Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, «Γλωσσική και λογοτεχνική κριτική», Αθήνα 1998.
Κρητικά Επίκαιρα, Ιούνιος 1998
Γλωσσική και λογοτεχνική κριτική είναι ο τίτλος του τελευταίου έργου του διακεκριμένου συμπατριώτη μας γλωσσολόγου, καθηγητή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, το οποίο περιέχει σχετικές μελέτες και εισηγήσεις σε διάφορα συμπόσια και συνέδρια.
Χωρίζεται σε δύο μέρη, τη «Γλωσσική κριτική» και τη «Λογοτεχνική κριτική».
Κεντρικό θέμα στην πρώτη ενότητα, το οποίο έχει απασχολήσει τον κ. Χαραλαμπάκη και σε προηγούμενες μελέτες του, είναι η γλώσσα μας, η κριτική για τη χρήση που της γίνεται, το παρόν και το μέλλον της.
Ο συγγραφέας προτάσσει το θεωρητικό πλαίσιο, με το αρκετά εκτεταμένο (50 σελίδων) κείμενο «Θεωρία και πράξη της γλωσσικής κριτικής».
Κατ’ αρχήν εντοπίζει ως σημείο διαφορισμού της από την υφολογική κριτική τη διάκριση «σωστό/λάθος», σε αντίθεση με εκείνη που στηρίζεται στον αξιολογικό δίπολο «καλό/κακό». Στη συνέχεια εκθέτει τα διάφορα είδη γλωσσικής κριτικής, που είναι η γλωσσολογική κριτική, η δημοσιογραφική κριτική, η φιλοσοφική γλωσσική κριτική και η ιδεολογική - ηθικολογική κριτική.
Το ευρύ κοινό είναι περισσότερο εξοικειωμένο με τη δημοσιογραφική γλωσσική κριτική, μια και αυτό είναι ο αποδέκτης της. Όμως ο συγγραφέας δεν συμμερίζεται καθόλου την κινδυνολογία που προβάλλεται κατά κόρον από τα media, η οποία έχει ως στόχο τους ξενισμούς που εισβάλλουν τελευταία στη γλώσσα μας με γρήγορους ρυθμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 10% της σημερινής γιαπωνέζικης γλώσσας είναι αγγλικές λέξεις, οι οποίες μάλιστα γράφονται με διαφορετικό σύστημα γραφής (κατακάνα). Αυτό δεν έχει εμποδίσει καθόλου την Ιαπωνία να γνωρίζει τις τελευταίες δεκαετίες όχι μόνο μια άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη, αλλά και μια πνευματική ανάπτυξη. Ένας δείκτης αυτής της πνευματικής ανάπτυξης για μας είναι τα όλο και περισσότερα γιαπωνέζικα έργα που μεταφράζονται στη γλώσσα μας.
Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι ένα σωρό ξένα δάνεια είναι στην πραγματικότητα αντιδάνεια, για παράδειγμα η λέξη «ταλέντο» από το αρχαίο τάλαντο, όπως επίσης και το γεγονός ότι ένα σωρό ξενισμοί περνούν σήμερα απαρατήρητοι. Για παράδειγμα το «σπίτι» προέρχεται από το λατινικό hospitium, ενώ το «γλέντι» είναι τούρκικη λέξη. Μήπως εμείς οι κρητικοί δεν καμαρώνουμε για την ντοπιολαλιά μας, που μιλιέται ανόθευτη στα ορεινά χωριά και χρησιμοποιείται στην κρητική ηθογραφική λογοτεχνία που ανθεί στις μέρες μας, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι ένα τμήμα της είναι ενετικές λέξεις (ντρέτα, ντελόγο, το βάνω αμέντε, κ. ά) που η κοινή νεοελληνική τις έχει αποβάλλει;
Ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, κριτικάροντας αυτή την κινδυνολογία, λέγει χαρακτηριστικά:
«Οι φόβοι που διατυπώνονται για τη γλωσσική παρακμή δεν στηρίζονται σε γλωσσολογικά κριτήρια, αλλά αποτελούν στην ουσία ιδεολογική και ηθικολογική κριτική η οποία δεν είναι απαλλαγμένη από δογματικές και απόλυτες θέσεις» (σελ. 92).
Στο κείμενο για την «Καλή και κακή χρήση της δημοτικής» ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «η γλώσσα της πολιτικής αποτελεί εστία φθοράς της κοινής νεοελληνικής», συμφωνώντας με έρευνα της «καθημερινής» (10-11 Απριλίου 1983). Αν οι νέοι κακοποιούν τη γλώσσα μας, την κακοποιούν ακίνδυνα, ενώ οι πολιτικοί την κακοποιούν επικίνδυνα, αφενός γιατί έχουν ευρύ ακροατήριο και αφετέρου γιατί, λόγω του κύρους που απολαμβάνουν, παρασύρουν το κοινό τους στην κακή χρήση της γλώσσας. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους των media, αν και σε λιγότερο βαθμό. Σε εξόφθαλμες περιπτώσεις πάντως δεν παρασύρουν, όπως είναι φυσικό. Όταν η Ελένη Μενεγάκη σε παρουσίαση καλλιστείων έλεγε επανειλημμένα «την δεσποινίς τάδε», αυτό απλά την έκανε πιο χαριτωμένη.
Ως προς τις θέσεις του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, χαρακτηριστικοί είναι και οι τίτλοι δύο υποενοτήτων: «Η αλλαγή της γλώσσας δεν σημαίνει γλωσσική παρακμή» και «Η ουτοπία της ρύθμισης». Ας προτιμάει ο κ. Κριαράς το «συγγράφισσα», έχει καθιερωθεί ο τύπος «η συγγραφέας».
Στο τρίτο κείμενο ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης συζητάει το «Μέλλον της ελληνικής γλώσσας», ειδικά σε σχέση με τις προοπτικές που διαγράφονται στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης. Επειδή, κατά τη γνώμη μας, οι μικρές γλώσσες δεν θα αποφύγουν τον εκτοπισμό τους, μια καλή αντεπίθεση νομίζω ότι θα ήταν η πρόκριση μόνο της αγγλικής. Η ενιαία Ευρώπη πρέπει να προκρίνει μια μόνο γλώσσα, και οι υπόλοιπες να είναι ισότιμες. Ας μην ξεχνάμε ότι η ενότητα του κινεζικού έθνους σφυρηλατήθηκε στην ενότητα της γραφής, παρά το διαλεκτικό χάος που επικρατεί στη χώρα.
Στο δεύτερο μέρος ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης αναδεικνύεται σε έξοχο λογοτεχνικό κριτικό. Με σπάνια ευαισθησία και διεισδυτικότητα προσεγγίζει το έργο τριών λογοτεχνών, του Χιώτη λογοτέχνη Γιώργη Κρόκου και δύο κυπρίων λογοτεχνών, του Έκτορα Πατριώτη και της Ευρυδίκης Περικλέους-Παπαδοπούλου. Επίσης είναι καίριες οι παρατηρήσεις του πάνω στη γλώσσα του παιδικού βιβλίου, ενώ η προσέγγιση που κάνει στην υπερρεαλιστική ποίηση είναι εξαιρετικά πρωτότυπη. Όμως η παρουσίασή μας πήρε ήδη αρκετή έκταση και αναγκαζόμαστε να σταματήσουμε εδώ.
Book review, movie criticism
Thursday, July 15, 2010
Wednesday, July 14, 2010
Σωτήρης Δημητρίου, Η Εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος V, Γλώσσα - Σώμα
Σωτήρης Δημητρίου, Η Εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος V, Γλώσσα - Σώμα, Καστανιώτης 2001.
Διαβάζω, τ. 386, Ιούνιος 1998
Κυκλοφόρησε και ο πέμπτος (και τελευταίος) τόμος του μνημειώδους έργου του Σωτήρη Δημητρίου που έχει τον γενικό τίτλο «Η εξέλιξη του ανθρώπου», και αναφέρεται στη γλώσσα και το σώμα. Οι προηγούμενοι τόμοι είχαν σαν θέμα την βιολογική εξέλιξη (πρώτος τόμος), την υλικοτεχνική εξέλιξη (δεύτερος και τρίτος τόμος) και την ανάπτυξη της κοινωνικής οργάνωσης (τέταρτος τόμος).
Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει κανείς είναι η ευρυμάθεια του Σωτήρη Δημητρίου. Τα στοιχεία που παραθέτει, οι πλευρές από τις οποίες αντιμετωπίζει το θέμα του είναι τόσες, ώστε δεν το αφήνουν από πουθενά ακάλυπτο. Η πλούσια βιβλιογραφία, πάνω από τριάντα σελίδες για κάθε ένα από τα δύο μέρη, δείχνει ότι ο συγγραφέας κατέθεσε όλες τις απόψεις των πιο διακεκριμένων ερευνητών πάνω στο θέμα που πραγματεύεται. Και τις απόψεις αυτές δεν τις παραθέτει απλά για να τις αντιδιαστείλει, μια και αρκετές βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, αλλά για να τις υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο, κυρίως με τα δεδομένα της ανθρωπολογίας.
Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος που εξετάζεται τη γλώσσα. Με το βιβλίο αυτό αποδεικνύεται ότι η κοινωνική ανθρωπολογία αποτελεί τελικά το χώρο στον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί μια διεπιστημονική προσέγγιση στα θέματα της κουλτούρας, έχοντας ένα διπλό πλεονέκτημα: Αφενός τα τέμνει κάθετα, ασχολούμενη με το σύνολό τους, διαθέτοντας βέβαια τη δική της οπτική και τα δικά της μεθοδολογικά εργαλεία, και αφετέρου τα εξετάζει οριζόντια, δηλαδή στις ποικίλες εκφάνσεις που παίρνουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, καταδεικνύοντας τη σχετικότητά τους.
Η μονομέρεια είναι μια μόνιμη επισήμανση του Δημητρίου. Για παράδειγμα, ο εξοβελισμός της ιστορικής διάστασης της γλώσσας ευθύνεται για τη μονομέρεια της δομικής γλωσσολογίας, και γενικά των στρουκτουραλιστικών προσεγγίσεων στα φαινόμενα της κουλτούρας.
Μιλώντας για το σώμα ο Δημητρίου γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν είναι όμως ευρέως γνωστό ότι σε πολλούς πληθυσμούς η ψυχή αποτελεί προνόμιο μόνο των αρχηγών και των ευγενών». Αυτό το «δεν είναι ευρέως γνωστό» θα μπορούσε να λεχθεί για πάμπολλες πληροφορίες από το χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας που προσφέρει στο έργο αυτό, πληροφορίες που ρίχνουν νέο φως στα υπό μελέτη ζητήματα, και οδηγούν σε νέα συμπεράσματα, όπως δείχνεται στη συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος. «Συνεπώς, εκφράζει πολιτική δύναμη. Ο κοινός λαός Δε διαθέτει ψυχή παρά μόνο σώμα, ανάξιο και υποτελές. Φαίνεται λοιπόν ότι ο δυϊσμός ψυχής/ σώματος είναι φαινόμενο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε προνομιούχους και μη. Διαμορφώθηκε ως κοινωνική κατηγορία, που αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε κατόπιν η ταξινόμηση του ανθρώπινου οργανισμού» (σελ. 210). Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε άφθονα παραδείγματα ανάλογου σχολιασμού.
