Book review, movie criticism

Tuesday, January 10, 2017

Maren Ade, Tony Erdman

Maren Ade, Tony Erdman (2016)

  Την ανάρτησή μου για την ταινία του Jaromil Jires «Valerie and her weeks of wonders» την ξεκινούσα ως εξής:
  «Και πάλι θα μιλήσω για την πρόσληψη. 
  Θυμάμαι που έβλεπα κάποτε ένα έργο και δεν μου άρεσε. Νόμιζα ότι ανήκε σε ένα είδος, και στην πραγματικότητα ανήκε σε άλλο. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, κατά τα μέσα του έργου, άρχισε να μου αρέσει».
  Το ίδιο έπαθα και με τον «Tony Erdman». Στο imdb διαβάζω ότι είναι comedy, drama. Το comedy είναι πρώτο. Περιμένω να δω κάτι αστείο να γελάσω, τίποτα. Κάποια χαμόγελα μου βγήκαν με το ζόρι. Τι σόι κωμωδία είναι αυτή;
  Και ξαφνικά σκέφτηκα: μα έχω δει ποτέ γερμανική κωμωδία; Και μετά μου ήλθε στο μυαλό: υπάρχει άραγε κανένας γερμανός κωμωδιογράφος; Οι ιταλοί έχουν Κάρλο Γκολντόνι, Εντουάρντο δε Φίλιππο, Ντάριο Φο. Οι γάλλοι έχουν τον Μολιέρο. Οι άγγλοι έχουν τον Σαίξπηρ. Οι ισπανοί έχουν τον Θερβάντες με τον αξεπέραστο «Δον Κιχώτη». Οι γερμανοί, ποιόν;
 Σίγουρα θα έχουν, αλλά καθώς η κωμωδία δεν είναι το φόρτε τους δεν θα είναι πρωτοκλασάτοι. Σαν διδάκτορας λογοτεχνίας πιστεύω ότι θα έπρεπε να τους ξέρω. Αλλά και να άκουσα για κανένα τους τον έχω ξεχάσει.
 Τελικά αποφάσισα, για να μη βγω έξω από τα ρούχα μου, να δω την ταινία καλύτερα σαν δράμα.
 Υπάρχει το γκροτέσκο, που μάλλον αυτό προσπαθούν να περάσουν για κωμικό. Ο «μοναχικός καθηγητής που διασκεδάζει μεταμφιεσμένος και σκαρώνοντας φάρσες», εμένα μου φάνηκε καθαρά πυροβολημένος. Το να πηγαίνει να φωνάξει τάχα τον αδελφό του, στην αρχή της ταινίας, να παραλάβει ένα δέμα, λέγοντας στον ταχυδρόμο ότι μόλις αποφυλακίστηκε γιατί ταχυδρομούσε δέματα-βόμβες μου φάνηκε σαχλό αστείο, και το να εμφανιστεί μετά με την περίεργη οδοντοστοιχία που τη χρησιμοποιεί σε όλη την ταινία κατά διαστήματα μου φάνηκε επίσης σαχλό. Όσο για το πάρτι γυμνιστών που έδωσε η κόρη του, μια αυστηρή μεγαλοκοπέλα, στέλεχος μιας μεγάλης εταιρείας, μου φάνηκε απροσδόκητο, όχι με την έννοια της αφηγηματικής τεχνικής. Να πήρε από τα γονίδια του μπαμπά; Το ότι έχασε τη δουλειά της στη συνέχεια ήταν αναμενόμενο. 
  Όμως το θέμα της ταινίας είναι ολότελα συγκινητικό: είναι η λαχτάρα ενός πατέρα να δει την κόρη του, την οποία βλέπει σπάνια. Μάλιστα κάνει καλαμπούρι λέγοντας ότι αναγκάστηκε να προσλάβει υποκατάστατη κόρη.
  Για να τη δει πηγαίνει στο Βουκουρέστι όπου βρίσκεται για μια διαπραγμάτευση, και όταν εμφανίζεται μπροστά της σαν φάντης μπαστούνι δεν είναι καθόλου μια ευχάριστη έκπληξη γι’ αυτήν. Τα καμώματά του την φέρνουν σε αμηχανία, της δημιουργούν προβλήματα, και αναγκάζεται να τον εξαποστείλει. Και για δεύτερη φορά εμφανίζεται μπροστά της σαν φάντης μπαστούνι, συστηνόμενος στην παρέα της ως σύμβουλος επιχειρήσεων ή κάτι τέτοιο, όχι πια ως πατέρας της. Όμως, παρόλα τα προβλήματα που της δημιουργεί και πάλι, νοιώθει τρυφερότητα γι’ αυτόν.
 Η ταινία δεν είναι ούτε κωμική ούτε δραματική, είναι κωμικοτραγική, με ένα όμως τόσο συγκινητικό θέμα που τελικά της δίνει πολλούς πόντους. Πιστεύω ότι αυτό συγκίνησε τους κριτικούς στις Κάννες που τη βράβευσαν.
  Όλοι τα έχουμε με τους γερμανούς για την κρίση που μαστίζει την Ελλάδα, δεν θέλω όμως να νομίσει κανείς ότι τα παραπάνω τα έγραψα προκατειλημμένος. Γι’ αυτό θα ψάξω να δω καμιά γερμανική κωμωδία. Δεν μπορεί, θα υπάρχουν κάποιες.
 Κάνω copy and paste κάτι που διάβασα στο διαδίκτυο: For the second edition in our series on our favorite German movies of all time, we're taking on the stereotype that Germans are a dour, humorless lot. We set out to prove that German humor exists by selecting our favorite funny films from German cinema history. Τελικά υπάρχουν κι άλλοι που έχουν την ίδια γνώμη με μένα, ότι οι γερμανοί είναι dour (σκυθρωποί) και humorless (χωρίς χιούμορ).
  Κοίτα να δεις, τελικά υπάρχουν, είπα κι εγώ, δίνω τον σύνδεσμο, θα ψάξω γι’ αυτές.
  Κοίτα (και πάλι) να δεις, από τις top 10 που δίνει ο σύνδεσμος, βρήκα μόνο μία, που έχει σαν θέμα τον Χίτλερ, ενώ μια άλλη την είχα, το Good Bye Lenin. Μια και έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι είμαι φαν της κωμωδίας θα τις δω και τις δυο οπωσδήποτε, αμέσως μετά. Έχω μια περιέργεια. Στο κάτω κάτω, αν δεν μου αρέσουν, θα θυμηθώ λίγο τα γερμανικά μου.
  Και, σκέφτομαι τώρα, ίσως να μην είναι τυχαίο που ο ζοφερός εξπρεσιονισμός γεννήθηκε στη Γερμανία, σε αντίθεση με τον χαρωπό ιμπρεσιονισμό που έχει πατρίδα τη Γαλλία. Και επίσης δεν είναι τυχαίο που ο Νίτσε κατηγορεί το Λούθηρο πως, στρεφόμενος κατά του καθολικισμού, στην πραγματικότητα στρεφόταν κατά της χαρούμενης Αναγέννησης, αναβιώνοντας το σκοτεινό θρησκευτικό συναίσθημα. Βέβαια ουδέν κακόν αμιγές καλού. Χωρίς το Λούθηρο ίσως ήμασταν ακόμη στη φεουδαρχία-αν έχει δίκιο σ’ αυτά που λέει ο Βέμπερ.
Πριν αναρτήσω το πήρα απόφαση: δεν θέλω να αδικήσω τους γερμανούς. Έπειτα, θέλω να θυμηθώ τα γερμανικά μου. Και βέβαια, το είπαμε ήδη, είμαι φαν της κωμωδίας. Θα ψάξω για αυτές τις δέκα και θα δω όσες βρω. Λέω μάλιστα να κάνω μια συγκεντρωτική ανάρτηση με δυο λογάκια για την κάθε μια.
Βρήκα τις πέντε.


