Book review, movie criticism

Thursday, May 16, 2019

Catherine Corsini, Μια αγάπη ανέφικτη (Un amour impossible, 2018)


Catherine Corsini, Μια αγάπη ανέφικτη (Un amour impossible, 2018)




  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Οι ανύπαντρες μητέρες είναι πια κάτι συνηθισμένο, ιδιαίτερα στις βόρειες χώρες. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η περίπτωση της Ραχήλ στο «Μια αγάπη ανέφικτη». Ο Φιλίπ δεν σκοπεύει να την παντρευτεί, της το έχει ξεκαθαρίσει, την αφήνει όμως έγκυο, παρασύροντάς την να ρισκάρουν στην τελευταία τους συνάντηση. Στη συνέχεια της ταινίας παρακολουθούμε τις σχέσεις τους, βλέποντας και την κόρη τους να μεγαλώνει. Τη βλέπουμε παιδί, έφηβη και τριαντάρα. Οι σχέσεις αυτές συχνά είναι τεταμένες. Ο αγώνας της Ραχήλ είναι να την αναγνωρίσει ο Φιλίπ, ώστε το πιστοποιητικό γέννησης να μη γράφει «αγνώστου πατρός». Θα καταφέρει να τον πείσει όταν η κόρη τους είναι πια έφηβη, όμως με τι τίμημα;
  Εδώ βλέπω ένα πρόβλημα που τυχαίνει να παρουσιάζεται σε κάποιες κινηματογραφικές μεταφορές μυθιστορημάτων. Στην ταινία δεν μπορούν να χωρέσουν όλα τα επεισόδια που υπάρχουν στο βιβλίο, αλλά προπαντός δεν δίνονται λεπτομέρειες κάποιων επεισοδίων, σχολιασμοί και σκέψεις πάνω σ’ αυτά, κ.ά. Ο σκηνοθέτης, και πιο πρώτα ίσως ο σεναριογράφος, έχοντας στο μυαλό του το μυθιστόρημα όπου όλα είναι ξεκάθαρα, νομίζει ότι αυτά που μεταφέρει είναι εξίσου ξεκάθαρα και στον θεατή. Όμως αυτό δεν συμβαίνει πάντα, και αυτή είναι μια ολοκάθαρη περίπτωση σ’ αυτή την ταινία. Κάποια πράγματα μας ξένισαν, γιατί δεν είδαμε να συμβαίνουν «κατά το εικός και το αναγκαίον», όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, πιστεύω εξαιτίας της έλλειψης λεπτομερειών που υπάρχουν στο μυθιστόρημα. Μα είναι δυνατόν η κόρη να συμπαρασταθεί στον πατέρα της στις τελευταίες του στιγμές; Και προ παντός… Και πώς διάβολο, η μητέρα της τη μεγάλωσε με τόσο κόπο, έκανε μετά πέντε ολόκληρα χρόνια να τη δει; Η μεγάλη ανατροπή με βρήκε εντελώς απροετοίμαστο, καθώς η αφηγηματική αναμονή είναι η σύσφιξη των σχέσεων πατέρα και κόρης, κάτι που βέβαια συμβαίνει, αλλά όχι μόνο αυτό.
  Ναι, δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η ταινία.
 

Thursday, May 9, 2019

Justin Kelly, Η πιο μεγάλη απάτη (JT LeRoy 2018)


