πλαίσια της εισαγωγής, μια και υπάρχει στους μαθητές (και όχι μόνο) ο φετιχισμός του γραπτού κειμένου, και γι’ αυτό το λόγο μάλιστα το κείμενο ενδείκνυται να είναι δακτυλογραφημένο.
  Η γενική εντύπωση που έχω αποκομίσει εγώ για το έργο είναι ότι ο Πλάτωνας εδώ δίνει περίπου ένα μυθιστόρημα, με την έννοια ότι δεν τον ενδιαφέρει τόσο η έκθεση κάποιων φιλοσοφικών ιδεών, όσο η αναπαράσταση της ατμόσφαιρας του όλου σοφιστικού κινήματος. Και μια και για τους σοφιστές δεν τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση, κυρίαρχος τόνος του έργου του είναι η ειρωνεία.
  Καταρχάς στο πρόσωπο του Ιπποκράτη ο Πλάτωνας ειρωνεύεται τη μεγάλη λαχτάρα που είχε ο κόσμος να ακούσει τους σοφιστές. Ο Ιπποκράτης, μόλις μα (σελ. 7) θαίνει από τον αδελφό του ότι έφτασε ο Πρωταγόρας, είναι έτοιμος να τρέξει να βρει το Σωκράτη για να τον παρακαλέσει να μεσολαβήσει, ώστε να τον δεχτεί ο Πρωταγόρας σαν μαθητή. Είναι όμως πολύ αργά και έτσι πέφτει να κοιμηθεί. Η ανυπομονησία του δεν τον αφήνει να χορτάσει ύπνο και ξυπνάει αξημέρωτα. Τρέχει αμέσως στο σπίτι του Σωκράτη και αρχίζει να βαράει ανυπόμονα την πόρτα με το μπαστούνι του. Μόλις του ανοίγουν ορμάει μέσα σαν σίφουνας λέγοντας ότι βιάζεται, και φωνάζει τον Σωκράτη αν ξύπνησε ή κοιμάται ακόμη, προφανώς για να τον ξυπνήσει μ’ ένα εύσχημο τρόπο αν τύχει και κοιμάται. Ο Σωκράτης με το δίκιο του ανησυχεί.
— Μήπως σου έκανε τίποτα ο Πρωταγόρας; τον ρωτάει.
Μπα, δεν του έκανε τίποτα, απλώς βιάζεται να γίνει μαθητής του, για να γίνει και αυτός σοφός.
— Μα αν τον πληρώσεις θα σε κάνει και σένα σοφό, του λέει ο Σωκράτης.
— Μακάρι να είναι μόνο ζήτημα χρημάτων, γιατί είμαι διατεθειμένος να ξοδέψω όλα μου τα χρήματα, και αν δεν φτάνουν και των φίλων μου, απαντάει ο νεαρός.
  Με τη σαρκαστική αυτή υπερβολή ο Πλάτωνας αφενός υπαινίσσεται την μομφή ότι οι σοφιστές δίδασκαν επ’ αμοιβή, σε αντίθεση με το δάσκαλο του, και αφετέρου ειρωνεύεται όλους εκείνους που ξοδεύουν του κόσμου τα λεφτά για να γίνουν μαθητές των σοφιστών.
  Στη συνέχεια ο Σωκράτης παρομοιάζει τους σοφιστές με εμπόρους, που έχουν κάθε λόγο να διαφημίσουν την πραμάτεια τους, είτε είναι καλή είτε όχι. Όμως ο Ιπποκράτης μπορεί άραγε να ξεχωρίσει την ποιότητα της;
  Φτάνοντας στο σπίτι του Καλλία όπου φιλοξενείται ο Πρωταγόρας αντιμετωπίζουν την δυσφορία του θυρωρού, που έχει βαρεθεί όλο αυτό το συρφετό των σοφιστών που συρρέουν στο σπίτι, και τον βρίσκουν ολότελα απρόθυμο να τους ανοίξει.
  Στη συνέχεια ο Σωκράτης αναφέρεται στο πλήθος του κόσμου που βρίσκονται εκεί. Οι περισσότεροι είναι ξένοι από άλλες πόλεις, τους οποίους ο Πρωταγόρας μάγεψε τόσο πολύ, ώστε αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Ο σεβασμός μάλιστα προς το δάσκαλό τους είναι τόσο μεγάλος, ώστε προσέχουν καθώς περπατούν στην αυλή να μη βρίσκονται ποτέ μπροστά του. Μόλις φτάσουν στην άκρη της αυλής και αυτός κάνει μεταβολή, αυτοί χωρίζονται στα δυο και φροντίζουν να βρεθούν πάλι πίσω του.