Sunday, January 8, 2017

Έρη Ρίτσου, Ο νεκρός δολοφονήθηκε

Έρη Ρίτσου, Ο νεκρός δολοφονήθηκε, Κέδρος 2016, σελ. 182

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα.


  Έχουμε ξαναγράψει για την Έρη Ρίτσου, και συγκεκριμένα για τα βιβλία της «Γιατρός επαρχίας» και «Μυστικά και αποκαλύψεις». Σειρά έχει σήμερα το «Ο νεκρός δολοφονήθηκε».
  Άργησε δέκα χρόνια να μας ξαναδώσει μυθιστόρημα η Έρη Ρίτσου. Η παιδική λογοτεχνία την απορρόφησε ολοκληρωτικά. Όμως κάλιο αργά παρά ποτέ.
  Το καινούριο της βιβλίο είναι αστυνομικό. Δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα. Το προηγούμενο βιβλίο της ήταν γεμάτο «μυστικά» πάνω στα οποία δημιουργούνταν σασπένς, πολλά σασπένς. Έχω ξαναγράψει ότι θεωρώ το σασπένς μεγάλη αρετή σε ένα μυθιστόρημα. Όμως πού αλλού θα το συναντήσεις σε τόση αφθονία και ένταση παρά στο αστυνομικό; 
  Η ηρωίδα της είναι αστυνομικός. Μετά το χωρισμό της ζητάει μετάθεση στον τόπο καταγωγής της, που αν και δεν κατονομάζεται μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι η Σάμος, οι σαμιώτες ξέρουν καλύτερα. Και η σύμπτωση: πάνω στην ώρα πρέπει να εξιχνιάσουν μια δολοφονία που έγινε εκεί. Δεν προλαβαίνει κυριολεκτικά να πατήσει το πόδι της και στρώνεται στη δουλειά.
  Όταν βρίσκεται ένα πτώμα σε μια ερημική περιοχή, και μάλιστα με μια μαχαιριά στο στήθος, προφανώς πρόκειται για δολοφονία.
  Προφανώς για τον καθένα εκτός από την Μαρία Γεωργίου, που αρχίζει να έχει αμφιβολίες όταν παρατηρεί ότι πάνω στη μαχαιριά δεν υπάρχει αίμα. Περιμένει την ιατρική γνωμάτευση. Επιβεβαιώνεται η υποψία της: ο νεκρός πέθανε από ανακοπή.
  Τι διάολο, αυτός που τον μαχαίρωσε μαχαίρωσε έναν ήδη νεκρό;
  Έτσι φαίνεται. Ο ίδιος βέβαια δεν το ήξερε, και όταν στριμώχτηκε ομολόγησε την ενοχή του, μια ομολογία που δεν μπορούσε να πείσει την Γεωργίου.
  Ο διπλός αυτός θάνατος μου θύμισε μια νουβέλα του Ζόρζε Αμάντο, που στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Ο πρώτος και ο δεύτερος θάνατος του Κινίνου του Μπέκρου». Φυσικά όπως ζούμε μόνο μια φορά, έτσι πεθαίνουμε μόνο μια φορά. Κανείς δεν μπορεί δολοφονήσει έναν που είναι ήδη νεκρός. Αλλά ένας τέτοιος τίτλος δημιουργεί από μόνος του σασπένς.
  Ποιος ήταν που τον σκότωσε «αρχικά» λοιπόν;
  Οι μώλωπες στο πρόσωπό του κάνουν εμφανές ότι κάποιος τον κτύπησε. Αυτός τον σκότωσε; Δεν πεθαίνει κανείς από έναν ξυλοδαρμό, αλλά μπορεί να πεθάνει αν έχει καρδιακά προβλήματα. Ποιος τον έδειρε;
  Και, το τρίτο σασπένς, ποιος του έκανε την ένεση με υπνωτικό, και για ποιο λόγο;
  Ε, να αφήσω κι εγώ κάποια μυστικά στη βιβλιοκριτική μου.
  Ποιο ήταν το θύμα;
  Ένας καθηγητής που αποπλανούσε μαθήτριες. Ήταν μέλος του «κόμματος της άκρας δεξιάς, ομιλών υπέρ αυτού δημοσίως» (μια γνωστή ιστορία μου θυμίζει αυτό, από τα μέρη μου, αλλά η Έρη δηλώνει, αμέσως μετά τη σελίδα με τις ευχαριστίες: «Εννοείται πως τόσο η ιστορία όσο και οι χαρακτήρες που βρίσκονται στις σελίδες που θα διαβάσετε παρακάτω είναι εντελώς φανταστικά. Τυχόν ομοιότητες με υπαρκτούς χαρακτήρες θα οφείλονται απλώς σε συμπτώσεις»).
