Book review, movie criticism

Wednesday, September 9, 2009

Έρη Ρίτσου, Γιατρός επαρχίας

Έρη Ρίτσου, Γιατρός επαρχίας, Κέδρος 2004

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα.

Μετά από τα δυο παιδικά της βιβλία «Οι τρεις βασιλοπούλες» και «Η καλή μεγάλη καφετιά αρκούδα βρήκε την επιτυχία», η Έρη Ρίτσου εκδίδει τον «Γιατρό επαρχίας», μια συλλογή διηγημάτων.
Τη γραφή της Έρης την πρωτογνωρίσαμε από το διήγημά της «Το πάρτι», ένα από τα πιο εκτενή και πιο ωραία της συλλογής των 46 σαμιωτών συγγραφέων «Ταξίδια στον κόσμο, τη μνήμη και τη φαντασία». Η πεποίθησή μας ότι διαθέτει ένα εξαιρετικό ταλέντο επιβεβαιώθηκε διαβάζοντας την πρώτη της αυτή συλλογή διηγημάτων.
Το χιούμορ το θεωρώ ως μια από τις μεγαλύτερες αρετές μιας αφήγησης, μαζί με το σασπένς: Κάνει την ανάγνωση απολαυστική. Και τα διηγήματα της Ρίτσου διαθέτουν αρκετό.
Στην «Επίσκεψη», στο πρώτο διήγημα, ένα προσχηματικό διάλογο που στην πραγματικότητα είναι ένας ασθματικός εσωτερικός μονόλογος, η συγγραφέας σατιρίζει τον «μοναξιασμένο», ακατάστατο μποέμ ήρωά της, και στη συνέχεια, με τα λόγια του, την σύγχρονη ελληνική πεζογραφία:
«…Όσο για τους νεοέλληνες, έχεις την εντύπωση πως γράφουν όλοι με το ίδιο μπικ. Κινηματογραφικές σκηνές, εικόνες καθημερινού βίου διανθισμένες με λίγους κώλους (συγνώμη για τη γλώσσα) και με όλα τα σχετικά συνθετικά, «κωλόπαιδο», «κωλόφαρδος», «κωλοβαράω», και ακόμα λίγοι ΕΣΑτζήδες, λίγες πουτάνες, λαϊκοί τύποι, φορτηγατζήδες, ροζ καπιτονέ ρόμπες και γραβάτες με τεράστια λουλούδια ή πουά – ανάλογα -, νεαροί με μηχανάκια, η απαραίτητη λαϊκή αγορά, υπαίθριοι σινεμάδες. Ζαχαροπλαστεία, σουβλατζίδικα και κουτούκια. Καζαντζίδης. Αθήηηηνα! Τα διαβάζεις όλα, τα ξέρεις, τα κατέχεις, τα εμπεδώνεις και λες: «Καλοί μου άνθρωποι, γιατί να μη γράψω κι εγώ;» (σ. 14).
Το να μιλάς για τον διάσημο πατέρα του σε διηγήματά σου είναι από μόνο του αβανταδόρικο, και πουλάει, ανεξάρτητα από την ποιότητά τους, όπως το «Δέκα μύθοι και μια ιστορία» του Νίκου Παπανδρέου. Η Έρη σατιρίζει στο «Η συνέντευξη που δεν δόθηκε» τις αφηγηματικές αναμονές δημοσιογράφου και αναγνωστών για το τι θα πει για τον πατέρα της η κόρη του ποιητή.
«-Πώς νιώθεις που είσαι κόρη του διάσημου Ντι;
Δε νιώθει τίποτα. Το «τίποτα» όμως δεν είναι απάντηση. Δεν είναι απάντηση που να ικανοποιεί τη νεαρή δημοσιογράφο, ούτε φυσικά τους χιλιάδες αναγνώστες της μεγάλης σε κυκλοφορία εφημερίδας. Όπως είναι φυσικό, αυτό που ενδιαφέρει είναι τα λεπτά κι ευγενικά αισθήματα των παιδιών διάσημων ανδρών και όχι η αναισθησία τους. Τς τς, ντροπή… «Τίποτα»… Όταν είναι δώρο θεϊκό ν’ αναπνέεις τον ίδιο αέρα με τον διάσημο Ντι» (σ. 20).