  Υπάρχουν ειρωνικές αναφορές και σε άλλα πρόσωπα. Τον Ιππία, να απαντά στις ερωτήσεις του ακροατηρίου του καθισμένος πάνω σε ένα θρόνο. Τον Πρόδικο, να είναι ξαπλωμένος στη μικρή αποθήκη που έχουν μετατρέψει σε ξενώνα για να δεχθούν τον τόσο κόσμο, σκεπασμένο με ένα σωρό σκεπάσματα. Η μπάσα φωνή του προκαλεί ένα βόμβο στο δωμάτιο, πράγμα που δεν άφηνε τον Σωκράτη να ξεδιακρίνει τα λεγόμενα του.
  Ο Πλάτων, με το στόμα του Πρωταγόρα, κάνει αναφορά στο ότι οι σοφιστές (σελ. 8) ήσαν μισητοί στις πόλεις που πήγαιναν, γιατί έκαναν τους καλύτερους νέους να παρατούν τις οικογένειες τους και να τους ακολουθούν. Έτσι, λέει, πολλοί απεποιούντο τον τίτλο του σοφιστή, όπως ο Όμηρος, ο Ησίοδος και άλλοι, για λόγους προληπτικούς, πράγμα όμως που είναι αναχρονισμός από τη μεριά του Πλάτωνα, μια και τότε ο όρος σοφιστής δεν είχε την αρνητική σημασία που απέκτησε στην εποχή του. Ο Πρωταγόρας όμως, αρκετά θαρραλέα, προτιμά να μην υποκρίνεται, αλλά να δηλώνει απερίφραστα ότι είναι σοφιστής.
  Ο Σωκράτης, υπαινισσόμενος τη ματαιοδοξία του Πρωταγόρα, λέει ότι, έχοντας διαβλέψει τη διάθεσή του να επιδειχθεί στον Πρόδικο και στον Ιππία για τους νεοφερμένους που ήλθαν σαν θαυμαστές του, του προτείνει να καλέσουν και τους άλλους να παρακολουθήσουν τη συζήτηση.
  Με τη συζήτηση αρχίζει και το τμήμα του έργου που πρόκειται να διδαχθεί. Ο Πρωταγόρας σε σχετική ερώτηση του Σωκράτη παραδέχεται ότι διδάσκει την πολιτική τέχνη, δηλαδή την τέχνη να κάνει τους άνδρες αγαθούς πολίτες. Όμως ο Σωκράτης φέρνει αντιρρήσεις για το αν μπορεί να διδαχθεί η πολιτική αρετή. Ο Πρωταγόρας αναλαμβάνει να το αποδείξει. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί «μύθον» και «λόγον», παραδείγματα δηλαδή από τη μυθολογία και λογικές αποδείξεις. Αυτό είναι και το μόνο τμήμα του έργου που προλαβαίνει να διδαχθεί.  Έτσι εκτός του ότι δημιουργείται η εντύπωση ότι πρόθεση του Πλάτωνα στο διάλογο αυτό είναι η πραγμάτευση του διδακτού ή όχι της αρετής, δεν προλαβαίνουμε να ακούσουμε και το σωκρατικό αντίλογο.
  Στη συνέχεια ο Σωκράτης κάνει παρατηρήσεις σχετικά με τους δημηγόρους, που βγάζουν μακρούς λόγους και όταν απαντούν σε τυχόν απορίες των ακροατών τους πάλι μακρηγορούν. Τους παρομοιάζει μάλιστα με τα χάλκινα αγγεία, που όταν τα χτυπήσει κανείς βγάζουν μακρύ ήχο, ο οποίος δεν σταματάει παρά μόνο όταν ακουμπήσει κανείς το χέρι του πάνω τους. Ο υπαινιγμός είναι σαφής, όμως για τον Πρωταγόρα παραδέχεται ότι είναι ικανός για αληθινή συζήτηση, όταν ερωτάται δηλαδή να μην κατατείνει «δόλιχον τον λόγον» αλλά να απαντά με βραχυλογία, και όταν ερωτά να περιμένει την απάντηση.