  Ο αθεόφοβος δεν είχε ούτε ιερό ούτε όσιο, πήγε να την πέσει και στην κόρη ενός ομοϊδεάτη του, που ανήκε στο ίδιο κόμμα. Αυτός τον κατήγγειλε, αλλά έπεσε στα μαλακά. Πήρε απλώς μετάθεση. Όχι όμως χωρίς να δώσει κάποιο αντάλλαγμα.
  Το φόντο, όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, αναδεικνύεται αρκετά. Η Ελλάδα της κρίσης βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, και καθώς η πλοκή τοποθετείται το 2015, τότε που η Έρη έγραφε το μυθιστόρημα, κάνει τσουχτερές παρατηρήσεις, είτε με τον τριτοπρόσωπο αφηγητή της είτε με κάποιους από τους ήρωές της. Και θυμήθηκα την πρόσφατη ανάρτησή μου για την ταινία-τρόμου του ιρανικής καταγωγής Babak Anvari «Under the shadow», όπου και αυτός αφήνει τις αιχμές του για το ιρανικό καθεστώς.
  Θα παραθέσουμε στη συνέχεια κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.
  «Α, μπράβο, θέλεις να γίνεις δημόσιος υπάλληλος. Ωραία! Να γίνεις εφοριακός!».
  Όχι, δεν θα σχολιάσω αυτό το «εφοριακός», απλά θα πω ότι θυμήθηκα πάλι μια ταινία, μια καταπληκτική κωμωδία-σάτιρα των δημοσίων υπαλλήλων του ιταλού Gennaro Nunziante που έχει τίτλο «Quo Vado» (2016).
  «-Μαρία Γεωργίου, χαίρομαι που σας γνωρίζω.
-Κωνσταντίνος Κουβαράς, χάρηκα» (σελ. 61).
  Να θυμηθώ να ρωτήσω το Γιάννη, του οποίου μόλις ανάρτησα μια βιβλιοκριτική για το τελευταίο του βιβλίο, αν είναι τίποτα συγγενείς.
  «Η θεία Αντριάνα, μακρινή συγγενής…».
  Σπάνιο όνομα. Πρόσφατα συνάντησα μία. Και την κυρία που μου καθαρίζει το σπίτι στο χωριό Αντριάνα τη λένε, καλή της ώρα.
  «…η Μαρία αισθάνθηκε όπως θα ένιωθε ο Γκιούλιβερ (ή για την ακρίβεια ο Γκάλιβερ) στη χώρα των Λιλιπούτιων» (σελ. 87).
  Ο Γκάλιβερ ταλαιπωρήθηκε περισσότερο, ως πιο γνωστός, από τον Μάικλ Αργκάιλ στην ελληνική απόδοση του ονόματός του, που στη μετάφραση του βιβλίου του «Ψυχολογία της συμπεριφοράς», τον έγραψα ως Άρτζιλ. Αργότερα έμαθα πως το Argyle προφέρεται Αργκάιλ. Από τότε έχω γίνει πιο προσεκτικός στην απόδοση τον ονομάτων, κάτι που δεν κάνουν άλλοι. Για παράδειγμα επιμένουν τον Zhang Yimou, τον κινέζο σκηνοθέτη, να τον γράφουν Ζαν Γιμού ενώ είναι Τζανγκ Γιμόου.
  «Τελικά το μόνο πράγμα που φτάνει νωρίς σ’ αυτή τη χώρα είναι τα εκκαθαριστικά!» (σελ. 88).
  Και να έχεις να πληρώσεις, καλά, τι γίνεται όμως αν δεν έχεις;
    «…αν κατεβάσεις απ’ το Google Play την ειδική εφαρμογή “record my call” μπορείς να ηχογραφήσεις βάζοντας ανοιχτή ακρόαση» (σελ. 149).
  Το ξέρατε αυτό; Όχι, αγαπητές μου φίλες και αγαπητοί μου φίλοι, μη φοβάστε, δεν θα την εγκαταστήσω. Αλλά, να το πω άλλη μια φορά, προτιμώ όταν είναι να με πάρετε τηλέφωνο να έχετε ως πρώτη επιλογή το σταθερό. Το κινητό συχνά δεν το ακούω, και όχι μόνο όταν βρίσκομαι πάνω στη μηχανή. Δυο φορές που ξέχασα να το απενεργοποιήσω χτύπησε ενώ μιλούσα σε βιβλιοπαρουσίαση. Επίσης δεν ακούω τόσο καλά σ’ αυτό όσο στο σταθερό. Και, στο κάτω κάτω, γιατί να εισπράττω την ακτινοβολία; Έχω και μια μικρή απώλεια ακοής, 30%.
  Συναρπαστικό και αυτό το βιβλίο της Ρίτσου, καυστικά σχόλια, άφθονο σασπένς, χιουμοριστικό κατά τόπους. Της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο και απαιτούμε να ασχοληθεί αμέσως με το επόμενο, μην περιμένει πάλι να περάσει μια δεκαετία.