Στη συνέχεια ό,τι γράφει η Έρη δεν είναι για τον διάσημο Ντι, αλλά για τον μπαμπά της.
Και, μια και μιλάμε για το χιούμορ της Έρης:
«Η νεαρή δημοσιογράφος φεύγει ικανοποιημένη. Ακολουθεί η φωτογράφος με το μαύρο βαλιτσάκι. Έχει σκοτεινιάσει για τα καλά. Μια περίεργη μυρωδιά γεμίζει το σπίτι. Η κόρη του διάσημου Ντι τρέχει στην κουζίνα. Το βραδινό φαγητό έχει καεί. Ο διάσημος Ντι θα φάει πάλι τηγανητά αυτά». Έτσι τελειώνει το διήγημα.
Στο τρίτο διήγημα με πρωταγωνιστή «Ένα ταλαντούχο άνθρωπο», μια παραλλαγή του ήρωα του πρώτου διηγήματος, σε μια χιουμοριστική διαλεκτική «ύλης-πνεύματος» η Έρη περιγράφει σπαρταριστά τις προσπάθειες μιας ομάδας πεινασμένων φίλων να ξεφύγουν από τον οικοδεσπότη φίλο τους που επιμένει να τους αναλύει το διήγημα που μόλις τους διάβασε, και να πάνε κάπου να φάνε. Ο ίδιος δεν τους ακολούθησε γιατί «κάτι σκέφτηκε και ήθελε να το γράψει».
Στο «Ταξίδι», μια αντιστροφή του «Γκοντό» που ποτέ δεν έρχεται, με τον ήρωα εδώ ποτέ να μη φεύγει (όπως ο Β στο «Σταθμό» του Παύλου Μάτεσι) διαβάζουμε την σπαρταριστή ατάκα: «… κι εκείνο το παράδειγμα με τα εργατικά μυρμήγκια και τον άχρηστο τραγουδιστή τζίτζικα να επαναλαμβάνεται ευλαβικά γενιές ολόκληρες κάθε χρόνο στην έκθεση της αποταμίευσης» (σ. 47).
Συμμεριζόμενος κι εγώ την ίδια αντιπάθεια για τα εργατικά μυρμήγκια έγραψα στην έκθεση για την αποταμίευση στη δευτέρα Γυμνασίου (ήξερα ότι έτσι κι αλλιώς τον κουμπαρά-βραβείο θα τον έπαιρνε ο γιος κάποιας προσωπικότητας της μικρής επαρχιακής μας πόλης – αργότερα θα μάθαινα ότι σχεδόν όλα τα βραβεία είναι σικέ, του Νόμπελ μη εξαιρουμένου) ότι όποιος αποταμιεύει είναι βλάκας, αφού τα χρήματα του τα τρώει ο πληθωρισμός, και ότι καλύτερα είναι να κάνει επενδύσεις. Η έκρηξη οργής του φιλόλογού μου (για την ακρίβεια ήταν θεολόγος) ήταν αναμενόμενη: «Ούτε πληρωμένο να σε είχανε μωρέ δεν θα μου έγραφες τέτοια πράγματα». Τώρα, ατενίζοντας τη ζωή μου πίσω, δεν το μετάνιωσα που έμεινα ένας τραγουδιστής τζίτζικας. Καμαρώνω τα τραγούδια-βιβλία μου, και άσε τους άλλους, συναδέλφους καθηγητές με τα ιδιαίτερά τους, να καμαρώνουν για τα διαμερίσματα και τα αμάξια τους.
Το διήγημα «Μέθεξη στους ΗΣΑΠ» μου θύμισε πολύ τα διηγήματα της Αγγέλας Καστρινάκη, κινούμενο κι αυτό στη παράδοση του «ελάχιστου», σύμφωνα με ένα προσφυή όρο του Γιώργου Καραμπελιά («Από το μέγιστο στο
ελάχιστο, δοκιμές για την πεζογραφία της μεταπολίτευσης» εκδόσεις Λευκωσία 1993). Σύντομο διήγημα, αφήγηση ενός τετριμμένου συμβάντος. Και ενώ στον «Ταλαντούχο άνθρωπο» η Έρη σαρκάζει τον διανοούμενο, εδώ αυτοσαρκάζεται ως διανοούμενη. Στην ποιητική συλλογή που διαβάζει στο τραίνο βρίσκει πολύ ενδιαφέρονται τα ποιήματα, όμως φαίνεται να την ενδιαφέρει περισσότερο η εικόνα του ποιητή στο εσώφυλλο. Τελικά την προσοχή της την αποσπάει το περιοδικό που διαβάζει κάποια απέναντι, με τη διαφήμιση μιας ωραίας τυριέρας. Τελικά δεν καταφέρνει να δει ποιο είναι το περιοδικό, προς μεγάλη της απογοήτευση, που ήθελε να δει τη διαφήμιση για να αγοράσει την τυριέρα.
