Book review, movie criticism

Sunday, September 13, 2009

Μάρω Βαμβουνάκη, Τα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό

Μάρω Βαμβουνάκη, Τα πράγματα που ζουν απ’ τον χαμό, Φιλιππότης 2005

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Το να γράφεις την 25η βιβλιοκριτική σου για το 25ο βιβλίο μιας παλιάς σου φίλης σου δημιουργεί το άγχος της επανάληψης. Τα βιβλία όλων των συγγραφέων είναι περίπου παραλλαγές στο ίδιο θέμα, και το θέμα της Βαμβουνάκης είναι ο έρωτας. Έχει όμως η βιβλιοκριτική την πολυτέλεια να είναι μια παραλλαγή;
Η Βαμβουνάκη μου άρεσε πάντα. Δεν πλήττω με το γράψιμό της, και γι αυτό το βιβλίο αυτό το φύλαξα για δύσκολες ώρες, όπως είναι περίπου ένα ταξίδι στην Κρήτη. Αυτή τη φορά η δύσκολη ώρα ήταν, μετά από τέσσερις μόλις ώρες ύπνου, να περιμένω το γιο μου να τελειώσει τις εξετάσεις του στο proficiency. Σε ένα goody’s στη Νέα Φιλαδέλφεια διάβασα το βιβλίο, δυο με τέσσερις το απόγευμα. Και μου τράβηξε αμέσως την προσοχή. Γιατί, βλέποντας το θέμα, νόμιζα πως διάβαζα μια βιογραφία που με αφορούσε. Ένιωθα να γεμίζω από οργή. Καθώς όμως προχωρούσα στην ανάγνωση καλμάρισα. Ο άλλος στη δική μου ιστορία τη Σεχεραζάντ δεν θα την έχει ποτέ ακούσει, το πολύ πολύ να έχει ακούσει τα παραμύθια της Χαλιμάς. Όσο για αυτή, την μαντάμ Μπατερφλάι θα την έχει ακούσει από μένα, ίσως να πήγαμε και μαζί στην Όπερα, όμως την άρια δεν θα την αναγνωρίσει ούτε κατά διάνοια.
Και η μοιχεία έχει τις παραλλαγές της, όπως αυτή στο «Χρονικό μιας μοιχείας», το τρίτο βιβλίο της Βαμβουνάκη, που πριν καταπιαστώ μ’ αυτές τις γραμμές ξανακοίταξα τι έγραψα γι αυτό. Κυρίως όμως με ενδιέφερε να δω ποια ήταν η παραλλαγή εκείνης της μοιχείας.
Η ηρωίδα στο έργο αυτό εγκαταλείπει τον εραστή της την επόμενη κιόλας μέρα. Μετά την πλήρωση του ονείρου της είχε χάσει πια το ενδιαφέρον γι αυτόν. Και η Βαμβουνάκη γράφει σε μια από τις πιο διεισδυτικές παρατηρήσεις της: «Αγαπάμε τελικά τα πρόσωπα, ή μόνο τον έρωτα αγαπάμε; Αγαπάμε αυτό που μας δίνουν ή αυτό που περιμένουμε να μας δώσουν; Τη μορφή τους πόσο αγαπάμε και πόσο τη μεταμόρφωση που σχολαστικά τους επεξεργαζόμαστε;».
Η κριτική μου στις δικαιολογίες της ηρωίδας για την εγκατάλειψη είναι ότι πρόκειται για εκλογικεύσεις, για να κρύψει τις εσωτερικές αναστολές της. Η κριτική μου για τον έρωτα της ηρωίδας στο παρόν μυθιστόρημα, που ο χωρισμός έρχεται από το τυχαίο γεγονός του θανάτου του φίλου της από καρδιακό επεισόδιο, είναι ότι έχουμε κι εδώ εκλογικεύσεις και εξιδανικεύσεις. Πώς μια συνάντηση-πήδημα κάθε Τετάρτη, έστω και επί χρόνια, μπορεί να μετατραπεί σε έρωτα; Δεν απαιτείται μήπως γι αυτό περισσότερο χρόνος, και δοκιμασία σε καταστάσεις εκτός κρεβατοκάμαρας; Μήπως ο έρωτας είναι το άλλοθι για να κάνουμε σεξ χωρίς ενοχές; (Λέω εγώ).