  Είναι φανερό ότι θέλει να αντιμετωπίσει τον Πρωταγόρα στο δικό του έδαφος, με τη μέθοδο δηλαδή της μαιευτικής. Την χρησιμοποιεί όμως με ένα τρόπο καθαρά σοφιστικό, οδηγώντας τον Πρωταγόρα σε διαδοχικές αντιφάσεις. Ο Σωκράτης, αφού με μια σειρά συλλογισμών τον παρασύρει να παραδεχτεί ότι κάθε πράγμα έχει ένα μόνο αντίθετο, τον σπρώχνει στη συνέχεια να παραδεχτεί ότι η αφροσύνη είναι αντίθετη με την σωφροσύνη. Πιο πριν όμως είχε παραδεχτεί ότι αντίθετο της αφροσύνης είναι η σοφία, με αποτέλεσμα η αφροσύνη να φαίνεται ότι έχει δύο αντίθετα, τη σοφία και τη σωφροσύνη. Μήπως λοιπόν αυτά τα δυο είναι όμοια; Όμως πιο πριν πάλι ο Πρωταγόρας είχε πει ότι τα μόρια της αρετής, στα οποία συγκαταλέγονται η σοφία και η σωφροσύνη, δεν είναι όμοια. Με τέτοιου είδους διαλεκτικά τερτίπια δεν είναι περίεργο που ο Πρωταγόρας αρχίζει να δυσανασχετεί. (σελ. 9)
  Στη συνέχεια ο Πρωταγόρας ξεχνιέται και αρχίζει πάλι να μακρηγορεί. Ο Σωκράτης προσπαθεί να τον συγκρατήσει. Ο Πρωταγόρας, αφού την έπαθε προηγουμένως, είναι εξαιρετικά απρόθυμος.
— Πιστεύεις, του λέει, ότι αν έκανα μια συζήτηση με τον τρόπο που θα ήθελε ο συνομιλητής μου, θα γινόμουνα ποτέ αυτός που είμαι και θα ακουγόταν το όνομα μου σε όλη την Ελλάδα;
  Αυτό θα μπορούσε να το έχει πει πράγματι ο Πρωταγόρας, χαριτολογώντας. Ο Πλάτωνας, αξιοποιώντας αυτό το ενδεχόμενο, παρουσιάζει τους σοφιστές σαν άτομα που τη φήμη τους τη χρωστάνε στο λόγο και μάλιστα όχι στον οποιοδήποτε λόγο, αλλά αυτόν που μπορούν οι ίδιοι να καθορίσουν και να ελέγξουν.
  Ο Σωκράτης βέβαια δεν είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει. Προφασίζεται ότι έχει κάποια δουλειά και δεν μπορεί να καθυστερεί, ανεχόμενος τον Πρωταγόρα να μακρηγορεί.
  Το τέχνασμα είναι προφανές. Ο Σωκράτης θέλει να πει με έμμεσο τρόπο ότι δεν έχει νόημα να χάνεις το χρόνο σου για να πεις κάτι που μπορείς να το πεις με λιγότερα λόγια. Μάλιστα η περιεκτικότητα και η συντομία των απαντήσεων είναι όχι μόνο αρετή, αλλά αυτή η ίδια η αληθινή φιλοσοφία. Πιο κάτω θα αναπτύξει πιο διεξοδικά την αντίληψη ότι «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν».
  Ο Πλάτωνας αφήνει τους αναγνώστες του να πάρουν μια ανάσα βάζοντας τους ακροατές της συζήτησης να προσπαθούν να πείσουν τους συνομιλητές να συνεχίσουν. Πιθανώς ο Πλάτωνας εδώ αναπαράγει μια πραγματική κατάσταση που θα παρουσιαζόταν συχνά σε συνομιλίες σοφιστών. Όταν μια συζήτηση περιήρχετο σε αδιέξοδο, η ομήγυρη, ενθουσιασμένη από την μονομαχία των δύο συνομιλητών και από το ίδιο το περιεχόμενο της συζήτησης, θα προσπαθούσε ασφαλώς με κάθε τρόπο να τους πείσει να συνεχίσουν. Στις τέτοιες παρεμβολές των ακροατών, σε όλο το έργο, ο Πλάτωνας αφήνει να εκφραστούν κύριες αντιλήψεις των σοφιστών. Εδώ εκφράζεται από τον Ιππία η αντίληψη για την υπεροχή της φύσης έναντι του νόμου, του φυσικού έναντι του συμβατικού.
