Book review, movie criticism

Tuesday, March 10, 2015

Sohrab Shahid Saless, Far from home



Sohrab Shahid Saless, Far from home (1975) Dar Ghorbat

Έχουμε δει πάρα πολλές ταινίες του Sohrab Shahid Saless, ενός από τους πιο ξεχωριστούς ιρανούς σκηνοθέτες. Η ταινία αυτή μάλλον του έδωσε το διαβατήριο για τη Γερμανία, όπου εργάστηκε στο εξής.
Το θέμα της ταινίας είναι οι μετανάστες. Με ένα φωτογραφικό, ντοκιμαντερίστικο ρεαλισμό ο Saless καταγράφει επεισόδια και καταστάσεις που ζουν μια ομάδα τούρκων μεταναστών, με απόλυτη απουσία σασπένς. Η ζωή σε φτωχικά δωμάτια, η απλή διασκέδαση όπως το τάβλι, η ρατσιστική παρενόχληση είναι κάποιες από αυτές.
Και η έλλειψη της γυναίκας. Ένας μορφωμένος νεαρός τα καταφέρνει με μια γερμανίδα, όχι όμως και ο Χουσεΐν, που φλερτάρει αδέξια και απελπισμένα με τα πάμφτωχα γερμανικά του μια γερμανίδα την οποία βλέπει να κάθεται σε ένα παγκάκι. Κατά διαστήματα, σαν σε λάιτ μοτίφ, τον βλέπουμε να δουλεύει σκυμμένο πάνω στην πρέσα.
Ο Saless όμως έντεχνα δίνει μια καθολικότητα στην ανθρώπινη δυστυχία. Μια ηλικιωμένη γερμανίδα καλεί τον Χουσεΐν για καφέ. Πιστεύει ότι ο γιος της, παντρεμένος στην Αμερική, περιμένει πως και πως το θάνατό της για να την κληρονομήσει. Την πιστεύουμε. Όχι όμως όταν λέει ότι ο γιος της επανειλημμένα την καλεί να έλθει στην Αμερική. Αυτή φαντάζεται ότι την καλεί επειδή πιστεύει ότι θα πεθάνει στο ταξίδι.
Η λιτή αφήγηση, αλλά και το θέμα, μου θύμισαν τον Rainer Werner Fassbinder, και συγκεκριμένα μια ταινία όπου εδώ η μοναξιασμένη γερμανίδα είναι το κεντρικό πρόσωπο και ο μετανάστης το δευτερεύον.

  Τη βρήκα την ταινία, είναι η Ali: Fear Eats the Soul (1974).

   Σε μια από τις ιστοσελίδες μου έχω σε ενιαίο αρχείο όλες τις αναρτήσεις μου για τον Σάλες. Βρίσκεται εδώ.    

 


Safi Yazdanian, My boats



Safi Yazdanian, My boats (Ghayegh-ha Ye Man 2005)

Ο Farhad, ένας μεσήλικας, παίρνει ένα τηλεφώνημα από την ξαδέλφη του τη Μαριάμ που τον πληροφορεί για το θάνατο της θείας του, μήπως θέλει να παρευρεθεί στην κηδεία της, στο βόρειο Ιράν.
Αφηγηματικά η ταινία έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Κινείται σε τρία χρονικά επίπεδα, κομματιασμένα. Κάθε κομμάτι ακολουθείται από κάποιο άλλο, άλλου χρονικού επιπέδου.
Το πρώτο επίπεδο είναι το παρόν της «αφήγησης»: η ενημέρωση μέσω μηνύματος στον τηλεφωνητή και το ταξίδι, η επίσκεψη στο σπίτι των παππούδων. Μαθαίνουμε έμμεσα από το τηλεφώνημα της Μαριάμ ότι είναι παντρεμένη και έχει μια κόρη.
Το δεύτερο επίπεδο είναι ένα μακρινό παρελθόν, τότε που αυτός και η ξαδέλφη του ήταν μικρά παιδιά. Του άρεσε να την κοιτάζει. Ήταν ντροπαλό παιδί. Και του άρεσε πολύ και το κέηκ της θείας.
Το τρίτο είναι το ενδιάμεσο, όταν αυτός και η ξαδέλφη του ήσαν νέοι. Στο επίπεδο αυτό δεν την βλέπουμε, απλά την ακούμε σε ένα διάλογο που αναπολεί ο Farhad καθώς οδηγεί.
Ένα μελαγχολικό έργο, έργο για τους ματαιωμένους έρωτες, έργο για το παρελθόν που κάποιο συμβάν στο παρόν το τοποθετεί ξανά ολοζώντανο μπροστά στα μάτια μας.
Είχα μια ανάλογη εμπειρία. Μετά από τρεις δεκαετίες διάβαζα κάποια παλιά γράμματα στο πατρικό μου στο χωριό. Διαβάζοντάς τα είχα κυριολεκτικά βυθιστεί στο μακρινό εκείνο παρελθόν. Όταν τέλειωσα ήταν σαν να είχα ξυπνήσει από ένα βαθύ όνειρο.  