Μπάμπης Δερμιτζάκης




Saturday, January 7, 2017

Γιάννης Κουβαράς, Ελύτης-Αναγνωστάκης, δυο ξένοι (;) στην ίδια πόλη

Γιάννης Κουβαράς, Ελύτης-Αναγνωστάκης, δυο ξένοι (;) στην ίδια πόλη, Γαβριηλίδης 2016, σελ. 117

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Κριτικά κείμενα για δυο κορυφαίους ποιητές μας

 
  Πριν δυο χρόνια γράψαμε για τον Γιάννη Κουβαρά, τον ποιητή, και συγκεκριμένα για το βιβλίο του «Ονείρου οδύσσεια». Σειρά έχει σήμερα ο Γιάννης Κουβαράς ο δοκιμιογράφος.
  Δοκιμιακό το βιβλίο, όμως το θέμα του είναι ομότεχνοί του ποιητές: δυο ποιητές, τους οποίους αγαπώ πολύ.
  Το 1979, μπαίνοντας στο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού στην Καλλιθέα, οι φίλοι με υποδέχτηκαν φωνάζοντας. -Θα κεράσεις, θα κεράσεις. –Γιατί να κεράσω; Τους λέω. Ούτε ονομαστική γιορτή έχω ούτε γενέθλια. –Θα κεράσεις, θα κεράσεις, επαναλάμβαναν εν χορώ.
  Τελικά το πήρε το ποτάμι: θα κερνούσα γιατί ο αγαπημένος μου ποιητής πήρε το Νόμπελ.
  Ο Αναγνωστάκης μου αρέσει, όχι μόνο για το αγωνιστικό του παρελθόν αλλά και γιατί, μέσα στη σκοτεινιά και στην ακατανοησία της σύγχρονης ποίησης, γράφει διαυγείς στίχους, στίχους για τους οποίους δεν θα αναρωτηθείς ποτέ: «μα τι λέει τώρα», ούτε θα αναγκαστείς να τους διαβάσεις δεύτερη φορά για να τους καταλάβεις, παρά μόνο για να τους απολαύσεις ξανά.
  Έτσι γράφει και ο Κουβαράς, γι’ αυτό μου αρέσει, ενώ έχω δηλώσει, όπως και ο Κωστής Παπαγιώργης, ότι δεν συμπαθώ την ποίηση. Μόνο ποίηση φίλων διαβάζω πια.
    Στα εξηνταέξι μου δεν είμαι πια ειδωλολάτρης. Διαβάζω συγγραφείς που μου αρέσουν και όχι συγγραφείς που τους συνοδεύει οι γκλαμουριά. Γι’ αυτούς θα πω «εντάξει, καλοί είναι, αλλά εμένα δεν μου αρέσουν».
  Όταν ήμουν όμως μικρός η γκλαμουριά με εντυπωσίαζε, και η ποίηση ήταν γκλαμουράτη. Θυμάμαι, μαθητής, έπαιρνα σε συνέχειες μια ποιητική ανθολογία. Όταν διορίστηκα σαν φιλόλογος, επειδή το τμήμα που τέλειωσα ήταν το φιλοσοφικό και η φιλοσοφία με ενδιέφερε περισσότερο από τη λογοτεχνία, είπα να ξεκινήσω μελετώντας ποιητές, παρόλο που η πεζογραφία είναι η αδυναμία μου. Έτσι διάβασα και έγραψα μικρά εισαγωγικά κείμενα για τον Κάλβο (πήγαινα χρονολογικά), τον Σολωμό, τον Παλαμά και τον Καβάφη. Δεν πρόλαβα τον Καρυωτάκη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη και τον Ρίτσο, στο μεταξύ είχαν έλθει σε πρώτο πλάνο τα οικολογικά μου ενδιαφέροντα, καρπός των οποίων υπήρξαν τρία βιβλία. Όμως τον Σεφέρη πήρα μαζί μου στο στρατό, αυτόν διάβαζα τις ελεύθερες ώρες. Όσο για τον Ρίτσο, μ’ αυτόν μου αποκαλύφθηκε η σύγχρονη ποίηση με τον ελεύθερο στίχο, όταν μαθητής στην «Επιθεώρηση τέχνης» διάβασα την «Όστραβα» που με ενθουσίασε. Φοιτητής έγραφα στίχους στο δικό του στυλ.
  Με το Γιάννη Κουβαρά έχουμε κάμποσα κοινά. Καταρχάς είμαστε σειρά. Επίσης στο βιογραφικό μας αναγράφουμε το έτος γέννησής μας, ενώ πολλοί συγγραφείς, γυναίκες κυρίως, μετά από κάποια ηλικία το αποσιωπούν. Ακόμη εργαστήκαμε στη μέση εκπαίδευση και οι δυο. Και οι δυο είμαστε διδάκτορες, αυτός κλασικής φιλολογίας εγώ νεοελληνικής.
  Βαθύς, εμβριθής, οξυδερκής στις παρατηρήσεις του, ο Κουβαράς μας δίνει μερικά από τα καλύτερα κείμενα που έχουν γραφεί γι’ αυτούς τους δυο ποιητές. Αλλά να του δώσουμε το λόγο, παραθέτοντας κάποια αποσπάσματα που μας άρεσαν ιδιαίτερα.
  «Αν ο Καβάφης είναι ο χειμώνας της ποίησής μας (σοφία-γήρας), ο Σεφέρης είναι το στοχαστικό φθινόπωρο, ο Ελύτης είναι οι Τέσσερις Εποχές, με την παρατεταμένη άνοιξη και καλοκαίρι, το πράσινο και το χρυσό» (σελ. 28-29).
  Εμένα, με πτυχίο φιλοσοφίας, είναι φυσικό να μου αρέσει περισσότερο ο καβαφικός χειμώνας.