  Και ενώ γίνεται αποδεκτή μια μέση λύση, στην πράξη τη βλέπουμε να εγκαταλείπεται καθώς, προχωρώντας στην ερμηνεία ενός ποιήματος του Σιμωνίδη, εγκαταλείπουν και οι δυο τους την τεχνική των ερωταποκρίσεων, και εδώ είναι ο Σωκράτης που «κατατείνει δόλιχον τον λόγον». Ο Πρωταγόρας, μια και βρίσκεται σε οικεία εδάφη, δε διαμαρτύρεται.
  Ο Πρωταγόρας ισχυρίζεται ότι ο Σιμωνίδης αντιφάσκει σε κάποιο του  ποίημα και επιχειρηματολογεί αρκετά επιτυχημένα, ώστε να αποσπάσει την επιδοκιμασία του ακροατηρίου. Ο Σωκράτης «ποζάρει» σιωπώντας, αφήνοντας τάχα το συνομιλητή του να χαρεί μια πύρρεια νίκη, υποβάλλοντας την αίσθηση ότι σε λίγο θα σαρώσει όλα του τα επιχειρήματα. Η αλήθεια βέβαια είναι, όπως παραδέχεται στο φίλο του χαμογελώντας πονηρά, ότι είχε περιέλθει σε αμηχανία. Και προκειμένου να βρει κάποιο χρόνο για να σκεφτεί τα ουσιαστικά του επιχειρήματα, αρπάζεται από τη διπλή σημασία της λέξης «χαλεπόν» που βρίσκεται σε ένα από τα (σελ. 10) δυο αποσπάσματα που του παραθέτει ο Πρωταγόρας, με τη συνεπικουρία και του Πρόδικου, του οποίου τη μαρτυρία, σαν πατριώτη του Σιμωνίδη, επικαλείται ο Σωκράτης.
  Εδώ η σοφιστική επιχειρηματολογία φτάνει τα όρια του κωμικού, αφού ο Σωκράτης προσπαθεί να υποστηρίξει, συνειδητά μάλιστα, κάτι ολοφάνερα παράλογο. Ο Πλάτωνας τεχνηέντως δεν αφήνει τον Πρωταγόρα να προβάλει τη μόνη αποστομωτική απάντηση (πράγμα που σε πραγματικές συνθήκες δε θα ολιγωρούσε καθόλου να κάνει), ότι το ανυπόστατο αυτής της ερμηνείας αποδεικνύεται από τον αμέσως επόμενο στίχο, πράγμα που θα κάνει ο ίδιος ο Σωκράτης όταν θα του έλθουν στο μυαλό τα πιο ουσιαστικά του επιχειρήματα, παραδεχόμενος ότι ανέπτυξε την προηγούμενη επιχειρηματολογία αστεϊζόμενος.
  Όμως και εδώ δεν εγκαταλείπει τις σοφιστείες, προκειμένου να ανατρέψει την αντίληψη του Πρωταγόρα ότι ο Σιμωνίδης αντιφάσκει. Επιχειρηματολογεί με εξαιρετική επιτυχία σχολιάζοντας τη λέξη «εκών», ενάντια μάλιστα στην ίδια του την αντίληψη ότι «ουδείς εκών κακός» την οποία θα υποστηρίξει εκτενώς παρακάτω μια και έτσι εξυπηρετείται εδώ η επιχειρηματολογία του.
  Ο Πλάτων, προκειμένου να διακωμωδήσει τους σοφιστές, παρουσιάζει τον Σωκράτη σοφιστή ανώτερο και ικανότερο από τον πιο επιφανή τους εκπρόσωπο, τον Πρωταγόρα. Από πολλές απόψεις εξάλλου ο Σωκράτης ήταν σοφιστής. Ο Αριστοφάνης, διακωμωδώντας τον στις «Νεφέλες» (στίχοι 98-104) σα σοφιστή, απηχεί προφανώς αντιλήψεις μιας πλατιάς μερίδας των συμπολιτών του.