Και μια ωραία ατάκα επίσης στο θεματικό άξονα «ύλη– πνεύμα», που είναι χαρακτηριστικός στο έργο της, και με την οποία ξεκινάει το διήγημα:
«Είχε τελειώσει η παρουσίαση των ποιητικών συλλογών των νέων και μη ποιητών και με άδειο, γουργουρίζον στομάχι – δεν πρόφτασα στον μπουφέ εκτός από μερικά κομματάκια πιπεριά και δυο γουλιές ουίσκι…» (σ. 51).
Το χιούμορ της Έρης στηρίζεται σε θεματικούς άξονες αντιθέσεων, έναν από τους οποίους τον έχουμε ήδη σχολιάσει. Στον «Κιθαρίστα» ο θεματικός άξονας είναι η αντίθεση «υψηλό-χαμηλό», σε επίπεδο υφολογικό (κατά Λογγίνο) αλλά και θεματικό: Διαβάζουμε το τέλος του διηγήματος, με τον ήρωα να σκέφτεται την αγαπημένη του.
«Σε θέλω και μ’ αρέσει να σκέφτομαι πως βρίσκεσαι κάπου και τα μάτια σου είναι δυο σκοτεινές λίμνες. Καληνύχτα.
Έσβησε το φως και ξάπλωσε. Μέσα στο σκοτάδι είδε το φωτεινό καντράν του ρολογιού. Δύο η ώρα.
- Φτου, είπε, άρχισε το φτηνό ρεύμα, και σηκώθηκε να βάλει πλυντήριο» (σ. 63).
Υφολογικά έχει ενδιαφέρον το διήγημα καθώς κινείται στη φόρμα του σεναρίου. Αποτελείται από μια διαδοχή «εικόνων», δηλαδή σεκάνς.
Ο ταξιτζής σαν ήρωας πρωταγωνιστεί συχνά κινηματογραφικά και μυθιστορηματικά. Μου έρχονται στο νου «Ο ταξιτζής» του Σκορσέζε, το «Τάξι» του Σάουρα, και το «Ροζ που δεν ξέχασα» του Γιάννη Ξανθούλη. Ο «Τάξι ντράιβερ» της Έρης είναι μια παραλλαγή των ηρώων του Σκορσέζε και του Ξανθούλη. Στη μοναξιά του τιμονιού, ο ταξιτζής ψάχνει πελάτη που να του ανοίξει την καρδιά. Στη θλιβερή του ιστορία, μια ιστορία γεμάτη απώλειες, η Έρη ξεχνάει το χιούμορ της. Η έλλειψη χιούμορ, άτοπου εδώ, αναπληρώνεται με το άφθονο σασπένς.
Τον Ξανθούλη μου θυμίζει και το «Τηλεφώνημα», το επόμενο διήγημα της Έρης, και συγκεκριμένα τον ήρωα της «Εποχής των καφέδων». Η αναζήτηση ενός προσώπου του παρελθόντος θα μπορούσε να μας πει ένας ψυχαναλυτής ότι στην πραγματικότητα δεν είναι παρά αναζήτηση του ίδιου του παρελθόντος που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Είναι μια απελπισμένη προσπάθεια να πάρουμε το μονοπάτι που δεν τολμήσαμε ή δεν μπορέσαμε τότε να πάρουμε. Πήραμε το μονοπάτι της Αρετής, σαν τον Ηρακλή, δηλαδή της σωφροσύνης, δηλαδή του συμβιβασμού, ενώ η καρδιά μας λαχταρούσε το μονοπάτι της Κακίας, της μοχθηρότητας των ενστίκτων μας. Η ηρωίδα, όταν τολμά μετά από χρόνια να αναζητήσει τη χαμένη της πρώτη αγάπη, θα μάθει ότι δεν πρόλαβε, είχε πεθάνει μόλις πριν λίγο. «Τώρα ορφάνευε. Τώρα που πέθανε το όνειρό της». Κι ας λέει το ανέκδοτο ότι ο άνδρας δεν ξεχνάει ποτέ την πρώτη του αγάπη, και η γυναίκα – την τελευταία.