Monday, March 9, 2015

Radu Mihaileanu, La source des femmes



Radu Mihaileanu, La source de femmes (2011)



Η «Πηγή των γυναικών» του ρουμάνου Radu Mihaileanu προβλήθηκε χθες βράδυ από τη Νέριτ στα πλαίσια της ημέρας της γυναίκας, 8 Μαρτίου. Πρόκειται για μια προσαρμογή της «Λυσιστράτης», μεταφερμένης στο σήμερα και σε ένα χωριό του Άτλαντα στο Μαρόκο.
Οι άντρες ντεμπελιάζουν στο καφενείο ενώ οι γυναίκες αναγκάζονται να κουβαλάνε νερό από μια μακρινή πηγή, περπατώντας έναν ανηφορικό και ανώμαλο δρόμο. Πολλές έχουν κουτρουβαλιαστεί κατά την επιστροφή, και κάποιες έγκυες έκαναν αποβολή. Μήπως θα έπρεπε να κουβαλάνε το νερό οι άντρες;


Η Λεϊλά, η γυναίκα του Σάμι του δασκάλου, ενός καλλιεργημένου νέου με ανοιχτούς ορίζοντες, ξεσηκώνει τις γυναίκες σε αποχή από τα σεξουαλικά τους καθήκοντα, μέχρι να πείσουν τους άντρες τους να μεταφέρουν αυτοί το νερό. Εκείνοι βέβαια δεν έχουν καμιά διάθεση, αφού κατά παράδοση αυτή τη δουλειά την έκαναν οι γυναίκες.
Με αυτό σαν βασικό καμβά ο σκηνοθέτης αναφέρεται στα προβλήματα που αντιμετωπίζει μια γυναίκα σε μια μουσουλμανική κοινωνία. Ακούω για μια ακόμη φορά ότι το κοράνι προβλέπει το ξυλοφόρτωμα της συζύγου, για παιδαγωγικούς λόγους. Ο έρωτας ματαιώνεται από τις παρεμβάσεις των γονιών. Οι γυναίκες αποθαρρύνονται από το να μορφωθούν γιατί τότε θα θελήσουν να σπουδάσουν, και πού λεφτά, και ποιος θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού, κ.λπ. κ.λπ.
Οι γυναίκες θα κερδίσουν, αν και εντελώς συμπτωματικά. Ο πρώην αγαπημένος της Λεϊλά που οι γονείς του τον πάντρεψαν με μια πλούσια νύφη θα γράψει σε μια εφημερίδα για τον αγώνα τους. Η κοινή γνώμη θα ευαισθητοποιηθεί πράγμα που θα θορυβήσει τις αρχές με αποτέλεσμα να χρηματοδοτήσουν το έργο της υδροδότησης του χωριού. Δεν μιλάμε βέβαια για δίκτυο αλλά για βρύση, σαν αυτές που είχε το Κεντρί, το χωριό της μάνας μου, για τις οποίες έγραψε ο φίλος μου ο Γιώργης ο Μανιαδάκης. Οι γυναίκες το κουβαλούσαν πάλι, όμως χωρίς να είναι τώρα αναγκασμένες να τρέχουν στου διαόλου τη μάνα.
Κάπου στην ταινία άκουσα για φωτισμένο ισλάμ. Σαν οξύμωρο μου φάνηκε. Όμως πολύ διπλωματικό.
Εν τάξει, ας μην είμαστε υπερβολικοί, δεν είναι όλοι οι μουσουλμάνοι τζιχαντιστές.