Ας επαναληφθούμε γι αυτούς που δεν μας έχουν διαβάσει. Η ιστορία είναι πάντα υποτυπώδης στα έργα της Βαμβουνάκη, το στημόνι για το υφάδι ενός ακατάσχετου εσωτερικού μονόλογου, στο στυλ του «ρεύματος της συνείδησης» (stream of consciousness), όπου οι αποφθεγματικές ρήσεις συχνά ξεχωρίζουν με την ευρηματικότητά τους. Η ηρωίδα «Λατρεύει τους διαλόγους των κλασικών Ρώσων μυθιστοριογράφων. Διάλογοι που κατά βάση είναι παράφοροι μονόλογοι πάσχουσας ψυχής. Σπαραχτικοί, περίπου παραληρηματικοί από ένα σημείο και μετά, τον παρασέρνουν όπως ένας ποταμός που γνωρίζει καλά το πού πηγαίνει να χυθεί. Ορμητικός που, παρά ταύτα, γνωρίζει όπως το ένστικτο την ανάγκη του. Τους αφήνεται» (σ. 101-102). Η Βαμβουνάκη στην πραγματικότητα περιγράφει εδώ τους διαλόγους των δικών της έργων. Στη σελίδα 82 ξεκινάει ένας τέτοιος διάλογος. Μιλάει η ηρωίδα και το μάκρος του λόγου της φτάνει τις τρεις σελίδες. Ο φίλος της παρεμβάλλεται με δυο γραμμές για να ξαναπάρει πάλι αυτή το λόγο για άλλη μια σελίδα, και μετά από μια μικρή παρέμβαση του άλλου πέντε γραμμών τον ξαναπαίρνει για άλλες πέντε σελίδες.
Και επειδή μόνο ο εσωτερικός μονόλογος δεν φτάνει, πλουτίζει την αφήγησή της και με διακειμενικές αναφορές: Η «Ντάμα Πίκα» και «Η κόρη του λοχαγού» του Πούσκιν, Η «Μαντάμ Μπατερφλάι» του Πουτσίνι, την ταινία «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ», ο «Εσταυρωμένος» του Νταλί, και τα quasi δοκιμιακά σχόλια που κάνει παρεμβάλλονται σαν ιντερμέδια στην ασθματική της αφήγηση.
«Δεν έχει σημασία πού, πώς και τι δουλεύει. Κάνει όλα τα διαδικαστικά της καθημερινότητας, δεν έχει σημασία ποια. Τίποτα ουσιαστικά δεν έχει σημασία γύρω από ένα τέτοιο ζευγάρι. Ένα τέτοιο ζευγάρι το μειώνουν και το ζημιώνουν οι πολλές περιγραφές, τα σκηνικά το κουράζουν μάταια. Οι ίδιοι δεν τους πολυδίνουν σημασία, κινούνται ανάμεσα σ’ αυτά όπως σε ένα τοπίο με πάχνη βαδίζει ο οδοιπόρος που λαχταρά για το τέρμα του και προς τα εκεί έχει στυλωμένη τη ματιά του, με δίψα» (σ. 60). Η Βαμβουνάκη μοιάζει να αιτιολογεί, στην πραγματικότητα όμως απολογείται για τα γυμνά σκηνικά όπου στήνει τις ιστορίες της.
Αξίζει να παραθέσουμε τα παρακάτω σχόλιά της:
«Οι μοντέρνοι καιροί σπαταλούν τον έρωτα σε μικροπεριπέτειες ερεθισμών και φτηνής, πρόχειρης αισθηματολογίας ενώ πρόκειται για βαθειά πνευματική περιπέτεια. Πρόγευση παραδείσου. Μάχη με την κόλαση. Οι νέες ιδέες απελευθερώνουν τη σάρκα και σκλαβώνουν την καρδιά σε μιζέρια κι απογοήτευση επαναλαμβανόμενη. Θα έρθει ο καιρός σύντομα που οι νέοι άνθρωποι θα πληρώσουν το τίμημα της ευκολίας με την απάθεια. Η ανέραστη, εγωκεντρική ζωή θα προτιμηθεί από ετούτη τη γενικευμένη ερωτομανία που απλώνεται στον δυτικό κόσμο της ευμάρειας» (σ. 107).
«Δεν πεθαίνουμε παρά μόνο όταν θέλουμε, της είχε πει. Την νέκρωσή μας άλλωστε μπορεί να την αποφασίσουμε πολύ πριν τον φυσικό θάνατο, κι ενόσω οι άλλοι θεωρούν ότι ζούμε» (σ. 155-6).
Και θα κλείσουμε με ένα από τα πιο ωραία αποφθέγματα με τα οποία πλουτίζει η Μάρω τα βιβλία της: «Όποιος σκορπίζει τον εαυτό του στο εφήμερο εξασθενίζει την ελπίδα του για το αιώνιο» (σ. 108).
Post a Comment