Στον «Γιατρό επαρχίας», το τελευταίο και εκτενέστερο διήγημα της συλλογής που της δίνει και τον τίτλο – νουβέλα θα λέγαμε καλύτερα, καθώς μάλιστα είναι χωρισμένο σε κεφάλαια – βλέπουμε να επανέρχεται το χιούμορ και η σάτιρα. Παρωδώντας τα κάδρα που στόλιζαν τα επαρχιακά σπίτια την εποχή αμέσως μετά τον πόλεμο – το διήγημα είναι σε μεγάλο βαθμό ηθογραφικό – γράφει: «…ένα μεγαλύτερο κάδρο, με ένα λιβάδι και βουνά στο βάθος και ένα δέντρο στη δεξιά άκρη, κάτω απ’ το οποίο στεκόταν μια βοσκοπούλα που κρατούσε στο ένα χέρι μια ψηλή γκλίτσα και ανασήκωνε με το άλλο την μπλε φούστα της, για να δείξει στα πρόβατα που αναπαύονταν κάτω απ’ το δέντρο το κόκκινο μισοφόρι της» (σ. 130).
Η ίδια αίσθηση ματαίωσης που χαρακτηρίζει τα δυο προηγούμενα διηγήματα υπάρχει και εδώ. Όμως το ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στις αφηγηματικές ανατροπές, που διαψεύδουν τις αφηγηματικές προσδοκίες του αναγνώστη, διαμορφωμένες στη βάση ειδολογικών αναμονών. Έτσι, ενώ αρχικά είμαστε προετοιμασμένοι για μια ιστορία στο μοτίβο του Σταχτοπούτου, ή καλύτερα της «Κόρης μου της σοσιαλίστριας» (το φτωχόπαιδο που παντρεύεται το πλουσιοκόριτσο), ή ακόμα καλύτερα του Ερωτόκριτου, βλέπουμε το πλουσιοκόριτσο να παντρεύεται το φτωχόπαιδο μετά από μια χρεοκοπία του πατέρα της. Και ενώ, παρολαυτά, περιμένουμε το χάπυ εντ, τα πράγματα δεν εκτυλίσσονται έτσι. Η σατιρικά ηθογραφική νουβέλα της Έρης είναι σκληρά ρεαλιστική. Η Δουλτσινέα των ονείρων του νεαρού γιατρού ίσως δεν μετεξελίχθηκε σε μέγαιρα, μετεξελίχθηκαν όμως τα αισθήματά του μετά από χρόνια έγγαμου βίου, «με τα καλά του, που ίσως λιγόστευαν, με τα κακά του, που ίσως πλήθαιναν». Το έργο τελειώνει με τον γιατρό να υπογράφει το πιστοποιητικό θανάτου της πρώην σπιτονοικοκυράς του μουρμουρίζοντας: «Είχε τις αντιρρήσεις της η καημένη (για το γάμο του). Ίσως και να ’χε δίκιο».
Και θυμάμαι τον απελπισμένο έρωτα του Εκτόρ Μπερλιόζ για την Harriet Smithson, καρπός της οποίας υπήρξε η θαυμάσια «Φανταστική συμφωνία» του. Τελικά την κατάφερε να τον παντρευτεί, δεν την άντεξε όμως και αναγκάστηκε να τη χωρίσει.
Χιούμορ, σάτιρα, απλή και ανεπιτήδευτη γλώσσα, (αυτό) σαρκασμός του διανοούμενου, ματαίωση, είναι λέξεις και φράσεις με τις οποίες θα χαρακτηρίζαμε τα εξαίρετα αυτά διηγήματα της Έρης Ρίτσου. Μπορεί να μη γράφει ποίηση, αλλά φαίνεται ότι το μήλο πέφτει κάτω απ’ τη μηλιά.
Post a Comment