  «Αν ο μοντερνισμός απετάξατο το επίθετο, ο Ελύτης προχώρησε δραστικότερα, ευαγγελιζόμενος την «διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών». Επαναφόρτισε το επίθετο, το ανύψωσε, το γόμωσε» (σελ. 28).
  Το καλοκαίρι διάβασα τον Όμηρο στο πρωτότυπο, ένα όνειρο ζωής, και είδα ότι βρίθει από επίθετα. Με ενθουσίασε τόσο που τον ξαναδιαβάζω. Βρίσκομαι στο τέλος της «Οδύσσειας». Είπα ότι δεν συμπαθώ την ποίηση, αλλά πρέπει να διευκρινίσω: τη σύγχρονη ποίηση. Ο Όμηρος, ο Κορνάρος (τον οποίο επίσης ξαναδιαβάζω) είναι άλλο πράγμα.
  Μου αρέσουν οι συγκριτολογικές προσεγγίσεις, γι’ αυτό θα παραθέσω και το παρακάτω απόσπασμα.
  «Μεγάλες οι διαφορές της ζωής τους, αλλά μεγαλύτερες και οι συγκλίσεις. Νομιμοποιούμαστε να μιλήσουμε για βίους παράλληλους; Σίγουρα ναι. Ασκητικός ο πρώτος [Ο Κάλβος] διονυσιακός ο δεύτερος [ο Ελύτης]. Απερίσπαστος από βιοτικές ανάγκες ο ένας, ο άλλος ισόβια στο δίχτυ το δυσεπίλυτο των βιοτικών προβλημάτων, ψωμοζητών ανά την Εσπερίαν κι αλλάζοντας χώρες με τη συχνότητα που «άλλαζε σόλες στα παπούτσια του», ιδεώδης εν τη πενία του, τίμιος μέχρι αυτοκαταστροφής…» (σελ. 33).
  Το παρακάτω έχει να κάνει με την ποίησή τους.
  «Οι συγγένειές τους –υπόγειες και μη – άλλωστε είναι πολλές. Τους συνδέει η συγγενής λυρική ιδιοσυγκρασία, η οξυμμένη συνείδηση της γλώσσας (οι κατ’ εξοχήν «γλωσσικοί» ποιητές μας, μαζί με τους επιγόνους Καρούζο και Παπαδίτσα), η γλωσσοπλαστική τους ροπή και λεκτική ευφορία και ευρηματικότητα, προπαντός η αίσθηση του αδιαίρετου κι αδιάσπαστου της ελληνικής από Ομήρου και Ρωμανού μέχρι σήμερα, η ισχυρή αίσθηση της φύσης, η μυθοποιητική αναγωγή του υλικού, ο Ιονισμός  και Αιγιοπελαγισμός τους, η νησιώτικη συνείδηση της ηχήεσσας ποίησής τους, η έντονα «ακουστική» φαντασία τους (οι πιο ηχητικοί ποιητές μας μετά τον Όμηρο), η ζωοποιός χρήση του επιθέτου, μορφικές ή σημασιολογικές αντιστοιχίες, η αποστροφή τους στο συμβατικό ή την κολακεία» (σελ.  35).
  Εν τάξει, πάρετε μιαν ανάσα πριν διαβάσετε παρακάτω για τον Αναγνωστάκη.
  «Αν και δραστηριοποιήθηκε πολιτικά σε συγκεκριμένο χώρο από έφηβος ήδη-εκείνον της ανανεωτικής αριστεράς, μόνιμος στους προμαχώνες της-η αριστερά ήταν το σπίτι του, έχαιρε άκρας υπολήψεως σε όλο το φάσμα της πολιτικής. Έδωσε διμέτωπο αγώνα χωρίς να χαρίζεται στα ολισθήματα του οικείου του χώρου, αυτός ο μεγάλος αντιδογματικός. Έκρινε διατεταγμένη πολιτική αλήθεια σε δύσκολες εποχές, αποστασιοποιήθηκε από την κολεκτιβιστική λογική, κρίνοντας το κάθε τι κατά περίπτωση. Στρατευμένος πολιτικά, αλλά δεν είχε κανένα ίχνος φανατισμού. Χαμηλόφωνος λειτουργός της ποιητικής μυσταγωγίας, ευθυτενής σηματωρός της πολιτικής πράξης, φωνή ενδοραγής και συνάμα μαχητική, προπάντων φωνή ανοχύρωτης τρυφερότητας, απερίφραστη, άμεσης επενέργειας, χωρίς ποιητικούς ακκισμούς, κρυστάλλινη, ευθύβολη» (σελ. 62).
  Δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερο πορτραίτο του Αναγνωστάκη.
  Και ένα μικρό απόσπασμα ακόμη.
  «Ολόκληρο το έργο του με τη δωρική του λιτότητα τείνει στο επίγραμμα. Το αίσθημα χρονικότητας είναι κυρίαρχο, όλοι οι τίτλοι των συλλογών του είναι χρόνου δηλωτικοί… Μας πλούτισε με μια ποίηση αρυτίδωτη από το χρόνο, στέρεη, γρανιτένια, προστατευμένη από τους κεραυνούς του καιρού από το αλεξικέραυνο της όρθιας Πράξης, μια ποίηση που κανένας άνεμος δεν μπορεί να ξεκαρφώσει τις λέξεις-πρόκες της» (σελ. 112). 
  Ωραίος ο Κουβαράς, νοιώθω να με παρασύρει να τους ξαναδιαβάσω. Όπως και να ’χει, του εύχομαι, μαζί με τα Χρόνια Πολλά μου (σήμερα που κάνω την ανάρτηση γιορτάζει) να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο του.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 