  Οι δυο συνομιλητές, αφού παρατήσουν την ποίηση, καταπιάνονται πάλι με το πρώτο τους θέμα. Ο Πρωταγόρας πιστεύει ότι ενώ όλα τα μόρια της αρετής μοιάζουν, η ανδρεία διαφέρει αρκετά. Γιατί υπάρχουν άνδρες ανδρείοι, λέει, που όμως είναι άδικοι, ανόσιοι, ακόλαστοι και αμαθέστατοι. Ο Σωκράτης αναλαμβάνει πάλι να τον γελοιοποιήσει, αναγκάζοντας τον να παραδεχθεί με την γνωστή του τεχνική της μαιευτικής ότι η ανδρεία είναι ζήτημα γνώσης, ότι «ανδρεία εστί η σοφία των δεινών και μη δεινών». Και όχι μόνο η ανδρεία, αλλά και «πάντα χρήματα εστί επιστήμη και η δικαιοσύνη, και η σωφροσύνη και η ανδρεία», ώστε τελικά να αποδεικνύεται ότι η αρετή είναι διδακτή αφού είναι επιστήμη.
  Η πλατωνική ειρωνεία της σοφιστικής είναι εδώ εμφανής. Μιας σοφιστικής, της οποίας ο αναγνώστης πέφτει θύμα όχι λιγότερο από ό, τι ο Πρωταγόρας. Ο αναγνώστης πείθεται στην αρχή από την επιχειρηματολογία του Σωκράτη ότι η αρετή δεν είναι διδακτή. Στο τέλος πάλι, ο ανυποψίαστος αναγνώστης αφήνεται να παρασυρθεί από τη μια εξίσου πειστική επιχειρηματολογία, τις λογικές συνέπειες της οποίας ο Σωκράτης τις εκθέτει μόλις στην τελευταία παράγραφο: η αρετή, μια και εξαρτάται από την επιστήμη, όπως έγινε προηγουμένως αποδεκτό για τα μόρια της, είναι τελικά διδακτή. Έτσι ο Σωκράτης αποδεικνύεται πιο ικανός σο (σελ. 11) φιστής από τον δάσκαλο ο οποίος «δίδασκε τους μαθητές του να αναπτύσσουν τα υπέρ και τα κατά της ίδιας υπόθεσης» (Βλ. W.K.Guthrie, Οι σοφιστές, μετάφραση Δαμιανού Τσεκουράκη, σελ. 27, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1989).
  Η προειδοποίηση του Πλάτωνα είναι σαφής: σοφιστική είναι η τέχνη να παρασύρεις τον ακροατή σου να πιστεύει αυτό που θέλεις εσύ, ακόμη και αν πρόκειται για τα πιο ανυπόστατα και αντιφατικά πράγματα.
  Παρολαυτά ο Πλάτων δείχνει να εκτιμά το ανώτερο, σχεδόν ιπποτικό ήθος των αντιπάλων συζητητών, καθώς τους παρουσιάζει να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις που σε μεγάλο βαθμό τις εννοούν. Αναπαριστά έτσι το εκλεπτυσμένο διανοητικό ήθος της εποχής.
  Ο Πλάτων, αξιοποιώντας την τέτοια κατάληξη της συζήτησης, υποστηρίζει με το πρόσωπο του Σωκράτη ότι κανένα φιλοσοφικό θέμα δεν είναι οριστικά κλεισμένο, ότι πρέπει να ερευνάται ξανά και ξανά, μήπως ο Επιμηθεύς μας εξαπατήσει, όπως τότε στη μοιρασιά των εφοδίων που παρείχαν οι θεοί στα ζώα σύμφωνα με τον μύθο που εξέθεσε ο Πρωταγόρας, και κάνει τη σκέψη μας να σφάλλει.
  Τα δύο κύρια ζητήματα που έχουν σχέση με το διάλογο και που θα πρέπει να συζητηθούν διεξοδικά στην τάξη, είναι το ζήτημα της σοφιστικής και το ζήτημα του διδακτού της αρετής. Στα πλαίσια της σύντομης αυτής εισήγησης, μόνο πολύ περιληπτικά, σχεδόν αφοριστικά, μπορώ να εκθέσω τις δικές μου απόψεις.
  Οι σοφιστές έχουν θεωρηθεί από πολλούς σαν το αντίστοιχο των εγκυκλοπαιδιστών ή των philosophes. Πιστεύω ότι ήσαν οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι μιας ανερχόμενης εμποροβιοτεχνικής, τηρουμένων των αναλογιών θα λέγαμε αστικής, τάξης, η οποία διεκδικούσε την εξουσία από τους γαιοκτήμονες. Η προσπάθειά τους είναι διπλή: αφενός να ανατρέψουν την αριστοκρατική ιδεολογία και αφετέρου να αναπτύξουν στους νέους αστούς την ικανότητα να εκπροσωπούν αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους στην εκκλησία του δήμου, στα δικαστήρια και αλλού. Έτσι αποτελούν τους πατέρες της ρητορικής και της σοφιστικής, της επιτυχημένης δηλαδή επιχειρηματολογίας.