Από τον Δημητρίου πληροφορούμαστε ότι «Από τις 180 γλώσσες που είχε η Βραζιλία την εποχή της κατάκτησής της από τους Πορτογάλους (1500) έχουν εκλείψει το 75%... Με ανάλογες πιέσεις σβήνει μία γλώσσα κάθε εβδομάδα, ώστε 4.400 γλώσσες οδεύουν προς την εξαφάνιση» (σελ. 142). Με ανάλογο ρυθμό, πληροφορούμαστε από τους γλωσσολόγους, οδεύουν λέξεις και τοπωνύμια προς εξαφάνιση, καθώς εξαλείφονται, με την επιβολή μέσω των ΜΜΕ μιας κυρίαρχης «κοινής» γλώσσας, οι διαλεκτικές διαφορές. Λογοτέχνες και ηθογράφοι προσπαθούν να τις διασώσουν.
Από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα στο μέρος που πραγματεύεται το σώμα είναι εκείνα που αναφέρονται στη σωματοποίηση των ψυχικών εντάσεων, στην εκδήλωση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων ως αποτέλεσμα καταπίεσης. Διαλύεται ο μύθος ότι οι ανώτερες τάξεις υποφέρουν περισσότερο από ψυχοσωματικά προβλήματα. Απλά αυτές διαθέτουν εισοδήματα τέτοια που τους επιτρέπουν να προσφεύγουν σε ιατρική βοήθεια. Οι ψυχικές ασθένειες ταλανίζουν περισσότερο τις κατώτερες τάξεις. Οι μισοί άστεγοι πάσχουν από κάποια μορφής ψύχωση.
Και οι γυναίκες επίσης, υφιστάμενες τις κοινωνικές πιέσεις από την ανισότητα των δύο φύλων, είναι επιρρεπείς στην υστερία και γενικά στην εκδήλωση ψυχοσωματικών ασθενειών. Η επιβολή του άντρα εκφράζεται μέσω του ελέγχου του σώματός της, όπως είναι η υποχρέωση του μαντηλιού στο κεφάλι, ή του φερετζέ στις μουσουλμανικές χώρες. Οι αιρέσεις και οι μυστικιστικές, εκστατικές λατρείες, στις οποίες πλειοψηφούν οι γυναίκες, δεν αποτελούν παρά έκφραση αντίστασης στην κοινωνική καταπίεση. Το ίδιο και οι διάφορες εκδηλώσεις μαγείας. Στο μεσαίωνα, όσο πιο πολλές μάγισσες καίγονταν στη φωτιά, τόσο πιο πολλές εμφανίζονταν.
Το σώμα υποφέρει, αλλά δεν συναινεί. Η αντίσταση του σώματος στη συναίνεση φαίνεται χαρακτηριστικά στα βασανιστήρια, που μετωνυμικά ονομάζονται και μαρτύρια, καθώς ο πιστός μαρτυρεί την πίστη του αρνούμενος, παρά τον αφόρητο σωματικό πόνο που υφίσταται, να την απαρνηθεί.
Η πλούσια ανθρωπολογική εμπειρία δείχνει και τα όρια της κυρίαρχης στο δυτικό κόσμο βιοϊατρικής. Παραδοσιακές ιατρικές, βοτανοθεραπείες, χειροπρακτική, βελονισμός κλπ. αποδεικνύονται συχνά εξίσου αποτελεσματικές, αν όχι περισσότερο. Τα ανθρωπολογικά δεδομένα τα οποία προσφέρει η κοινωνική ανθρωπολογία στον τομέα αυτό είναι άφθονα.
Δεν έχει νόημα να επεκταθούμε περισσότερο στα όσα σημαντικά πληροφορούμαστε απ’ αυτό το βιβλίο. Παρ’ όλη την πυκνότητά του, διαθέτοντας ελάχιστη «περισσότητα» και απαιτώντας προσεκτικό διάβασμα, είναι ευχάριστο στην ανάγνωση. Πλούσιο σε πληροφορίες κρατά συνεχώς αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μαζί με το εξάτομο λεξικό όρων, αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη προσφορά του Σωτήρη Δημητρίου στον επιστημονικό τομέα, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε καθόλου την άλλη του μεγάλη προσφορά σε έναν άλλο τομέα, εκείνο του κινηματογράφου, του οποίου αποτελεί έναν από τους πιο επαρκείς Έλληνες θεωρητικούς.
Διαβάζω, τ. 386, Ιούνιος 1998
Κυκλοφόρησε και ο πέμπτος (και τελευταίος) τόμος του μνημειώδους έργου του Σωτήρη Δημητρίου που έχει τον γενικό τίτλο «Η εξέλιξη του ανθρώπου», και αναφέρεται στη γλώσσα και το σώμα. Οι προηγούμενοι τόμοι είχαν σαν θέμα την βιολογική εξέλιξη (πρώτος τόμος), την υλικοτεχνική εξέλιξη (δεύτερος και τρίτος τόμος) και την ανάπτυξη της κοινωνικής οργάνωσης (τέταρτος τόμος).
Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει κανείς είναι η ευρυμάθεια του Σωτήρη Δημητρίου. Τα στοιχεία που παραθέτει, οι πλευρές από τις οποίες αντιμετωπίζει το θέμα του είναι τόσες, ώστε δεν το αφήνουν από πουθενά ακάλυπτο. Η πλούσια βιβλιογραφία, πάνω από τριάντα σελίδες για κάθε ένα από τα δύο μέρη, δείχνει ότι ο συγγραφέας κατέθεσε όλες τις απόψεις των πιο διακεκριμένων ερευνητών πάνω στο θέμα που πραγματεύεται. Και τις απόψεις αυτές δεν τις παραθέτει απλά για να τις αντιδιαστείλει, μια και αρκετές βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, αλλά για να τις υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο, κυρίως με τα δεδομένα της ανθρωπολογίας.
Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος που εξετάζεται τη γλώσσα. Με το βιβλίο αυτό αποδεικνύεται ότι η κοινωνική ανθρωπολογία αποτελεί τελικά το χώρο στον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί μια διεπιστημονική προσέγγιση στα θέματα της κουλτούρας, έχοντας ένα διπλό πλεονέκτημα: Αφενός τα τέμνει κάθετα, ασχολούμενη με το σύνολό τους, διαθέτοντας βέβαια τη δική της οπτική και τα δικά της μεθοδολογικά εργαλεία, και αφετέρου τα εξετάζει οριζόντια, δηλαδή στις ποικίλες εκφάνσεις που παίρνουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, καταδεικνύοντας τη σχετικότητά τους.
Η μονομέρεια είναι μια μόνιμη επισήμανση του Δημητρίου. Για παράδειγμα, ο εξοβελισμός της ιστορικής διάστασης της γλώσσας ευθύνεται για τη μονομέρεια της δομικής γλωσσολογίας, και γενικά των στρουκτουραλιστικών προσεγγίσεων στα φαινόμενα της κουλτούρας.
Μιλώντας για το σώμα ο Δημητρίου γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν είναι όμως ευρέως γνωστό ότι σε πολλούς πληθυσμούς η ψυχή αποτελεί προνόμιο μόνο των αρχηγών και των ευγενών». Αυτό το «δεν είναι ευρέως γνωστό» θα μπορούσε να λεχθεί για πάμπολλες πληροφορίες από το χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας που προσφέρει στο έργο αυτό, πληροφορίες που ρίχνουν νέο φως στα υπό μελέτη ζητήματα, και οδηγούν σε νέα συμπεράσματα, όπως δείχνεται στη συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος. «Συνεπώς, εκφράζει πολιτική δύναμη. Ο κοινός λαός Δε διαθέτει ψυχή παρά μόνο σώμα, ανάξιο και υποτελές. Φαίνεται λοιπόν ότι ο δυϊσμός ψυχής/ σώματος είναι φαινόμενο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε προνομιούχους και μη. Διαμορφώθηκε ως κοινωνική κατηγορία, που αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε κατόπιν η ταξινόμηση του ανθρώπινου οργανισμού» (σελ. 210). Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε άφθονα παραδείγματα ανάλογου σχολιασμού.
Από τον Δημητρίου πληροφορούμαστε ότι «Από τις 180 γλώσσες που είχε η Βραζιλία την εποχή της κατάκτησής της από τους Πορτογάλους (1500) έχουν εκλείψει το 75%... Με ανάλογες πιέσεις σβήνει μία γλώσσα κάθε εβδομάδα, ώστε 4.400 γλώσσες οδεύουν προς την εξαφάνιση» (σελ. 142). Με ανάλογο ρυθμό, πληροφορούμαστε από τους γλωσσολόγους, οδεύουν λέξεις και τοπωνύμια προς εξαφάνιση, καθώς εξαλείφονται, με την επιβολή μέσω των ΜΜΕ μιας κυρίαρχης «κοινής» γλώσσας, οι διαλεκτικές διαφορές. Λογοτέχνες και ηθογράφοι προσπαθούν να τις διασώσουν.
Από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα στο μέρος που πραγματεύεται το σώμα είναι εκείνα που αναφέρονται στη σωματοποίηση των ψυχικών εντάσεων, στην εκδήλωση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων ως αποτέλεσμα καταπίεσης. Διαλύεται ο μύθος ότι οι ανώτερες τάξεις υποφέρουν περισσότερο από ψυχοσωματικά προβλήματα. Απλά αυτές διαθέτουν εισοδήματα τέτοια που τους επιτρέπουν να προσφεύγουν σε ιατρική βοήθεια. Οι ψυχικές ασθένειες ταλανίζουν περισσότερο τις κατώτερες τάξεις. Οι μισοί άστεγοι πάσχουν από κάποια μορφής ψύχωση.
Και οι γυναίκες επίσης, υφιστάμενες τις κοινωνικές πιέσεις από την ανισότητα των δύο φύλων, είναι επιρρεπείς στην υστερία και γενικά στην εκδήλωση ψυχοσωματικών ασθενειών. Η επιβολή του άντρα εκφράζεται μέσω του ελέγχου του σώματός της, όπως είναι η υποχρέωση του μαντηλιού στο κεφάλι, ή του φερετζέ στις μουσουλμανικές χώρες. Οι αιρέσεις και οι μυστικιστικές, εκστατικές λατρείες, στις οποίες πλειοψηφούν οι γυναίκες, δεν αποτελούν παρά έκφραση αντίστασης στην κοινωνική καταπίεση. Το ίδιο και οι διάφορες εκδηλώσεις μαγείας. Στο μεσαίωνα, όσο πιο πολλές μάγισσες καίγονταν στη φωτιά, τόσο πιο πολλές εμφανίζονταν.
Το σώμα υποφέρει, αλλά δεν συναινεί. Η αντίσταση του σώματος στη συναίνεση φαίνεται χαρακτηριστικά στα βασανιστήρια, που μετωνυμικά ονομάζονται και μαρτύρια, καθώς ο πιστός μαρτυρεί την πίστη του αρνούμενος, παρά τον αφόρητο σωματικό πόνο που υφίσταται, να την απαρνηθεί.
Η πλούσια ανθρωπολογική εμπειρία δείχνει και τα όρια της κυρίαρχης στο δυτικό κόσμο βιοϊατρικής. Παραδοσιακές ιατρικές, βοτανοθεραπείες, χειροπρακτική, βελονισμός κλπ. αποδεικνύονται συχνά εξίσου αποτελεσματικές, αν όχι περισσότερο. Τα ανθρωπολογικά δεδομένα τα οποία προσφέρει η κοινωνική ανθρωπολογία στον τομέα αυτό είναι άφθονα.