Justin Kelly, Η πιο μεγάλη απάτη (JT LeRoy 2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Το μοτίβο της ψεύτικης ταυτότητας, είτε σαν όνομα, όπως η περίπτωση του Jeremiah Terminator Leroy, είτε σαν ιδιότητα (ο συγγραφέας που τιμήθηκε με Νόμπελ ενώ τα έργα του τα έγραφε η γυναίκα του, στη «Σύζυγο» που είδαμε πριν δυο μήνες) δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο, όμως όχι και σπάνιο. Στο μυαλό μου έρχεται η «Δωδεκάτη νύχτα» του Σαίξπηρ, ο Ορέστης στον τραγικό μύθο που δεν παρουσιάζεται με το πραγματικό του όνομα στο Άργος για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του, και ο Ερωτόκριτος, που «μαυρισμένος» παρουσιάστηκε σαν κάποιος άλλος για να σώσει την Αθήνα από τους επιδρομείς και να βάλει σε δοκιμασία την Αρετούσα, λες και δεν ήταν πεπεισμένος, με τα τόσα που τράβηξε, για τον έρωτά της.
  Η ιστορία είναι βασισμένη σε πραγματικό γεγονός. Η Λώρα Άλμπερτ, που ανάμεσα στα άλλα «δούλεψε» και σαν σεξ τηλεφωνήτρια (τη δεκαετία του ’90 δεν υπήρχαν ακόμη τα τηλεοπτικά προγράμματα με τις όμορφες κοπέλες που σε προκαλούν να τις πάρεις τηλέφωνο για να σου πούνε ερωτόλογα, και φυσικά ούτε τα cam-girls του διαδικτύου, έτσι η πιο πανάσχημη, μια και δεν την έβλεπες, μπορεί να σε «έφτιαχνε» ερωτικά-διάβασα μια τέτοια περίπτωση), έγραψε ιστορίες με ψευδώνυμο, ένα από τα οποία ήταν το JT LeRoy, ένα αγόρι με ταλαιπωρημένα παιδικά χρόνια και εφηβεία, που για μεγάλο διάστημα ήταν άστεγο. Οι ιστορίες με αυτό το ψευδώνυμο υποτίθεται ότι ήταν αυτοβιογραφικές, και, ακούμε στην ταινία, όντως ήταν σε κάποιο βαθμό για τη συγγραφέα.
  Ταινία χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις, με μοναδικό σασπένς αυτό της αναπόφευκτης αποκάλυψης, κρατάει το ενδιαφέρον μας κυρίως λόγω της ερμηνείας της συνονόματης Laura Dern και της όμορφης Κρίστεν Στιούαρτ στο ρόλο της Σαβάνα, της κουνιάδας της, που υποκρίθηκε ότι ήταν ο JT LeRoy.  
  Πιασάρικος ο ελληνικός τίτλος, αλλά σαν να είναι λιγάκι υπερβολικός. Δηλαδή τι, πιο μεγάλη απάτη και από το χρηματιστήριο;   

Saturday, May 4, 2019

Thierry de Peretti, Ο κορσικανός (Une vie violente 2017)


Thierry de Peretti, Ο κορσικανός  (Une vie violente 2017)


  Από την Πέμπτη, την επομένη της πρωτομαγιάς, στους κινηματογράφους.
  Τελικά τις μικρές ιστορίες τις αγνοούμε. Και βέβαια και τις μεγάλες, αρκετοί από εμάς. Η μικρή ιστορία εδώ είναι η ιστορία της Κορσικής, της πατρίδας του Ναπολέοντα. Διαβάζουμε στα γράμματα της αρχής, που μας δίνουν το ιστορικό φόντο της πλοκής:
  «Αφού πουλήθηκε το 1768 στους γάλλους από τους γενουάτες, η Κορσική γνώρισε διάφορα κύματα εθνικιστικών κινητοποιήσεων που κορυφώθηκαν με τις ένοπλες συγκρούσεις του 1976. Ο εθνικισμός εξαπλώθηκε και δίχασε τους κορσικανούς. Ένας μέρος της νέας γενιάς ενεπλάκη σ’ αυτό τον διχασμό. Τη δεκαετία του ’90, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Κορσικής διασπάστηκε δημιουργώντας πολιτική αναταραχή και βία. Αναπτύχθηκε το οργανωμένο έγκλημα ενώ σχηματίσθηκαν αντίπαλα κινήματα. Μια νέα γενιά κορσικανών ενεπλάκη στη σύγκρουση».
  Πολλές ταινίες ακολουθούν τον Όμηρο και ξεκινάνε in media res, από ένα συναρπαστικό επεισόδιο που κεντρίζει το ενδιαφέρον του θεατή, και στη συνέχεια πηγαίνουν στην αρχή των γεγονότων που απαρτίζουν την πλοκή. Εδώ το επεισόδιο αυτό είναι η δολοφονία του Κριστόφ, παιδικού φίλου του Στεφάν, που τον κάνει να γυρίσει στην Κορσική για να παραστεί στην κηδεία του, ξέροντας ότι αυτό θα αποβεί μοιραίο για τον ίδιο (η ταινία είναι εμπνευσμένη από τη δολοφονία ενός κορσικανού εθνικιστή). Αφηγείται την ιστορία του, πώς από ένας απλός συμπαθών του εθνικιστικού κινήματος γίνεται ενεργό μέλος του για να καταλήξει σε δυναμικό ακτιβιστή.
  Πολύ ωραία ταινία, με κορυφαία κατά τη γνώμη μου δυο μεγάλα πλάνα. Στο πρώτο, σχεδόν πεντάλεπτο, κοντά στο τέλος, κάποιες γυναίκες συζητούν χαλαρά την πολιτική κατάσταση και τα γεγονότα γύρω απ’ αυτήν. Στο δεύτερο, τρίλεπτο, με το οποίο κλείνει και η ταινία, η κάμερα παρακολουθεί τον ήρωα καθώς, πηγαίνοντας πεζός για μια συνέντευξη, αφηγείται, ανάμεσα στα άλλα, πως είδε, όταν ήταν παιδί, να δολοφονούν κάποιον στη μέση του δρόμου, προσημαίνοντας κατά κάποιο τρόπο τη δική του δολοφονία.