  Ο Καίσαρ είχε πει: η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει να είναι μόνο τίμια, αλλά και να φαίνεται. Ένας σοφιστής θα μπορούσε να συμπληρώσει: ή έστω να φαίνεται και ας μην είναι.
  Η αλήθεια για να γίνει δεκτή, πρέπει να παρουσιάζεται με τρόπο πειστικό. Αν αποκτήσει όμως κανείς αυτή την τέχνη, τι θα τον εμποδίσει να παρουσιάσει με τρόπο πειστικό το ψέμα σαν αλήθεια;
  Το κεντρικό σημείο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης γαιοκτημόνων εμποροβιοτεχνών είναι το ζήτημα του διδακτού της αρετής. Οι αστοί πιστεύουν ότι η αρετή μπορεί να γίνει κτήμα μέσω διδασκαλίας και έχουν να πληρώσουν τους δασκάλους τους γι’ αυτό. Για λόγους έστω και μόνο συντεχνιακούς, ο Πρωταγόρας δεν μπορεί παρά να υποστηρίξει αυτή την ιδέα. Και ο Σωκράτης βέβαια θα την υποστηρίξει, γιατί αλλιώς η φιλοσοφία και η ηθική του διδασκαλία παύουν να έχουν νόημα. Δηλαδή εδώ τα «συμφέροντα», με την καλή και την κακή ση (σελ. 12) μασία του όρου, του Πρωταγόρα και του Σωκράτη, συγκλίνουν. Υπάρχει όμως μια κεφαλαιώδης διαφορά, που φαίνεται καταρχήν αμελητέα, μια και ο Πλάτων δεν την αναπτύσσει σ’ αυτό το διάλογο. Ο Σωκράτης θέλει να διδάξει την επιστήμη, δηλαδή την αλήθεια, η οποία πιστεύει ότι αποτελεί το θεμέλιο της αρετής, ενώ ο Πρωταγόρας επαγγέλλεται ότι διδάσκει την τέχνη του να χειρίζεται αποτελεσματικά κανείς τα του οίκου του και τα της πόλης, τεχνικές δηλαδή δεξιότητες, όπου και περιορίζει το νόημα της πολιτικής αρετής.
  Το αδιέξοδο της φυσικής φιλοσοφίας των Ιώνων προσωκρατικών ευνοεί και προετοιμάζει το σχετικισμό των σοφιστών, που εκφράστηκε επιγραμματικά με το περίφημο απόφθεγμα του Πρωταγόρα «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος». Το αδιέξοδο όμως της σχετικιστικής τους διδασκαλίας και η ηθική έκπτωση στην οποία οδηγεί σαν ακραία συνέπεια, συνεπικουρούμενης και από τα προβλήματα του πελοποννησιακού πολέμου, κάνουν αναγκαία τη σωκρατική αντίδραση. Ο Σωκράτης επιδιώκει πάλι την απόλυτη αλήθεια, στην οποία θα στηρίξει την ηθική κάθαρση των συμπολιτών του. Ο ίδιος δίνει το παράδειγμα. Ζει μέσα στη φτώχεια, ενώ θα μπορούσε να κερδίσει αρκετά από τη διδασκαλία του αν ακολουθούσε το παράδειγμα των σοφιστών. Στη ζωή του επίσης τον διακρίνει η εγκράτεια. Η ασκητική κάθαρση αποτελεί πάντα την αντίδραση ενάντια στην τρυφηλότητα της παρακμής.
  Από εκεί και ύστερα υπάρχουν διάφορα ζητήματα που μπορεί να θίξει κανείς. Ένα από αυτά είναι το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας και των θεσμών της, όπως η κλήρωση, η ανακλητότητα, η περιορισμένη θητεία, η εκκλησία του δήμου σαν κυρίαρχο όργανο, όπου οι Αθηναίοι όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά σ’ αυτό το διάλογο, ανέχονταν και τον τελευταίο πολίτη να πει τη γνώμη του για τα κοινά.