Friday, January 6, 2017

François Truffaut, Fahrenheit 451



François Truffaut, Fahrenheit 451 (1967)

  Με μένα συμβαίνει κάτι το περίεργο. Έγραψα το "Ο χορός της βροχής: οικολογικά παραμύθια και διηγήματα", όμως δεν μου αρέσει καθόλου η παιδική λογοτεχνία. Εδώ και χρόνια λέω να διαβάσω την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και τον «Μικρό πρίγκιπα» στα οποία βλέπω αρκετά συχνά να γίνονται αναφορές, και όλο το αναβάλω. Γράφω κριτικές για βιβλία και ταινίες, και σπάνια θα διαβάσω κριτικές. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι συχνά είναι ομιχλώδεις και τελειώνοντας το διάβασμά τους συνειδητοποιώ ότι δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα, αλλά και γιατί νοιώθω ότι μου πουλάνε γουρούνι στο σακί. Τις λίγες φορές που θα διαβάσω κριτικές θα είναι για έργα που ήδη έχω διαβάσει ή έχω δει, για να τις συγκρίνω με τη δική μου πρόσληψη.
  Έχω γράψει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, το "Το μυστικό των εξωγήινων", όμως η επιστημονική φαντασία δεν μου αρέσει, και δεν είχα διαβάσει ποτέ πριν. Το πρώτο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας το διάβασα κάπου πέντε χρόνια αργότερα από τότε που έγραψα το δικό μου, και μάλιστα σε νεκρό χρόνο, περιμένοντας το γιο μου να βγει από το κολυμβητήριο. Ήταν ένα μυθιστόρημα του Άρθουρ Κλαρκ που δεν θυμάμαι τον τίτλο.
  Το «Fahrenheit 451» το είδα σπίτι, μια και δεν θα μπορέσω να το δω στο Σχολείο του Σινεμά αυτό το Σάββατο. Επιστημονική φαντασία, δεν είναι είδος που μου αρέσει, αλλά ο Τρυφώ είναι μεγάλος σκηνοθέτης, παρόλο που «έθαψα» το «Η γυναίκα της διπλανής πόρτας», αν και δεν συνηθίζω να θάβω. Μετά την κριτική μου για τον «Παίχτη» του Ντοστογιέφσκι είναι η πιο πολυδιαβασμένη κριτική μου, με 2262 αναγνώσεις (αν και όχι όλες μέχρι τέλος, φαντάζομαι). Όταν θάβεις, ο άλλος έχει την εντύπωση ότι είσαι καλός κριτικός.
  Το έργο είναι ένας ύμνος για το βιβλίο και ένα θάψιμο (μου κόλλησε η λέξη) των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ο άμεσος υπαινιγμός είναι βέβαια για τους ναζί, που τη νύχτα της 10ης Μαΐου 1933 έκαψαν στην πυρά έργα κορυφαίων γερμανόφωνων συγγραφέων, όμως γίνεται υπαινιγμός και για τις αριστερές δικτατορίες. Ακούμε την ατάκα: «Πρέπει όλοι να είμαστε ίδιοι. Ο μόνος τρόπος για να είναι όλοι ευτυχισμένοι είναι να είναι ίσοι. Έτσι, πρέπει να κάψουμε τα βιβλία, Μόνταγκ».
  Ο Μόνταγκ είναι πυροσβέστης, σε μια πυροσβεστική που δεν ασχολείται τόσο με κατάσβεση πυρκαγιών όσο με το κάψιμο των βιβλίων. Η περιέργεια θα τον οδηγήσει να κρύψει ένα βιβλίο και να το διαβάσει. Θα ακολουθήσουν και άλλα. Η γυναίκα του θα τα ανακαλύψει και θα τον καρφώσει. Πιο πριν τον είχε πλησιάσει μια κοπέλα της Αντίστασης. Θα σχετισθεί φιλικά μαζί της. Την ανακαλύπτουν, συλλαμβάνουν το θείο της αλλά αυτή καταφέρνει να το σκάσει. Θα συναντήσει τον Μόνταγκ και μαζί θα επιστρέψουν στο σπίτι. Πρέπει να βρει πάση θυσία ένα κατάλογο με ονόματα και διευθύνσεις που είχε ο θείος της και να τον κάψουν. Ο Μόνταγκ, ειδικευμένος, τον βρίσκει και τον καίει.
  Είναι εντυπωσιακό το επεισόδιο με τη γυναίκα που αυτοπυρπολείται πάνω στην πυρά που έχουν ανάψει με τα βιβλία της. Το κάνει, όπως λέγει η κοπέλα αργότερα, για να μην λυγίσει από τα βασανιστήρια και προδώσει.
  Η πυροσβεστική, μαζί μ’ αυτόν, κατευθύνονται κάπου. Έχουν εντοπίσει ένα σπίτι με βιβλία και πάνε να τα κάψουν. Με έκπληξη διαπιστώνει ότι αυτό είναι το σπίτι του. Θα του δώσουν το φλογοβόλο να βάλει ο ίδιος φωτιά. Θα βάλει πρώτα στο κρεβάτι, στα έπιπλα, και μετά από την επιμονή του επικεφαλής θα βάλει φωτιά και στα βιβλία. Σε ένα διαξιφισμό μαζί του που ακολουθεί καθώς προσπαθεί να σώσει ένα βιβλίο, ο επικεφαλής θα τον απειλήσει με το όπλο του. Πριν προλάβει όμως να πυροβολήσει ο Μόνταγκ θα στρέψει εναντίον του το φλογοβόλο και θα τον ζώσουν οι φλόγες.
  Πηγαίνει να βρει τους αντιστασιακούς, όπως του είχε υποδείξει η κοπέλα. Βρίσκονται σε ένα δάσος, στο βουνό. Και εδώ συναντούμε την πιο εντυπωσιακή επινόηση: κάθε «αντάρτης» μαθαίνει απέξω ένα βιβλίο, ώστε να διαφυλαχθεί η ανθρώπινη γνώση. Και όταν γεράσει και πλησιάζει το τέλος του το απαγγέλει για να το αποστηθίσει ένας μικρός.
  Η μάνα μου θα μπορούσε να είναι αντάρτισσα εκεί. Μια φορά μόνο διάβασε τον «Καπετάν Καζάνη» και την «Κριτσοτοπούλα» και τα έμαθε απέξω, όπως με διαβεβαίωσε.