Δεν έχει νόημα να επεκταθούμε περισσότερο στα όσα σημαντικά πληροφορούμαστε απ’ αυτό το βιβλίο. Παρ’ όλη την πυκνότητά του, διαθέτοντας ελάχιστη «περισσότητα» και απαιτώντας προσεκτικό διάβασμα, είναι ευχάριστο στην ανάγνωση. Πλούσιο σε πληροφορίες κρατά συνεχώς αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μαζί με το εξάτομο λεξικό όρων, αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη προσφορά του Σωτήρη Δημητρίου στον επιστημονικό τομέα, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε καθόλου την άλλη του μεγάλη προσφορά σε έναν άλλο τομέα, εκείνο του κινηματογράφου, του οποίου αποτελεί έναν από τους πιο επαρκείς Έλληνες θεωρητικούς.
Tuesday, July 13, 2010
Γιασμίνα Χαντρά, Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα
Γιασμίνα Χαντρά, Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα (μετ. Γιάννης Στρίγγος), Καστανιώτης 2010, σελ. 364.
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Μια ιστορία ματαιωμένου έρωτα με φόντο την Αλγερία πριν και κατά τον αγώνα για την εθνική της ανεξαρτησία
Βαρέθηκα να συνοδεύω τη φίλη μου στα μαγαζιά του Mall και έτσι, όταν μπήκαμε σε ένα βιβλιοπωλείο, είπα να αγοράσω ένα βιβλίο και να την περιμένω διαβάζοντας σε κάποια καφετέρια. Μου σύστησε το L’ attentat της Γιασμίνα Χαντρά.
Με μάγεψε. Έτσι, όταν λίγο αργότερα ανακάλυψα ότι είχαν μεταφραστεί τα βιβλία της στα ελληνικά, τα πήρα και τα διάβασα όλα. Το μόνο που μου ξέφυγε, γιατί είχε εξαντληθεί και δεν επανεκδόθηκε, ήταν το «Ο ψυχοπαθής με το νυστέρι».
Το Γιασμίνα Χαντρά είναι ψευδώνυμο. Πίσω από αυτό κρυβόταν ο Μωχάμεντ Μουλεσεχούλ (γ. 1955), αλγερινός στρατιωτικός, μέχρι που πήρε σύνταξη, το 2001 και κατέφυγε αυτοεξόριστος στη Γαλλία, για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Τότε αποκαλύφθηκε με το πραγματικό του όνομα. Διπλή μεταμφίεση: ψευδώνυμο, και μάλιστα γυναικείο.
Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο της/του προβληματίστηκα πάνω στο ζήτημα της πρόσληψης. Τι ήταν αυτό που με μάγεψε στα βιβλία της Χαντρά, η λογοτεχνικότητα της γραφής ή το θέμα που πραγματεύεται; Ασφαλώς και τα δυο, όμως τι περισσότερο; Το θέμα στο «Τρομοκρατικό χτύπημα», το L’ attentat, ήταν οι παλαιστίνιοι καμικάζι στο Ισραήλ. Στα «Χελιδόνια της Καμπούλ» ήταν οι ταλιμπάν. Στα υπόλοιπα μυθιστορήματα, η κατάσταση στην Αλγερία με την εξέγερση των ισλαμιστών, με εξαίρεση τις «Σειρήνες της Βαγδάτης», που πραγματεύεται την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.
Σε όλα αυτά τα βιβλία το φόντο είναι αυτό που προβάλλει μέσα από τις ιστορίες που πραγματεύεται ο συγγραφέας, και νομίζω ότι είναι αυτό που με τράβηξε περισσότερο. Το συνειδητοποίησα όταν οι «Σειρήνες της Βαγδάτης» με απογοήτευσαν, γιατί δεν με βρήκαν σύμφωνο κάποιες ιδέες που εκφράζονται εδώ. Τώρα, με το «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα» έρχεται η επιβεβαίωση, αλλά με άλλο τρόπο. Το φόντο παύει πια να βρίσκεται σε πρώτο πλάνο (οξύμωρο, ας πούμε καλύτερα ότι ως «βάθος» βρίσκεται πολύ μακριά), απλά αποτελεί τον εκ των ων ουκ άνευ όρο στην αφήγηση μιας ιστορίας.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος που αφηγείται τη ζωή του σε πρώτο πρόσωπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα δείγμα του «ήρωα που βρίσκεται στη μέση του δρόμου» για τον οποίο μιλάει ο Λούκατς στο «Ιστορικό μυθιστόρημα».
Η ιστορία ξεκινάει τη δεκαετία του ’30, στο Αλγέρι. Ο ήρωάς μας είναι ένα από τα δυο παιδιά μιας οικογένειας αγροτών. Όταν καταστρέφεται η σοδειά τους, έχοντας χρεοκοπήσει, εγκαταλείπουν τα χωράφια τους για να βρουν μια καλύτερη ζωή στο Οράν. Ζουν σε συνθήκες απίστευτης αθλιότητας, από τις οποίες δεν μπορούν να ξεφύγουν. Ο μόνος που θα ξεφύγει είναι ο ήρωάς μας, που θα τον υιοθετήσει ο αδελφός του πατέρα του, φαρμακοποιός. Θα φοιτήσει σε σχολείο, θα συναναστραφεί με γάλλους, και θα ζήσει τον ρατσισμό της απόρριψης από μια συμμαθήτριά του όταν αυτή θα μάθει ότι δεν είναι γάλλος αλλά άραβας. Μια γαλλίδα, ως άλλη Mrs Robinson (αναφέρομαι στην ταινία με τον Ντάστιν Χόφμαν) θα τον μυήσει στο σεξ, όμως αυτός δεν θα ενδώσει στον έρωτα της κόρης της, παρόλο που είναι κι αυτός ερωτευμένος μαζί της, αφού έχει υποσχεθεί στη μητέρα. Στο τέλος μάταια θα την αναζητήσει, είναι πια πολύ αργά. Αυτός ο ματαιωμένος έρωτας φαίνεται να είναι και η κύρια θεματική του μυθιστορήματος, στην εξέλιξη του οποίου παρακολουθούμε και τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο. Σ’ αυτόν τον δεύτερο ο ήρωάς μας, κάθε άλλο παρά ήρωας, θα συμμετάσχει ελάχιστα, και μάλιστα πιεσμένος. Ο ήρωας του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα είναι ένας φίλος του τότε που ζούσε στη φτωχογειτονιά. Ο ίδιος, ως θετός γιος ενός ευκατάστατου φαρμακοποιού, ως «βολεμένος», δεν θα ανακατευθεί στην εξέγερση. Θα βρεθεί «ανάμεσα», πράγμα που θα του δημιουργήσει προβλήματα, όχι όμως ιδιαίτερα σοβαρά. Στο τέλος θα τον βρούμε, μετά από χρόνια, να επισκέπτεται τον τάφο εκείνης της κοπέλας στη Γαλλία, καθώς και τους γάλλους φίλους του, που μετά την απελευθέρωση οδηγήθηκαν σε ένα βίαιο εκπατρισμό. Εκπατρισμό, όχι επαναπατρισμό, αφού αυτοί γεννήθηκαν στην Αλγερία, όπως και οι γονείς και οι παππούδες τους, μια και οι Γάλλοι είχαν κατακτήσει την Αλγερία το 1830. Ο προοδευτικός Καμύ, γαλλοαργερινός, είχε φανταστεί αυτή την εξέλιξη, γι αυτό και ήταν ενάντια στην ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας, σε αντίθεση με τον επίσης προοδευτικό Ζαν Πωλ Σαρτρ, που αυτός μόνο ως τουρίστας την είχε επισκεφθεί.
Το τι βιογραφικό στοιχείο υπάρχει στο έργο (αυτοβιογραφικό σίγουρα όχι, αφού ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1955), αν δηλαδή κάποια από τα επεισόδια που αφηγείται συνέβησαν πραγματικά σε γνωστά ή άγνωστά του πρόσωπα, δεν μπορούμε να ξέρουμε. Όμως στο έργο εμφανίζονται και πραγματικά πρόσωπα, όπως ο Τζων Στάινμπεκ, ανταποκριτής εφημερίδας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μια και διάβασα πρόσφατα την βιογραφία του Καμύ από τον Ολιβιέ Τοντ, πάλι από τις εκδόσεις Καστανιώτη, μπορώ να ξέρω ότι και ο εκδότης Εντμόν Σαρλό και ο συγγραφέας Εμανουέλ Ρομπλές είναι πραγματικά πρόσωπα. Για τον Μαξ Πωλ Φουσέ, ότι ήταν συγγραφέας και δημοσιογράφος, μας πληροφορεί σε υποσημείωση ο μεταφραστής.
Μπορεί να μη μας άρεσε ιδιαίτερα η πλοκή, μπορεί να θέλαμε το φόντο να βρίσκεται πιο κοντά μας, μπορεί να μην «ταυτιστήκαμε» ιδιαίτερα με τον ήρωα, που δεν έψαξε παρά ελάχιστα να βρει τους γονείς του και την αδελφή του, που θεωρήσαμε εντελώς ανόητη την υπόσχεση που έδωσε στη μητέρα και να χάσει έτσι την κοπέλα που αγαπούσε, όμως ο Μουλεσεχούλ είναι πολύ καλός λογοτέχνης. Στα πρώτα έργα θαυμάσαμε το χιούμορ του, εδώ τη γλαφυρότητα των περιγραφών του και κάποιες καταπληκτικές μεταφορές («Τα αεικίνητα χέρια της διέγραφαν τεράστιες ψευδαισθήσεις στο κενό», σελ. 125). Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την βιβλιοπαρουσίαση με μια μικρή περίοδο από το βιβλίο, που αποτελεί μια υπόδειξη για όλους μας: «την άλλη μέρα, πρωί πρωί, πήρα το λεωφορείο και επέστρεψα στο Ρίο, αποφασισμένος να ξεριζώσω την καρδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια αν έπιανα ξανά τον εαυτό μου να κλαίει τη μοίρα του» (σελ. 253).
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Μια ιστορία ματαιωμένου έρωτα με φόντο την Αλγερία πριν και κατά τον αγώνα για την εθνική της ανεξαρτησία
Βαρέθηκα να συνοδεύω τη φίλη μου στα μαγαζιά του Mall και έτσι, όταν μπήκαμε σε ένα βιβλιοπωλείο, είπα να αγοράσω ένα βιβλίο και να την περιμένω διαβάζοντας σε κάποια καφετέρια. Μου σύστησε το L’ attentat της Γιασμίνα Χαντρά.
Με μάγεψε. Έτσι, όταν λίγο αργότερα ανακάλυψα ότι είχαν μεταφραστεί τα βιβλία της στα ελληνικά, τα πήρα και τα διάβασα όλα. Το μόνο που μου ξέφυγε, γιατί είχε εξαντληθεί και δεν επανεκδόθηκε, ήταν το «Ο ψυχοπαθής με το νυστέρι».
Το Γιασμίνα Χαντρά είναι ψευδώνυμο. Πίσω από αυτό κρυβόταν ο Μωχάμεντ Μουλεσεχούλ (γ. 1955), αλγερινός στρατιωτικός, μέχρι που πήρε σύνταξη, το 2001 και κατέφυγε αυτοεξόριστος στη Γαλλία, για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Τότε αποκαλύφθηκε με το πραγματικό του όνομα. Διπλή μεταμφίεση: ψευδώνυμο, και μάλιστα γυναικείο.
Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο της/του προβληματίστηκα πάνω στο ζήτημα της πρόσληψης. Τι ήταν αυτό που με μάγεψε στα βιβλία της Χαντρά, η λογοτεχνικότητα της γραφής ή το θέμα που πραγματεύεται; Ασφαλώς και τα δυο, όμως τι περισσότερο; Το θέμα στο «Τρομοκρατικό χτύπημα», το L’ attentat, ήταν οι παλαιστίνιοι καμικάζι στο Ισραήλ. Στα «Χελιδόνια της Καμπούλ» ήταν οι ταλιμπάν. Στα υπόλοιπα μυθιστορήματα, η κατάσταση στην Αλγερία με την εξέγερση των ισλαμιστών, με εξαίρεση τις «Σειρήνες της Βαγδάτης», που πραγματεύεται την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.
Σε όλα αυτά τα βιβλία το φόντο είναι αυτό που προβάλλει μέσα από τις ιστορίες που πραγματεύεται ο συγγραφέας, και νομίζω ότι είναι αυτό που με τράβηξε περισσότερο. Το συνειδητοποίησα όταν οι «Σειρήνες της Βαγδάτης» με απογοήτευσαν, γιατί δεν με βρήκαν σύμφωνο κάποιες ιδέες που εκφράζονται εδώ. Τώρα, με το «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα» έρχεται η επιβεβαίωση, αλλά με άλλο τρόπο. Το φόντο παύει πια να βρίσκεται σε πρώτο πλάνο (οξύμωρο, ας πούμε καλύτερα ότι ως «βάθος» βρίσκεται πολύ μακριά), απλά αποτελεί τον εκ των ων ουκ άνευ όρο στην αφήγηση μιας ιστορίας.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος που αφηγείται τη ζωή του σε πρώτο πρόσωπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα δείγμα του «ήρωα που βρίσκεται στη μέση του δρόμου» για τον οποίο μιλάει ο Λούκατς στο «Ιστορικό μυθιστόρημα».
Η ιστορία ξεκινάει τη δεκαετία του ’30, στο Αλγέρι. Ο ήρωάς μας είναι ένα από τα δυο παιδιά μιας οικογένειας αγροτών. Όταν καταστρέφεται η σοδειά τους, έχοντας χρεοκοπήσει, εγκαταλείπουν τα χωράφια τους για να βρουν μια καλύτερη ζωή στο Οράν. Ζουν σε συνθήκες απίστευτης αθλιότητας, από τις οποίες δεν μπορούν να ξεφύγουν. Ο μόνος που θα ξεφύγει είναι ο ήρωάς μας, που θα τον υιοθετήσει ο αδελφός του πατέρα του, φαρμακοποιός. Θα φοιτήσει σε σχολείο, θα συναναστραφεί με γάλλους, και θα ζήσει τον ρατσισμό της απόρριψης από μια συμμαθήτριά του όταν αυτή θα μάθει ότι δεν είναι γάλλος αλλά άραβας. Μια γαλλίδα, ως άλλη Mrs Robinson (αναφέρομαι στην ταινία με τον Ντάστιν Χόφμαν) θα τον μυήσει στο σεξ, όμως αυτός δεν θα ενδώσει στον έρωτα της κόρης της, παρόλο που είναι κι αυτός ερωτευμένος μαζί της, αφού έχει υποσχεθεί στη μητέρα. Στο τέλος μάταια θα την αναζητήσει, είναι πια πολύ αργά. Αυτός ο ματαιωμένος έρωτας φαίνεται να είναι και η κύρια θεματική του μυθιστορήματος, στην εξέλιξη του οποίου παρακολουθούμε και τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο. Σ’ αυτόν τον δεύτερο ο ήρωάς μας, κάθε άλλο παρά ήρωας, θα συμμετάσχει ελάχιστα, και μάλιστα πιεσμένος. Ο ήρωας του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα είναι ένας φίλος του τότε που ζούσε στη φτωχογειτονιά. Ο ίδιος, ως θετός γιος ενός ευκατάστατου φαρμακοποιού, ως «βολεμένος», δεν θα ανακατευθεί στην εξέγερση. Θα βρεθεί «ανάμεσα», πράγμα που θα του δημιουργήσει προβλήματα, όχι όμως ιδιαίτερα σοβαρά. Στο τέλος θα τον βρούμε, μετά από χρόνια, να επισκέπτεται τον τάφο εκείνης της κοπέλας στη Γαλλία, καθώς και τους γάλλους φίλους του, που μετά την απελευθέρωση οδηγήθηκαν σε ένα βίαιο εκπατρισμό. Εκπατρισμό, όχι επαναπατρισμό, αφού αυτοί γεννήθηκαν στην Αλγερία, όπως και οι γονείς και οι παππούδες τους, μια και οι Γάλλοι είχαν κατακτήσει την Αλγερία το 1830. Ο προοδευτικός Καμύ, γαλλοαργερινός, είχε φανταστεί αυτή την εξέλιξη, γι αυτό και ήταν ενάντια στην ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας, σε αντίθεση με τον επίσης προοδευτικό Ζαν Πωλ Σαρτρ, που αυτός μόνο ως τουρίστας την είχε επισκεφθεί.
Το τι βιογραφικό στοιχείο υπάρχει στο έργο (αυτοβιογραφικό σίγουρα όχι, αφού ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1955), αν δηλαδή κάποια από τα επεισόδια που αφηγείται συνέβησαν πραγματικά σε γνωστά ή άγνωστά του πρόσωπα, δεν μπορούμε να ξέρουμε. Όμως στο έργο εμφανίζονται και πραγματικά πρόσωπα, όπως ο Τζων Στάινμπεκ, ανταποκριτής εφημερίδας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μια και διάβασα πρόσφατα την βιογραφία του Καμύ από τον Ολιβιέ Τοντ, πάλι από τις εκδόσεις Καστανιώτη, μπορώ να ξέρω ότι και ο εκδότης Εντμόν Σαρλό και ο συγγραφέας Εμανουέλ Ρομπλές είναι πραγματικά πρόσωπα. Για τον Μαξ Πωλ Φουσέ, ότι ήταν συγγραφέας και δημοσιογράφος, μας πληροφορεί σε υποσημείωση ο μεταφραστής.
Μπορεί να μη μας άρεσε ιδιαίτερα η πλοκή, μπορεί να θέλαμε το φόντο να βρίσκεται πιο κοντά μας, μπορεί να μην «ταυτιστήκαμε» ιδιαίτερα με τον ήρωα, που δεν έψαξε παρά ελάχιστα να βρει τους γονείς του και την αδελφή του, που θεωρήσαμε εντελώς ανόητη την υπόσχεση που έδωσε στη μητέρα και να χάσει έτσι την κοπέλα που αγαπούσε, όμως ο Μουλεσεχούλ είναι πολύ καλός λογοτέχνης. Στα πρώτα έργα θαυμάσαμε το χιούμορ του, εδώ τη γλαφυρότητα των περιγραφών του και κάποιες καταπληκτικές μεταφορές («Τα αεικίνητα χέρια της διέγραφαν τεράστιες ψευδαισθήσεις στο κενό», σελ. 125). Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την βιβλιοπαρουσίαση με μια μικρή περίοδο από το βιβλίο, που αποτελεί μια υπόδειξη για όλους μας: «την άλλη μέρα, πρωί πρωί, πήρα το λεωφορείο και επέστρεψα στο Ρίο, αποφασισμένος να ξεριζώσω την καρδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια αν έπιανα ξανά τον εαυτό μου να κλαίει τη μοίρα του» (σελ. 253).
Monday, July 12, 2010
Θόδωρου Γραμματά, Από την τραγωδία στο δράμα
Θόδωρου Γραμματά, Από την τραγωδία στο δράμα, εκδόσεις Αφοι Τολίδη 1994, σελ. 148.
Ελίτροχος, τ. 13, Νοέμβριος-Ιανουάριος 1998.
«Από την τραγωδία στο δράμα» είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του καθηγητή θεατρολογίας Θόδωρου Γραμματά, στο οποίο περιλαμβάνονται μελέτες συγκριτικής θεατρολογίας. Τα θέματα τα οποία τον απασχολούν είναι ο μύθος και η διακειμενικότητα. Η πρώτη μελέτη που τίθεται εν είδει εισαγωγής έχει για θέμα της τον τραγικό μύθο όπως κληροδοτήθηκε από την κλασική παράδοση στα έργα σύγχρονων ελλήνων δραματουργών. Στο δεύτερο μελέτημα εξειδικεύεται στην περίπτωση του Ιάκωβου Καμπανέλη, και συγκεκριμένα στα τρία του μονόπρακτα, «Γράμμα στον Ορέστη», «Ο δείπνος» και «Η πάροδος των Θηβών». Η τραγικότητα σ’ αυτές τις μεταγενέστερες εκδοχές, όπως επισημαίνει ο Θόδωρος Γραμματάς, δεν οφείλεται «στην επιβολή του πεπρωμένου πάνω στον άνθρωπο και την απουσία ελεύθερης βούλησης, αλλά στην αδυναμία του ανθρώπου να επικοινωνήσει με τους άλλους» (σελ. 43), ενώ η «μοίρα γίνεται μηχανισμός καταπίεσης με σαφέστατα κοινωνική και οικονομική προέλευση» (σελ. 50).
Με το μύθο του τρωικού πολέμου είχε καταπιαστεί και σε παλιότερα μελετήματά του («Όψεις του μύθου του Τρωικού πολέμου στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο», κ. ά). Εδώ, στην τρίτη μελέτη της συλλογής, πραγματεύεται την σαιξπηρική εκδοχή του.
Ίσως το πιο ενδιαφέρον μελέτημα της συλλογής είναι το τέταρτο, με τίτλο «Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει. Το μεταθέατρο του Νίκου Καζαντζάκη», όπου μας παρουσιάζεται ένας Καζαντζάκης διαφορετικός απ’ ό, τι γνωρίζουμε, σε ένα μοντερνιστικά πρωτότυπο έργο, ολότελα αγνοημένο. (Σημειώνουμε τώρα ότι το έργο παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαριά από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 2001).
Το βιβλίο κλείνει με δυο μελετήματα, μια παράλληλη ανάγνωση της αμερικανικής δραματουργίας του μεσοπολέμου και της μεταπολεμικής νεοελληνικής δραματουργίας, και ένα μελέτημα πάνω στο μεταπολεμικό νεοελληνικό θέατρο, όπου με οξυδέρκεια ο Θόδωρος Γραμματάς επισημαίνει: «Ο αποτυχημένος αριστερός και ο απροσάρμοστος περιθωριακός, ο απογοητευμένος μικροαστός και ο τύπος του ελληνικού λούμπεν προλετάριου συσχετίζονται προς τον τύπο του περιθωριακού που εμφανίζεται στα έργα του θεάτρου του παράλογου. Τα κοινωνικά αδιέξοδα και οι ιδεολογικές αναστολές του πρώτου, επενδύονται με την υπαρξιακή αγωνία και την επικοινωνιακή αδυναμία του δεύτερου. Η ιδιωματική γλώσσα, δηλωτική κάποτε της επαρχιακής καταγωγής και του μορφωτικού του επιπέδου, μετατρέπεται σε αφατικό η παραληρηματικό λόγο με τις συνεχείς επαναλήψεις, τα σκόπιμα γλωσσικά σφάλματα και την ακυριολεξία που χαρακτηρίζουν τα έργα των Σ. Μπέκετ, Ευτ. Ιονέσκο, Α. Αντάμοφ, κ.ά» (σελ. 126).