  Ένα άλλο είναι το πρόβλημα της τιμωρίας. Η τιμωρία δεν έχει χαρακτήρα εκδίκησης, αλλά αποτροπής. Μπορεί να αναφερθεί η σύγχρονη προβληματική πάνω σε αυτά τα ζητήματα, η συμβολή των ωφελιμιστών (Μπένθαμ κ.λπ.) (Harry Burrows Acton, Εμπειρισμός και Εξελικτισμός στο Encycolopedie de la pleiade, Ιστορία της Φιλοσοφίας, 19ος-20ός αιώνας. Η εξελικτική φιλοσοφία, εθνικές φιλοσοφικές σχολές. Μετάφραση: Μαριλίζας Μήτσου-Παππά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1979, σελ. 13-14) και οι γενικότερες επιδράσεις παρόμοιων αντιλήψεων πάνω στο σύγχρονο σωφρονιστικό μας σύστημα.
  Ένα άλλο ζήτημα που μπορεί να σχολιασθεί είναι η σύγχρονη εκδοχή του διδακτού ή μη της αρετής, της σχετικής επίδρασης δηλαδή των περιβαλλοντικών και των γενετικών παραγόντων στη διαμόρφωση ενός ατόμου, η σχέση αυτών των αντιλήψεων με πολιτικές θεωρίες και πρακτικές, το φαινόμενο του ρατσισμού κ.λπ.
  Δεν χρειάζεται να αναφερθούν όλα τα σημεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο σχολιασμού. Απλώς πιστεύω ότι ανάλογα με την εξέλιξη του μαθήματος, με τις δέκα μόνο αράδες που έχει να διδάξει περίπου ο συνάδελφος (σελ. 13) τη διδακτική ώρα, θα πρέπει να θίξει ζητήματα που αποτελούν σημεία προβληματισμού σήμερα. Έτσι ίσως θα καταφέρει να κεντρίσει το ενδιαφέρον των συνήθως υπνωττόντων μαθητών του, ώστε να τον παρακολουθήσουν. Η διεύρυνση επίσης της θεματολογίας του, αν και μπορεί να έχει μικρή μόνο σχέση με το κείμενο, πλουτίζει τους μαθητές με ιδέες που μπορεί να τις αξιοποιήσουν στις εκθέσεις τους, μια και τα κοινωνικά ερεθίσματα σήμερα κάθε άλλο παρά ευνοούν την ανάπτυξη τέτοιου είδους προβληματισμών, και απ’ αυτή την άποψη η ευθύνη που έχουμε σαν εκπαιδευτικοί είναι μεγαλύτερη.

Βιβλιογραφία

1. W.K.C. Guthrie, Οι σοφιστές, μετάφραση Δαμιανού Τσεκουράκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1989.
2. Zeller-Nestle, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, μετάφραση Χρήστος Θεοδωρίδης, Κάλβος, Αθήνα 1969.
3. Bertrand Russell, History of the Western Philosophy, George Allen and Unwin, London 1961.
4. Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, Μπουκουμάνης, Ε' έκδοση, Αθήνα 1972.
5. Χρήστου Χρηστίδη, Προτάσεις για μια ευχάριστη διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών, Αθήνα 1989.
6. Harry Burrows Acton, Εμπειρισμός και Εξελικτισμός, στο Encycolopedie de la pleiade, Ιστορία της Φιλοσοφίας, 19ος-20ός αιώνας. Η εξελικτική φιλοσοφία, εθνικές φιλοσοφικές σχολές. Μετάφραση: Μαριλίζας Μήτσου-Παππά, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1979.
7. Πλάτωνα Πρωταγόρας, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Κ.Ν. Πετρόπουλου, Πατάκης, Αθήνα 1981.
8. Βασ. Α. Κύρκος, Αρχαίος Ελληνικός Διαφωτισμός και Σοφιστική, Ιωάννινα 1986.
9. W.K.C. Guthrie, Οι Έλληνες φιλόσοφοι, μετάφραση Αντ. Η. Σακελλαρίου, Παπαδήμας, Β' έκδοση, Αθήνα 1988.
10. Κ. Μπαλάσκας, Οι τρεις τάσεις της αρχαίας σοφιστικής, στο αφιέρωμα στον Ευάγγελο Παπανούτσο, τόμος 1ος, Αθήνα 1980.