Αναπαλαίωση ενός κτιρίου-Κείμενο Γιώργου Ψαρουδάκη

Ένα ακόμη αναπαλαιωμένο κτίριο, στολίδι στην Πλατεία  του Κάτω Χωριού
 (Παπά Γεωργίου Γιαμαλάκη). Η Ιστορία του κτιρίου.


Το κτίριο. Φωτογραφία 4 Ιανουαρίου 2017
   Το κτίριο αυτό στην άκρη της πλατείας, (ιδιοκτησίας σήμερα απογόνων Εμμ.Θαλασσινού) άρχισε να χτίζεται μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα σε μια εποχή που οι Κρήτες, ως Έλληνες πλέον, καλούνταν να συμμετάσχουν στις πρώτες στην ιστορία, εθνικές εκλογές που έγιναν στις 31 Μαΐου 1915, για να εκλέξουν τους πρώτους εκπροσώπους τους στο εθνικό κοινοβούλιο.
(Στις εκλογές αυτές θριάμβευσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επί του αντιπάλου του Αντωνίου Μιχελιδάκη, προέδρου της Εκτελεστικής Επιτροπής (πρωθυπουργού) της Κρητικής Πολιτείας, που ήταν υποψήφιος με τον Γούναρη. (Σε εκείνες τις εκλογές ο Βενιζέλος είχε εκλέξει και τους 23 αντιπροσώπους της Κρήτης!).
Όπως αναφέρει η ιστορία η αντιπαράθεση βενιζελικών και αντιβενιζελικών γινόταν καθημερινά σε κλίμα πόλωσης και επεισοδίων. Στο Κάτω Χωριό όλη η κοινωνία ήταν με τον Βενιζέλο καθώς πολλοί κατωχωρίτες συμμετείχαν με τον Βενιζέλο σε πολλούς αγώνες για την ανεξαρτησία με επικεφαλής στους Κατωχωρίτες επαναστάτες τον νομικό και πρώτο υπουργό της παιδείας της Κρητικής Πολιτείας Νικόλαο Γιαμαλάκη και τον αδελφό του ιατρό Χαράλαμπο Γιαμαλάκη.
Όλο το χωριό, λοιπόν, ήταν βενιζελικό, εκτός από ένα, τον Κων. Γραμματικάκη καφετζή, που ήταν αντιβενιζελικός.  
Έτσι η ανέγερση του κτιρίου τυλίχτηκε στη δίνη της πολιτικής προεκλογικής αντιπαράθεσης. Οι μαστόροι την ημέρα το χτίζανε και τη νύχτα το χαλούσανε οι χωριανοί. ‘Έτσι αναγκάστηκε ο Κ. Γραμματικάκης να ζητήσει τη βοήθεια του Καπετάν Ταβλά από την Κριτσά, που με τα παλληκάρια του ανέλαβε την αποπεράτωση του κτιρίου.
Την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου το κτίριο επιτάχτηκε από τους Ιταλούς στο οποίο πρόσθεσαν παράνομα στα αριστερά ένα δωμάτιο μαγειρείο, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα.
Στο ισόγειο του κτιρίου στεγάστηκαν κατά καιρούς παλιά καφενεία, κουρεία, παντοπωλεία κλπ. ενώ η χρήση που προορίζεται σήμερα φαίνεται να είναι αυτή της ταβέρνας με το όνομα «πολιτεία και βίος».


Μερικά ακόμη ιστορικά στοιχεία. Πηγή: Νικόλαος Τωμαδάκης, δάσκαλος Κάτω χωριό καλοκαίρι 2016.
«Το σπίτι ήταν του Κ. Γραμματικάκη. Ήταν ένας τύπος πεισματάρης. Εκκλησιαζόταν στην Επισκοπή. Τον παρομοιάζανε  «καμπανό» και τον αδελφό του «καρπούζα».   Ήταν πατέρας του δικηγόρου Γεωργίου Γραμματικάκη. Το σπίτι μεταβίβασε αργότερα στον γαμβρό του τον Θαλασσινό».
 Στον Κατάλογο των επιτηδευματιών του Κάτω Χωρίου της χρήσεως 1911 ο Κων. Γραμματικάκης, καφετζής είναι καταταγμένος στην Β. φορολογική Κατηγορία σύμφωνα με τα αρχεία του Δήμου Κάτω Χωρίου του έτους 1912, κατάλογος των επιτηδευματιών του Δήμου Κάτω Χωρίου της χρήσεως 1911. (1)
(1) Γεωργίου Ε. Ψαρουδάκη Κάτω Χωριό, Επάνω Χωριό, Επισκοπή, Παπαδιανά, Θρυπτή. Η Ιστορία των χωριών μας. Κάτω Χωριό 2014.