Κλείνοντας την παρουσίασή μας επισημαίνουμε ότι το έργο αυτό του Θόδωρου Γραμματά, με την οπτική της σύγχρονης θεατρικής έρευνας, αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη μελέτη του νεοελληνικού θεάτρου και εμβαθύνει περισσότερο στην κατανόησή του.
Ελίτροχος, τ. 13, Νοέμβριος-Ιανουάριος 1998.
«Από την τραγωδία στο δράμα» είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του καθηγητή θεατρολογίας Θόδωρου Γραμματά, στο οποίο περιλαμβάνονται μελέτες συγκριτικής θεατρολογίας. Τα θέματα τα οποία τον απασχολούν είναι ο μύθος και η διακειμενικότητα. Η πρώτη μελέτη που τίθεται εν είδει εισαγωγής έχει για θέμα της τον τραγικό μύθο όπως κληροδοτήθηκε από την κλασική παράδοση στα έργα σύγχρονων ελλήνων δραματουργών. Στο δεύτερο μελέτημα εξειδικεύεται στην περίπτωση του Ιάκωβου Καμπανέλη, και συγκεκριμένα στα τρία του μονόπρακτα, «Γράμμα στον Ορέστη», «Ο δείπνος» και «Η πάροδος των Θηβών». Η τραγικότητα σ’ αυτές τις μεταγενέστερες εκδοχές, όπως επισημαίνει ο Θόδωρος Γραμματάς, δεν οφείλεται «στην επιβολή του πεπρωμένου πάνω στον άνθρωπο και την απουσία ελεύθερης βούλησης, αλλά στην αδυναμία του ανθρώπου να επικοινωνήσει με τους άλλους» (σελ. 43), ενώ η «μοίρα γίνεται μηχανισμός καταπίεσης με σαφέστατα κοινωνική και οικονομική προέλευση» (σελ. 50).
Με το μύθο του τρωικού πολέμου είχε καταπιαστεί και σε παλιότερα μελετήματά του («Όψεις του μύθου του Τρωικού πολέμου στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο», κ. ά). Εδώ, στην τρίτη μελέτη της συλλογής, πραγματεύεται την σαιξπηρική εκδοχή του.
Ίσως το πιο ενδιαφέρον μελέτημα της συλλογής είναι το τέταρτο, με τίτλο «Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει. Το μεταθέατρο του Νίκου Καζαντζάκη», όπου μας παρουσιάζεται ένας Καζαντζάκης διαφορετικός απ’ ό, τι γνωρίζουμε, σε ένα μοντερνιστικά πρωτότυπο έργο, ολότελα αγνοημένο. (Σημειώνουμε τώρα ότι το έργο παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαριά από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το 2001).
Το βιβλίο κλείνει με δυο μελετήματα, μια παράλληλη ανάγνωση της αμερικανικής δραματουργίας του μεσοπολέμου και της μεταπολεμικής νεοελληνικής δραματουργίας, και ένα μελέτημα πάνω στο μεταπολεμικό νεοελληνικό θέατρο, όπου με οξυδέρκεια ο Θόδωρος Γραμματάς επισημαίνει: «Ο αποτυχημένος αριστερός και ο απροσάρμοστος περιθωριακός, ο απογοητευμένος μικροαστός και ο τύπος του ελληνικού λούμπεν προλετάριου συσχετίζονται προς τον τύπο του περιθωριακού που εμφανίζεται στα έργα του θεάτρου του παράλογου. Τα κοινωνικά αδιέξοδα και οι ιδεολογικές αναστολές του πρώτου, επενδύονται με την υπαρξιακή αγωνία και την επικοινωνιακή αδυναμία του δεύτερου. Η ιδιωματική γλώσσα, δηλωτική κάποτε της επαρχιακής καταγωγής και του μορφωτικού του επιπέδου, μετατρέπεται σε αφατικό η παραληρηματικό λόγο με τις συνεχείς επαναλήψεις, τα σκόπιμα γλωσσικά σφάλματα και την ακυριολεξία που χαρακτηρίζουν τα έργα των Σ. Μπέκετ, Ευτ. Ιονέσκο, Α. Αντάμοφ, κ.ά» (σελ. 126).
Κλείνοντας την παρουσίασή μας επισημαίνουμε ότι το έργο αυτό του Θόδωρου Γραμματά, με την οπτική της σύγχρονης θεατρικής έρευνας, αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη μελέτη του νεοελληνικού θεάτρου και εμβαθύνει περισσότερο στην κατανόησή του.
Sunday, July 11, 2010
Ευγενία Φακίνου, Εκατό δρόμοι και μια νύχτα
Ευγενία Φακίνου, Εκατό δρόμοι και μια νύχτα, Καστανιώτης 1997, σελ. 255
Δημοσιεύτηκε στη «Φωνή της Πεντέλης», τ. 164, Ιανουάριος 1998.
Το έβδομο αυτό μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου αναπαράγει τις θεματικές του «Έβδομου ρούχου», του δεύτερου μυθιστορήματός της, αλλά και των άλλων της έργων.
Η κύρια θεματική της Φακίνου είναι η φυγή, από την οποία προέρχονται παραγωγικά, και τις οποίες πλαισιώνει, κάποιες άλλες θεματικές.
Η φυγή, με τη μορφή του μοτίβου της φυγής της ηρωίδας, αποτελεί είτε την κυρίαρχη θεματική είτε τη θεματική - πλαίσιο. Στο έργο αυτό η αφηγήτρια «φεύγει» όπως και η Ιωάννα στη «Μεγάλη Πράσινη», το τρίτο έργο της Φακίνου, από το αστικό περιβάλλον της Αθήνας στα βουνά της Κορινθίας. Όχι όμως με συγκεκριμένο στόχο, όπως αυτή. Στην αρχή του έργου μάλιστα αναρωτιέται για τα αίτια της φυγής της. Ο στόχος θα διαμορφωθεί αργότερα: αναζήτηση ιστοριών φαντασμάτων.
Στην «Εποχή των καφέδων» του Γιάννη Ξανθούλη ένας από τους ήρωές του, από μικροαστική πλήξη, θα αποδυθεί στην αναζήτηση ενός παιδικού του φίλου του οποίου είχε χάσει τα ίχνη πριν τριάντα χρόνια. Μόνο που ο ίδιος δεν ξέρει το βαθύτερο αίτιο αυτής της αναζήτησης. Η ηρωίδα - αφηγήτρια όμως της Φακίνου το αναγνωρίζει: «από πλήξη και ανία» (σελ. 91).
Όπως οι ηρωίδες της Φακίνου φεύγουν από το σπίτι τους και περιπλανώνται (η «αειφυγία», λέξη του Καρκαβίτσα, μαγεύει την ηρωίδα στο έργο αυτό), έτσι και η συγγραφέας εγκαταλείπει τα αστικά περιβάλλοντα που κυριαρχούν στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία και στήνει την υπόθεση των έργων της σε χώρους της υπαίθρου. Τα ερειπωμένα ελληνικά χωριά, με τα εγκαταλελειμμένα ετοιμόρροπα σπίτια φαίνεται να την μαγεύουν περισσότερο, όπως και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στις ταινίες του. Μόνο η υπόθεση της «Αστραδενής» τοποθετείται στην Αθήνα, ως αντίστιξη όμως της επαρχίας, κάτω από την εικόνα της οποίας κρίνεται και απορρί-πτεται.
Τη φυγή από τον αστικό χώρο συνοδεύει η φυγή από το χρόνο του μεταμοντέρνου αχταρμά και της ισοπέδωσης όλων (όπως φαίνεται από τη μουσική σαλάτα στο γαμήλιο γλέντι) στον παρελθόντα χρόνο της ελληνικής παράδοσης και της αρχαίας ιστορίας τις οποίες με θαυμαστό τρόπο, όπως και στο «Έβδομο ρούχο», συμφύρει η συγγραφέας.
Η πλοκή είναι χαλαρή. Ενώ στη «Ζάχαρη στην άκρη» και στο «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» δημιουργείται ένα σασπένς για το τέλος, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά αυτόνομων επεισοδίων, που δεν οδηγούν το ένα στο άλλο (καταλύτες τα χαρακτηρίζει ο R. Barthes), με μόνο συνδετικό ιστό την αναζήτηση της αφηγήτριας.
Στα επεισόδια αυτά εικονογραφούνται σκηνές από τη σύγχρονη επαρχιακή ζωή, διαβρωμένη από την επιρροή της πρωτεύουσας.
Θα ξεχωρίσουμε τα δυο τελευταία επεισόδια. Στο προτελευταίο εμφανίζονται, μέσα στο γκροτέσκο σκηνικό των ερειπωμένων σπιτιών δαρμένων από τη χιονοθύελλα, οι αγαπημένοι περιθωριακοί ήρωες της συγγραφέως, εγκαταλειμμένα γερόντια που προτίμησαν ή oδηγήθηκαν στη φυγή από την οικογενειακή εστία των παιδιών τους. Στο τελευταίο βλέπουμε την φαντασμαγορία μιας «φρυκτωρίας», που αναβιώνει με την προτροπή της αφηγήτριας, συμφυρμένη με τις φωτιές του Άι-Γιαννιού.
Αν η Ε.Φ. είναι από τους πιο πολυδιαβασμένους σημερινούς πεζογράφους μας, αυτό το οφείλει και στο απλό και απέριττο ύφος της, ένα ύφος που υποψιάζει κάποιους κριτικούς για «ευκολία γραφής». Τα όρια δεν είναι πάντα ευδιάκριτα, αλλά θα λέγαμε ότι γενικά η Ε.Φ. βρίσκεται εντεύθεν των ορίων.
Δημοσιεύτηκε στη «Φωνή της Πεντέλης», τ. 164, Ιανουάριος 1998.
Το έβδομο αυτό μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου αναπαράγει τις θεματικές του «Έβδομου ρούχου», του δεύτερου μυθιστορήματός της, αλλά και των άλλων της έργων.
Η κύρια θεματική της Φακίνου είναι η φυγή, από την οποία προέρχονται παραγωγικά, και τις οποίες πλαισιώνει, κάποιες άλλες θεματικές.
Η φυγή, με τη μορφή του μοτίβου της φυγής της ηρωίδας, αποτελεί είτε την κυρίαρχη θεματική είτε τη θεματική - πλαίσιο. Στο έργο αυτό η αφηγήτρια «φεύγει» όπως και η Ιωάννα στη «Μεγάλη Πράσινη», το τρίτο έργο της Φακίνου, από το αστικό περιβάλλον της Αθήνας στα βουνά της Κορινθίας. Όχι όμως με συγκεκριμένο στόχο, όπως αυτή. Στην αρχή του έργου μάλιστα αναρωτιέται για τα αίτια της φυγής της. Ο στόχος θα διαμορφωθεί αργότερα: αναζήτηση ιστοριών φαντασμάτων.
Στην «Εποχή των καφέδων» του Γιάννη Ξανθούλη ένας από τους ήρωές του, από μικροαστική πλήξη, θα αποδυθεί στην αναζήτηση ενός παιδικού του φίλου του οποίου είχε χάσει τα ίχνη πριν τριάντα χρόνια. Μόνο που ο ίδιος δεν ξέρει το βαθύτερο αίτιο αυτής της αναζήτησης. Η ηρωίδα - αφηγήτρια όμως της Φακίνου το αναγνωρίζει: «από πλήξη και ανία» (σελ. 91).
Όπως οι ηρωίδες της Φακίνου φεύγουν από το σπίτι τους και περιπλανώνται (η «αειφυγία», λέξη του Καρκαβίτσα, μαγεύει την ηρωίδα στο έργο αυτό), έτσι και η συγγραφέας εγκαταλείπει τα αστικά περιβάλλοντα που κυριαρχούν στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία και στήνει την υπόθεση των έργων της σε χώρους της υπαίθρου. Τα ερειπωμένα ελληνικά χωριά, με τα εγκαταλελειμμένα ετοιμόρροπα σπίτια φαίνεται να την μαγεύουν περισσότερο, όπως και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στις ταινίες του. Μόνο η υπόθεση της «Αστραδενής» τοποθετείται στην Αθήνα, ως αντίστιξη όμως της επαρχίας, κάτω από την εικόνα της οποίας κρίνεται και απορρί-πτεται.
Τη φυγή από τον αστικό χώρο συνοδεύει η φυγή από το χρόνο του μεταμοντέρνου αχταρμά και της ισοπέδωσης όλων (όπως φαίνεται από τη μουσική σαλάτα στο γαμήλιο γλέντι) στον παρελθόντα χρόνο της ελληνικής παράδοσης και της αρχαίας ιστορίας τις οποίες με θαυμαστό τρόπο, όπως και στο «Έβδομο ρούχο», συμφύρει η συγγραφέας.
Η πλοκή είναι χαλαρή. Ενώ στη «Ζάχαρη στην άκρη» και στο «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» δημιουργείται ένα σασπένς για το τέλος, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά αυτόνομων επεισοδίων, που δεν οδηγούν το ένα στο άλλο (καταλύτες τα χαρακτηρίζει ο R. Barthes), με μόνο συνδετικό ιστό την αναζήτηση της αφηγήτριας.
Στα επεισόδια αυτά εικονογραφούνται σκηνές από τη σύγχρονη επαρχιακή ζωή, διαβρωμένη από την επιρροή της πρωτεύουσας.
Θα ξεχωρίσουμε τα δυο τελευταία επεισόδια. Στο προτελευταίο εμφανίζονται, μέσα στο γκροτέσκο σκηνικό των ερειπωμένων σπιτιών δαρμένων από τη χιονοθύελλα, οι αγαπημένοι περιθωριακοί ήρωες της συγγραφέως, εγκαταλειμμένα γερόντια που προτίμησαν ή oδηγήθηκαν στη φυγή από την οικογενειακή εστία των παιδιών τους. Στο τελευταίο βλέπουμε την φαντασμαγορία μιας «φρυκτωρίας», που αναβιώνει με την προτροπή της αφηγήτριας, συμφυρμένη με τις φωτιές του Άι-Γιαννιού.
Αν η Ε.Φ. είναι από τους πιο πολυδιαβασμένους σημερινούς πεζογράφους μας, αυτό το οφείλει και στο απλό και απέριττο ύφος της, ένα ύφος που υποψιάζει κάποιους κριτικούς για «ευκολία γραφής». Τα όρια δεν είναι πάντα ευδιάκριτα, αλλά θα λέγαμε ότι γενικά η Ε.Φ. βρίσκεται εντεύθεν των ορίων.
Saturday, July 10, 2010
Μανώλης Πρατικάκης, Η κοίμηση και η ανάσταση των σωμάτων του Δομήνικου
Μανώλης Πρατικάκης, «Η κοίμηση και η ανάσταση των σωμάτων του Δομήνικου», Νεφέλη 1997.
Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 1998
Έχω την αίσθηση ότι οι μεγάλοι κρήτες έχουν χρεωθεί τον Γκρέκο, συνειδητά ή ασυνείδητα, ως μια οφειλή που πρέπει να εξοφλήσουν. Και δεν νομίζω ότι αυτό οφείλεται τόσο στην κοινή καταγωγή, όσο στην πνευματική συγγένεια. Η πνευματική συγγένεια όμως μάλλον εδράζεται στην κοινή καταγωγή. Και τα κοινά χαρακτηριστικά αυτής της συγγένειας είναι η υπέρβαση, είναι ο αγώνας, είναι ο μη εφησυχασμός, που ανιχνεύεται τόσο στους αγώνες για την ελευθερία του κρητικού λαού, από την αρχή της ενετοκρατίας μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας, όσο και στη δημιουργική πορεία, ασκητική και αδιάφορη για τα εγκόσμια πολλές φορές, κρητών δημιουργών.
Από όσο έχω υπόψη μου, το χρέος αυτό το έχουν εξοφλήσει ο Νίκος
Καζαντζάκης με την «Αναφορά στον Γκρέκο» και η Μάρω Βαμβουνάκη με το «Λουλούδι της Κανέλας». Τώρα έρχεται η σειρά του Μανώλη
Πρατικάκη με την τελευταία, 12η μέχρι στιγμής ποιητική του συλλογή που φέρει τον τίτλο «Η κοίμηση και η ανάσταση των σωμάτων του Δομήνικου».
Στην ιστορία της τέχνης έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου οι
εντυπώσεις από έργα μια τέχνης καταγράφονται σε έργα μιας άλλης τέχνης. Ο Παλαμάς για παράδειγμα μας έχει δώσει ωραιότατα ποιήματα, προϊόντα συγκινήσεως που του προκάλεσαν αριστουργηματικά γλυπτά της κλασικής αρχαιότητας, όπως στο ποίημα «Δεξίλεως». Ο Μοντέστ Μουσόργκσκι μας χάρισε το αριστουργηματικό «Εικόνες από μια έκθεοη», αποτέλεσμα της επίσκεψής του σε μια έκθεση ζωγραφικής.
Στην τελευταία αυτή ποιητική του συλλογή ο Μανώλης Πρατικάκης
μεταπλάθει ποιητικά τις συγκινήσεις που του προκάλεσαν τα έργα του
μεγάλου κρήτα ζωγράφου. Στην ποιητική αυτή μετάπλαση κυριαρχούν τα σαν φλόγες δονούμενα σώματα που απεικονίζονται στους πίνακές του, και που τόσο έχουν μιλήσει γι' αυτά οι τεχνοκρίτες. Από την άποψη αυτή το έργο του Πρατικάκη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ποιητικό δοκίμιο, εστιαζόμενο στα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του έργου του Γκρέκο, εντύπωση που αποκομίζει κανείς εντονότερα διαβάζοντας
τα πέντε σχόλια που τίθενται εν είδη επιμέτρου στο έργο, όπου ο Πρατικάκης, με μια καβαφική πεζολογική διαύγεια στην έκφραση προσθέτει τις τελευταίες δικές του πινελιές σε ό,τι θα μπορούσε να ονομασθεί το δικό του πορτραίτο του Γκρέκο.
Η αρχή του τρίτου σχολίου δίνει ίσως το πιο σαφές στίγμα των εντυπώσεων που προκαλούν τα έργα του Γκρέκο, και που ως θεματικό λάιτ μοτίβ επαναλαμβάνεται στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής.
«Ανατροπές του φυσικού σε έκνομες / παραμορφώσεις, Έννοιες μακρουλές χειροποίητες/ ανεμίζοντας τα κορμιά. Κάθε μορφή ξυπνά/ στον εαυτό της και τρέμει η προέλευση» (σελ 39).
Ας δούμε όμως μερικές ακόμη τέτοιες επαναλήψεις:
«Μορφές σε Θεία παραμόρφωση» (σελ. 11).
«Ήταν εκεί μορφές/ σαν από ζωντανούς μαγνήτες τραβηγμένες...
τα κορμιά/ λιγναίνουν στάλα στάλα, εξελίσσονται σ’/ αστραπές... και
είπε, άμα δεν ασωματώσεις/ τα σώματα/ τίποτα/ δεν κατορθώνεις» (σελ. 18).
«Μ' ασίγαστο οίστρο αθανασίας/ ανεβάζεις από λάμψεις καθαρτήριες/ τα όντα» (σελ. 23).
«Των σχημάτων η διασάλευση/ ο ελκόμενος του αιθέρα... Με ανεμόσκαλα επιστρέφει ο πλανήτης/ στον ουρανό (σελ. 24).
«Σε άνωση λευκοφόρα. Σε σιωπή/ επιμηκύνει τα οστά./ Με τεθλασμένα μέλη πλάσματα/ αναδυόμενα, καθώς τα βλέπεις να/ λυγίζουν στα ρεύματα» (σελ. 32), κ. ά.
Η εντύπωση που αποκομίζει κανείς απ' το έργο του Πρατικάκη είναι
η τολμηρά ανοίκεια μεταφορική χρήση των λέξεων, καθώς οι ποιητής
διαστέλλει το νοηματικό του εύρος και αυξάνει το συνδυαστικό τους
σθένος, σε εκφράσεις όπως «Κλωσάει το φως» (σελ. 33), «Έχοντας αποστηθίσει γαλάζιο εφαρμόζουν στον ουρανό τους» (σελ. 32), «Τα σώματα απ’ το χέρι σου γδύνονται/ τα σκοτάδια τους. Η φθαρτή τους/ φύση σκορπίζεται σκουριά/ του καιρού» (σελ. 20). «άκαυτα σχήματα ψυχής» (σελ. 23), κ. ά.
Ο ποιητής νομοθετεί με αποφθέγματα μεγάλου βάθους και πυκνότητας:
«Μέγιστον ξάφνιασμα και δώρο της/ πτώσης το κάθε μας φτερούγισμα. Εκεί/ που κίνδυνος εκεί και η σωτηρία φυτρώνει» (σελ. 19). Εδώ είναι ο τόπος όπου συναντώνται ο Πρατικάκης, ο Γκρέκο και ο Καζαντζάκης.
Οι απόηχοι του ιαμβικού ομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου, αδιάφορο αν έχουν ως προέλευση το Σολωμό, τον Κορνάρο ή την κρητική μαντινάδα, ανιχνεύονται και εδώ, όπως και σε κάθε προηγούμενη ποιητική συλλογή του Πρατικάκη.
«Τα σώματα απ' το χέρι σου γδύνονται τα σκοτάδια» (σελ. 20).
«Κι η έκσταση την άβυσσο στο στήθος του σμαλτώνει» (σελ. 40).
Αποδεικνύει έτσι ο ποιητής ότι τα τολμηρά εκφραστικά σχήματα της
σύγχρονης ποίησης, η πιο πλούσια κληρονομιά του υπερρεαλισμού, χωράνε άνετα σε παραδοσιακές εκφραστικές φόρμες. Το ίδιο πράγμα
προσπάθησε να αποδείξει και ο αείμνηστος Παντελής Πρεβελάκης,
κρητικός κι αυτός (συμπτωματικά άραγε;), στο έργο του «Νέος Ερωτόκριτος».
Με τη συλλογή του αυτή, την καλύτερή του μέχρι στιγμής κατά τη
γνώμη μας, ο Πρατικάκης αναδεικνύεται σε ένα από τους κορυφαίους
νεοέλληνες ποιητές, και χωρίς να φοβάμαι μήπως παρεξηγηθώ, ο καλύτερος ποιητής, άξιος απόγονος του Κορνάρου. Η Κρήτη δεν τον τίμησε με το βραβείο Νίκος Καζαντζάκης. Είναι καιρός να τον τιμήσει το κράτος με το κρατικό βραβείο ποίησης.
Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 1998
Έχω την αίσθηση ότι οι μεγάλοι κρήτες έχουν χρεωθεί τον Γκρέκο, συνειδητά ή ασυνείδητα, ως μια οφειλή που πρέπει να εξοφλήσουν. Και δεν νομίζω ότι αυτό οφείλεται τόσο στην κοινή καταγωγή, όσο στην πνευματική συγγένεια. Η πνευματική συγγένεια όμως μάλλον εδράζεται στην κοινή καταγωγή. Και τα κοινά χαρακτηριστικά αυτής της συγγένειας είναι η υπέρβαση, είναι ο αγώνας, είναι ο μη εφησυχασμός, που ανιχνεύεται τόσο στους αγώνες για την ελευθερία του κρητικού λαού, από την αρχή της ενετοκρατίας μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας, όσο και στη δημιουργική πορεία, ασκητική και αδιάφορη για τα εγκόσμια πολλές φορές, κρητών δημιουργών.
Από όσο έχω υπόψη μου, το χρέος αυτό το έχουν εξοφλήσει ο Νίκος
Καζαντζάκης με την «Αναφορά στον Γκρέκο» και η Μάρω Βαμβουνάκη με το «Λουλούδι της Κανέλας». Τώρα έρχεται η σειρά του Μανώλη
Πρατικάκη με την τελευταία, 12η μέχρι στιγμής ποιητική του συλλογή που φέρει τον τίτλο «Η κοίμηση και η ανάσταση των σωμάτων του Δομήνικου».
Στην ιστορία της τέχνης έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου οι
εντυπώσεις από έργα μια τέχνης καταγράφονται σε έργα μιας άλλης τέχνης. Ο Παλαμάς για παράδειγμα μας έχει δώσει ωραιότατα ποιήματα, προϊόντα συγκινήσεως που του προκάλεσαν αριστουργηματικά γλυπτά της κλασικής αρχαιότητας, όπως στο ποίημα «Δεξίλεως». Ο Μοντέστ Μουσόργκσκι μας χάρισε το αριστουργηματικό «Εικόνες από μια έκθεοη», αποτέλεσμα της επίσκεψής του σε μια έκθεση ζωγραφικής.
Στην τελευταία αυτή ποιητική του συλλογή ο Μανώλης Πρατικάκης
μεταπλάθει ποιητικά τις συγκινήσεις που του προκάλεσαν τα έργα του
μεγάλου κρήτα ζωγράφου. Στην ποιητική αυτή μετάπλαση κυριαρχούν τα σαν φλόγες δονούμενα σώματα που απεικονίζονται στους πίνακές του, και που τόσο έχουν μιλήσει γι' αυτά οι τεχνοκρίτες. Από την άποψη αυτή το έργο του Πρατικάκη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ποιητικό δοκίμιο, εστιαζόμενο στα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του έργου του Γκρέκο, εντύπωση που αποκομίζει κανείς εντονότερα διαβάζοντας
τα πέντε σχόλια που τίθενται εν είδη επιμέτρου στο έργο, όπου ο Πρατικάκης, με μια καβαφική πεζολογική διαύγεια στην έκφραση προσθέτει τις τελευταίες δικές του πινελιές σε ό,τι θα μπορούσε να ονομασθεί το δικό του πορτραίτο του Γκρέκο.
Η αρχή του τρίτου σχολίου δίνει ίσως το πιο σαφές στίγμα των εντυπώσεων που προκαλούν τα έργα του Γκρέκο, και που ως θεματικό λάιτ μοτίβ επαναλαμβάνεται στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής.
«Ανατροπές του φυσικού σε έκνομες / παραμορφώσεις, Έννοιες μακρουλές χειροποίητες/ ανεμίζοντας τα κορμιά. Κάθε μορφή ξυπνά/ στον εαυτό της και τρέμει η προέλευση» (σελ 39).
Ας δούμε όμως μερικές ακόμη τέτοιες επαναλήψεις:
«Μορφές σε Θεία παραμόρφωση» (σελ. 11).
«Ήταν εκεί μορφές/ σαν από ζωντανούς μαγνήτες τραβηγμένες...
τα κορμιά/ λιγναίνουν στάλα στάλα, εξελίσσονται σ’/ αστραπές... και
είπε, άμα δεν ασωματώσεις/ τα σώματα/ τίποτα/ δεν κατορθώνεις» (σελ. 18).
«Μ' ασίγαστο οίστρο αθανασίας/ ανεβάζεις από λάμψεις καθαρτήριες/ τα όντα» (σελ. 23).
«Των σχημάτων η διασάλευση/ ο ελκόμενος του αιθέρα... Με ανεμόσκαλα επιστρέφει ο πλανήτης/ στον ουρανό (σελ. 24).
«Σε άνωση λευκοφόρα. Σε σιωπή/ επιμηκύνει τα οστά./ Με τεθλασμένα μέλη πλάσματα/ αναδυόμενα, καθώς τα βλέπεις να/ λυγίζουν στα ρεύματα» (σελ. 32), κ. ά.
Η εντύπωση που αποκομίζει κανείς απ' το έργο του Πρατικάκη είναι
η τολμηρά ανοίκεια μεταφορική χρήση των λέξεων, καθώς οι ποιητής
διαστέλλει το νοηματικό του εύρος και αυξάνει το συνδυαστικό τους
σθένος, σε εκφράσεις όπως «Κλωσάει το φως» (σελ. 33), «Έχοντας αποστηθίσει γαλάζιο εφαρμόζουν στον ουρανό τους» (σελ. 32), «Τα σώματα απ’ το χέρι σου γδύνονται/ τα σκοτάδια τους. Η φθαρτή τους/ φύση σκορπίζεται σκουριά/ του καιρού» (σελ. 20). «άκαυτα σχήματα ψυχής» (σελ. 23), κ. ά.
Ο ποιητής νομοθετεί με αποφθέγματα μεγάλου βάθους και πυκνότητας:
«Μέγιστον ξάφνιασμα και δώρο της/ πτώσης το κάθε μας φτερούγισμα. Εκεί/ που κίνδυνος εκεί και η σωτηρία φυτρώνει» (σελ. 19). Εδώ είναι ο τόπος όπου συναντώνται ο Πρατικάκης, ο Γκρέκο και ο Καζαντζάκης.
Οι απόηχοι του ιαμβικού ομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου, αδιάφορο αν έχουν ως προέλευση το Σολωμό, τον Κορνάρο ή την κρητική μαντινάδα, ανιχνεύονται και εδώ, όπως και σε κάθε προηγούμενη ποιητική συλλογή του Πρατικάκη.
«Τα σώματα απ' το χέρι σου γδύνονται τα σκοτάδια» (σελ. 20).
«Κι η έκσταση την άβυσσο στο στήθος του σμαλτώνει» (σελ. 40).
Αποδεικνύει έτσι ο ποιητής ότι τα τολμηρά εκφραστικά σχήματα της
σύγχρονης ποίησης, η πιο πλούσια κληρονομιά του υπερρεαλισμού, χωράνε άνετα σε παραδοσιακές εκφραστικές φόρμες. Το ίδιο πράγμα
προσπάθησε να αποδείξει και ο αείμνηστος Παντελής Πρεβελάκης,
κρητικός κι αυτός (συμπτωματικά άραγε;), στο έργο του «Νέος Ερωτόκριτος».
Με τη συλλογή του αυτή, την καλύτερή του μέχρι στιγμής κατά τη
γνώμη μας, ο Πρατικάκης αναδεικνύεται σε ένα από τους κορυφαίους
νεοέλληνες ποιητές, και χωρίς να φοβάμαι μήπως παρεξηγηθώ, ο καλύτερος ποιητής, άξιος απόγονος του Κορνάρου. Η Κρήτη δεν τον τίμησε με το βραβείο Νίκος Καζαντζάκης. Είναι καιρός να τον τιμήσει το κράτος με το κρατικό βραβείο ποίησης.
Thursday, July 8, 2010
Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, Γλωσσαλγήματα
Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, Γλωσσαλγήματα, Αθήνα 1997, έκδοση Γενναδείου Σχολής, σελ. 367.
Φιλολογική, τ. 60, Ιούλ.-Σεπτ. 1997
Τα Γλωσσαλγήματα είναι ο δεύτερος συγκεντρωτικός τόμος με μελέτες του καθηγητή γλωσσολογίας Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, δημοσιευμένες σε διάφορα έντυπα, οι περισσότερες από τις οποίες αποτελούν ανακοινώσεις σε διάφορα συνέδρια.
Ο θεματικός πλούτος και μόνο αποδεικνύει την ευρυμάθεια του συγγραφέα, ο οποίος κινείται με άνεση, χάρη στην επιστημονική του υπερεπάρκεια, σε μια σειρά χώρους.
Στο «γλωσσολογικές θεωρίες για τη γλώσσα», παρόλο που αποτελεί μια σύντομη εισαγωγή σε ένα θέμα που χρειάζονται τόμοι για να εξαντληθεί, όχι μόνο δίνει με σαφήνεια και ακρίβεια την κάθε γλωσσολογική θεωρία, αλλά προβαίνει και σε ουσιαστικότατες παρατηρήσεις και κρίσεις.
Το ίδιο οξυδερκείς είναι και οι παρατηρήσεις του για τους γλωσσικούς άτλαντες, τις οποίες αναπτύσσει παρουσιάζοντας τον γλωσσικό άτλαντα του Νικολάου Κοντοσόπουλου, που αναφέρεται στην Κρήτη. Παρά τις ανεπάρκειες που εντοπίζει, δεν παραλείπει να επαινέσει την αξιόλογη αυτή προσπάθεια.
Το θέμα της γλωσσικής παρακμής είναι από τα πιο συζητημένα στα media τις μέρες μας. Ο κ. Χαραλαμπάκης δεν συμμερίζεται την απαισιοδοξία των όσων δυσανασχετούν για την ξενική γλωσσική εισβολή, και μας αναφέρει ότι η μεμψιμοιρία για τη γλωσσική παρακμή δεν είναι σημερινό φαινόμενο, προϊόν της περιθωριοποίησης της γλώσσας μας και θύμα της εισβολής της αγγλικής (η οποία, παρεμπιπτόντως, έχει αλώσει το 10% της ιαπωνικής), αλλά και όταν η ελληνική ήταν παγκόσμια γλώσσα στην αρχαιότητα. Τότε ο κίνδυνος προερχόταν από τους βαρβαρισμούς ανθρώπων που την χειρίζονταν ανεπιτυχώς ως δεύτερη γλώσσα.
Η σημασιολογική ανάλυση των ρημάτων κίνησης και η συνθετική μεγέθυνση στην ελληνική γλώσσα αποτελούν από τις πιο εμβριθείς μελέτες της συλλογής.
Μιλώντας για τη διδασκαλία και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η λογοτεχνία διδάσκεται για λόγους αισθητικής και όχι γλωσσικής διδασκαλίας. Όντως πολλά λογοτεχνικά κείμενα, αξιόλογων συγγραφέων, δεν ενδείκνυνται για γλωσσική διδασκαλία. Υπάρχουν όμως πολλά άλλα που ενδείκνυνται, και αυτά θα πρέπει να προτιμούν οι ανθολόγοι, ώστε να επιτυγχάνονται και οι δυο στόχοι ταυτόχρονα.