Thursday, January 5, 2017

Jaromil Jires, Valerie and her week of wonders




  Και πάλι θα μιλήσω για την πρόσληψη. 
  Θυμάμαι που έβλεπα κάποτε ένα έργο και δεν μου άρεσε. Νόμιζα ότι ανήκε σε ένα είδος, και στην πραγματικότητα ανήκε σε άλλο. Όταν το συνειδητοποίησα αυτό, κατά τα μέσα του έργου, άρχισε να μου αρέσει.
  Στη «Βαλέριε και στην εβδομάδα των θαυμάτων της» ήμουν προετοιμασμένος από την αρχή. Διαβάζοντας το κείμενο του Γιάννη του Καραμπίτσου που μας τη σύστηνε, ήξερα ότι δεν θα έβλεπα μια κλασική αφηγηματική ταινία.
  Η ταινία εντάσσεται στην κατηγορία αυτού που ονομάζουμε ποιητικός κινηματογράφος. Η δύναμή της βρίσκεται στην εικαστικότητα των πλάνων της. Άλλα πλάνα έχουν τον λυρισμό ενός ιμπρεσιονιστικού πίνακα και άλλα το γκροτέσκο ενός εξπρεσιονιστικού, ενώ άλλα φαίνονται να ανάγουν την καταγωγή τους σε ζωγράφους του μεσαίωνα, όπου τοποθετείται εξάλλου και η πλοκή.
  Διαβάζω στο imdb ότι η ιστορία είναι εμπνευσμένη από το παραμύθι της «Κοκκινοσκουφίτσας» και από την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», και νοιώθω τύψεις που βρίσκεται ακόμη στο «ράφι των τύψεων» ενώ είναι στο πρόγραμμά μου να τη διαβάσω. Δεν ξέρω πόση συνοχή έχει η πλοκή στην «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», εδώ όμως μου φάνηκε αρκετά μπερδεμένη. Καθώς την ξαναδιάβασα στο λήμμα της βικιπαίδειας (ο σύνδεσμος του τίτλου) πάλι την βρήκα μπερδεμένη και σκοτεινή. Αυτό όμως δεν με ενόχλησε καθόλου γιατί, όπως είπα, η μαγεία της ταινίας βρίσκεται στην εικαστικότητα των πλάνων της.
  Την ταινία μπορώ να τη θεωρήσω σαν αντίδραση στο δόγμα του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» με την κλασική αφήγηση, τους θετικούς ήρωες και τις πράξεις τους που πρέπει να αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση. Σαν τέτοιου είδους αντίδραση πιστεύω ότι είναι και οι ταινίες του Παρατζάνοφ.
  Όμως να πούμε δυο λόγια για την ταινία.
 Η Βαλέριε ζει με τη γιαγιά της. Ο Όρλικ που της κλέβει τα μαγικά της σκουλαρίκια ίσως είναι αδελφός της. Θα της τα επιστρέψει.
  Ζει με τη γιαγιά της. Πατέρας της είναι ένας επίσκοπος. Ένας παπάς προσπαθεί να τη βιάσει. Αυτή θα καταπιεί ένα μαγικό σκουλαρίκι και θα σωθεί, ενώ βλέπουμε τον παπά κρεμασμένο. Αργότερα τον βλέπουμε ζωντανό να την κατηγορεί μπροστά σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος σαν μάγισσα που πήγε να τον αποπλανήσει. Θα τη στήσουν στην πυρά, σαν την Ζαν ντ’ Αρκ. Η Βαλέριε θα του βγάλει κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Θα καταπιεί το μαγικό σκουλαρίκι και θα σωθεί.
  Η γιαγιά της γίνεται βρικόλακας. Και άλλα άτομα εμφανίζονται στο έργο που έχουν βρικολακιάσει. Τα επεισόδια ήταν αρκετά μπερδεμένα για να τα θυμάμαι, επεισόδια σαν αυτά που βλέπουμε σε ταινίες τρόμου με βρικόλακες. Όμως εδώ δεν σε τρομάζουν καθόλου, δεν ανεβάζουν την αδρεναλίνη, η ποιητικότητα των πλάνων λειτουργεί αποστασιοποιητικά, δίνοντας τη μαγεία ενός παράξενου παραμυθιού.
  Η σάτιρα της θρησκείας είναι εμφανής σε πάρα πολλά επεισόδια. Αν υπήρξε κάποια λογοκρισία για την ταινία, θα ξέφυγε ίσως γι’ αυτό το λόγο. Όμως το κυρίαρχο είναι ένας αισθησιασμός, που τονίζεται ιδιαίτερα από την πανέμορφη δεκατριάχρονη Jaroslava Schallerová. Ας μην ξεχνάμε ότι στα μεσαιωνικά αφηγήματα οι ηρωίδες είναι δεκατριάχρονες. «Τα δεκατρία τα ’κλεισε, στα δεκατέσσερά ’ναι» η Αρετούσα (δεν είναι ακριβώς αυτός ο στίχος, δεν τον θυμάμαι και ας τον ξαναδιάβασα εντελώς πρόσφατα), και η Ιουλιέτα, αν δεν με απατά η μνήμη μου, ήταν δεκατεσσάρων χρόνων. Απόπειρα βιασμού, αιμομιξία, λεσβιακός έρωτας, δεν μας σοκάρουν σ’ αυτό το παραμύθι, ακριβώς όπως δεν μας τρομάζουν και οι σκηνές με τους βρικόλακες.
  Θυμάμαι ένα παρόμοιο παραμύθι που είδα στα χρόνια της δικτατορίας, ρώσικο, τη «Χιονάτη», σίγουρα και δυο τρία ακόμη που δεν τα θυμάμαι. Να ήταν και αυτά άραγε μια απόπειρα διαφυγής από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό; (τελικά τη βρήκα στο imdb. Κοίτα να δεις, τη βρήκα και με υπότιτλους στο youtube).

  Μου αρέσει ο ποιητικός κινηματογράφος όταν δεν θυσιάζει την πλοκή. Σ’ αυτή την ταινία όμως σε μεγάλο βαθμό τη θυσίασε, αλλά παρ’ όλα αυτά μου άρεσε πάρα πολύ. Αξίζει να δείτε ένα trailer, για να πάρετε μια εικόνα. Αν σας αρέσει, μπορείτε να τη δείτε στο youtube, με ελληνικούς υπότιτλους.
  Μπα, βρήκα κάτι καλύτερο, ένα τραγούδι που έχει σκηνές από το έργο, πολύ χαρακτηριστικές. Η τελευταία σκηνή είναι και η τελευταία σκηνή της ταινίας.
  Ξέχασα να το γράψω.
  Ακούμε συχνά τη Βαλέριε να φωνάζει τον (ίσως) αδελφό της: Όρλικ! Και θυμήθηκα τη «Σιωπή» (1997) του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ, στην οποία το κοριτσάκι συχνά φωνάζει τον τυφλό φίλο της: Χουρσίντ!
  Και η ταινία αυτή υπάρχει στο youtube.