Το πιο ιδιάζον χαρακτηριστικό της υπερρεαλιστικής ποίησης είναι η γλώσσα, και στη γλώσσα αυτή ο Χαραλαμπάκης αφιερώνει μια εκτενή μελέτη, όπως επίσης και στη γλώσσα του παιδικού βιβλίου. Η συλλογή κλίνει με τα πορτραίτα τριών διακεκριμένων ελλήνων γλωσσολόγων, του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Νικολάου Τωμαδάκη και του Δημήτρη Γεωργακά, ο οποίος υπήρξε καθηγητής γλωσσολογίας σε διάφορα αμερικάνικα πανεπιστήμια.
Σίγουρα το πιο πρωτότυπο κείμενο της συλλογής είναι τα σχόλια σε μια μαθητική έκθεση, όπου επισημαίνεται το πρόβλημα μιας υποσυνείδητης συμμόρφωσης τόσο των μαθητών όσο και των βαθμολογητών σε μια νόρμα, την οποία ελάχιστοι τολμούν να παραβιάσουν. Οι συνέπειες βέβαια σε περίπτωση παραβίασής της είναι πολύ
μεγαλύτερες για το μαθητή, όπως σ’ εκείνη της σχολιαζόμενης έκθεσης. Για τους
εκπαιδευτικούς ουσιαστικά καμιά. Αφού λοιπόν δεν χρειάζεται «αρετή και τόλμη», γιατί τόση στενότητα αντίληψης από τους εκπαιδευτικούς; Εγώ, όντας κριτικός λογοτεχνίας, χαιρόμουν, ως διορθωτής σε βαθμολογικό κέντρο, να συναντώ τέτοιες «ανοίκειες» λογοτεχνικές ανάσες, και τις βαθμολογούσα ανάλογα, αδιαφορώντας για τον μπαμπούλα της διαφοράς βαθμολογίας με τον άλλο βαθμολογητή, που πιθανότατα θα ήταν πιστός στη νόρμα.
Συμμερίζομαι τη μη απαισιόδοξη στάση απέναντι στο μέλλον της ελληνικής
γλώσσας που έχει ο συγγραφέας, σε αντίθεση με τις καταστροφολογικές προβλέψεις, μεταξύ άλλων και του Νίκου Καζαντζάκη, που πίστευε ότι σε 500 χρόνια η ελληνική γλώσσα θα έχει εξαφανιστεί (να πιέστηκε άραγε να ανεβάσει την ποιότητα του έργου του από αυτή τη ζοφερή πρόβλεψη, ώστε να σωθεί τουλάχιστον σε μετάφραση;).
Διαφωνώ όμως σε μια επί μέρους πρόβλεψη:
«Κάποιοι ρομαντικοί λογοτέχνες που αποτολμούν σήμερα τη συγγραφή έργων τους (κυρίως ποίηση και θέατρο) σε αμιγή διάλεκτο θα αποτελούν σε λίγες δεκαετίες μακρινή ανάμνηση του παρελθόντος». (σελ. 211).
Ως βιβλιοκριτικός στα «Κρητικά Επίκαιρα» τολμώ να διατυπώσω μια αντίθετη άποψη, τουλάχιστον όσον αφορά την κρητική διάλεκτο. Πολλοί Κρήτες λογοτέχνες, και μάλιστα πεζογράφοι, βλέποντας την κρητική διάλεκτο να αλώνεται από την νεοελληνική κοινή, γράφουν πεισματικά στο πιο αμιγές κρητικό ιδίωμα, κόντρα στη φόρα των εξελίξεων, σε μια ανέλπιδα και καταδικασμένη προσπάθεια διάσωσης της κρητικής διαλέκτου. Η τάση αυτή είναι υπεύθυνη για μια αναγεννώμενη κρητική νεοηθογραφία. Και δεν υπάρχουν μόνο λογοτέχνες που ακολουθούν αυτή την τάση, αλλά και θεωρητικοί, όπως ο Μιχάλης Καυκαλάς, ο οποίος από τη θέση του ως κριτού μαντινάδας κατεύθυνε επί χρόνια τους μαντιναδολόγους στα «Κρητικά Επίκαιρα». Το μόνο που δεν μπορώ να προβλέψω είναι μέχρι πού φτάνει το μέλλον αυτής της αναζωπυρωμένης τάσης.
Φιλολογική, τ. 60, Ιούλ.-Σεπτ. 1997
Τα Γλωσσαλγήματα είναι ο δεύτερος συγκεντρωτικός τόμος με μελέτες του καθηγητή γλωσσολογίας Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, δημοσιευμένες σε διάφορα έντυπα, οι περισσότερες από τις οποίες αποτελούν ανακοινώσεις σε διάφορα συνέδρια.
Ο θεματικός πλούτος και μόνο αποδεικνύει την ευρυμάθεια του συγγραφέα, ο οποίος κινείται με άνεση, χάρη στην επιστημονική του υπερεπάρκεια, σε μια σειρά χώρους.
Στο «γλωσσολογικές θεωρίες για τη γλώσσα», παρόλο που αποτελεί μια σύντομη εισαγωγή σε ένα θέμα που χρειάζονται τόμοι για να εξαντληθεί, όχι μόνο δίνει με σαφήνεια και ακρίβεια την κάθε γλωσσολογική θεωρία, αλλά προβαίνει και σε ουσιαστικότατες παρατηρήσεις και κρίσεις.
Το ίδιο οξυδερκείς είναι και οι παρατηρήσεις του για τους γλωσσικούς άτλαντες, τις οποίες αναπτύσσει παρουσιάζοντας τον γλωσσικό άτλαντα του Νικολάου Κοντοσόπουλου, που αναφέρεται στην Κρήτη. Παρά τις ανεπάρκειες που εντοπίζει, δεν παραλείπει να επαινέσει την αξιόλογη αυτή προσπάθεια.
Το θέμα της γλωσσικής παρακμής είναι από τα πιο συζητημένα στα media τις μέρες μας. Ο κ. Χαραλαμπάκης δεν συμμερίζεται την απαισιοδοξία των όσων δυσανασχετούν για την ξενική γλωσσική εισβολή, και μας αναφέρει ότι η μεμψιμοιρία για τη γλωσσική παρακμή δεν είναι σημερινό φαινόμενο, προϊόν της περιθωριοποίησης της γλώσσας μας και θύμα της εισβολής της αγγλικής (η οποία, παρεμπιπτόντως, έχει αλώσει το 10% της ιαπωνικής), αλλά και όταν η ελληνική ήταν παγκόσμια γλώσσα στην αρχαιότητα. Τότε ο κίνδυνος προερχόταν από τους βαρβαρισμούς ανθρώπων που την χειρίζονταν ανεπιτυχώς ως δεύτερη γλώσσα.
Η σημασιολογική ανάλυση των ρημάτων κίνησης και η συνθετική μεγέθυνση στην ελληνική γλώσσα αποτελούν από τις πιο εμβριθείς μελέτες της συλλογής.
Μιλώντας για τη διδασκαλία και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η λογοτεχνία διδάσκεται για λόγους αισθητικής και όχι γλωσσικής διδασκαλίας. Όντως πολλά λογοτεχνικά κείμενα, αξιόλογων συγγραφέων, δεν ενδείκνυνται για γλωσσική διδασκαλία. Υπάρχουν όμως πολλά άλλα που ενδείκνυνται, και αυτά θα πρέπει να προτιμούν οι ανθολόγοι, ώστε να επιτυγχάνονται και οι δυο στόχοι ταυτόχρονα.
Το πιο ιδιάζον χαρακτηριστικό της υπερρεαλιστικής ποίησης είναι η γλώσσα, και στη γλώσσα αυτή ο Χαραλαμπάκης αφιερώνει μια εκτενή μελέτη, όπως επίσης και στη γλώσσα του παιδικού βιβλίου. Η συλλογή κλίνει με τα πορτραίτα τριών διακεκριμένων ελλήνων γλωσσολόγων, του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Νικολάου Τωμαδάκη και του Δημήτρη Γεωργακά, ο οποίος υπήρξε καθηγητής γλωσσολογίας σε διάφορα αμερικάνικα πανεπιστήμια.
Σίγουρα το πιο πρωτότυπο κείμενο της συλλογής είναι τα σχόλια σε μια μαθητική έκθεση, όπου επισημαίνεται το πρόβλημα μιας υποσυνείδητης συμμόρφωσης τόσο των μαθητών όσο και των βαθμολογητών σε μια νόρμα, την οποία ελάχιστοι τολμούν να παραβιάσουν. Οι συνέπειες βέβαια σε περίπτωση παραβίασής της είναι πολύ
μεγαλύτερες για το μαθητή, όπως σ’ εκείνη της σχολιαζόμενης έκθεσης. Για τους
εκπαιδευτικούς ουσιαστικά καμιά. Αφού λοιπόν δεν χρειάζεται «αρετή και τόλμη», γιατί τόση στενότητα αντίληψης από τους εκπαιδευτικούς; Εγώ, όντας κριτικός λογοτεχνίας, χαιρόμουν, ως διορθωτής σε βαθμολογικό κέντρο, να συναντώ τέτοιες «ανοίκειες» λογοτεχνικές ανάσες, και τις βαθμολογούσα ανάλογα, αδιαφορώντας για τον μπαμπούλα της διαφοράς βαθμολογίας με τον άλλο βαθμολογητή, που πιθανότατα θα ήταν πιστός στη νόρμα.
Συμμερίζομαι τη μη απαισιόδοξη στάση απέναντι στο μέλλον της ελληνικής
γλώσσας που έχει ο συγγραφέας, σε αντίθεση με τις καταστροφολογικές προβλέψεις, μεταξύ άλλων και του Νίκου Καζαντζάκη, που πίστευε ότι σε 500 χρόνια η ελληνική γλώσσα θα έχει εξαφανιστεί (να πιέστηκε άραγε να ανεβάσει την ποιότητα του έργου του από αυτή τη ζοφερή πρόβλεψη, ώστε να σωθεί τουλάχιστον σε μετάφραση;).
Διαφωνώ όμως σε μια επί μέρους πρόβλεψη:
«Κάποιοι ρομαντικοί λογοτέχνες που αποτολμούν σήμερα τη συγγραφή έργων τους (κυρίως ποίηση και θέατρο) σε αμιγή διάλεκτο θα αποτελούν σε λίγες δεκαετίες μακρινή ανάμνηση του παρελθόντος». (σελ. 211).
Ως βιβλιοκριτικός στα «Κρητικά Επίκαιρα» τολμώ να διατυπώσω μια αντίθετη άποψη, τουλάχιστον όσον αφορά την κρητική διάλεκτο. Πολλοί Κρήτες λογοτέχνες, και μάλιστα πεζογράφοι, βλέποντας την κρητική διάλεκτο να αλώνεται από την νεοελληνική κοινή, γράφουν πεισματικά στο πιο αμιγές κρητικό ιδίωμα, κόντρα στη φόρα των εξελίξεων, σε μια ανέλπιδα και καταδικασμένη προσπάθεια διάσωσης της κρητικής διαλέκτου. Η τάση αυτή είναι υπεύθυνη για μια αναγεννώμενη κρητική νεοηθογραφία. Και δεν υπάρχουν μόνο λογοτέχνες που ακολουθούν αυτή την τάση, αλλά και θεωρητικοί, όπως ο Μιχάλης Καυκαλάς, ο οποίος από τη θέση του ως κριτού μαντινάδας κατεύθυνε επί χρόνια τους μαντιναδολόγους στα «Κρητικά Επίκαιρα». Το μόνο που δεν μπορώ να προβλέψω είναι μέχρι πού φτάνει το μέλλον αυτής της αναζωπυρωμένης τάσης.
Subscribe to:
Posts (Atom)
