Book review, movie criticism

Wednesday, September 2, 2009

Μαρία Σταματάκη, Εγώ ήμουν η τελευταία που μ’ αγαπούσα

Μαρία Σταματάκη, Εγώ ήμουν η τελευταία που μ’ αγαπούσα, Καστανιώτης, 2005

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Το «Εγώ ήμουν η τελευταία που μ’ αγαπούσα» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Μαρίας Σταματάκη. Έχει δημοσιεύσει επίσης ένα παιδικό με τίτλο «Η Σκονούλα και η νύχτα».
Συγκριτολόγος από ιδιοσυγκρασία, θα ήθελα να το αντιπαραθέσω σε ένα άλλο μυθιστόρημα, με το οποίο έχει ορισμένα κοινά σημεία. Το μυθιστόρημα αυτό είναι η «Αστραδενή» της Ευγενίας Φακίνου.
Πρώτο κοινό σημείο: Είναι το πρώτο μυθιστόρημα και των δυο συγγραφέων.
Δεύτερο κοινό σημείο: Η πρωταγωνίστρια είναι ένα εντεκάχρονο κοριτσάκι.
Τρίτο κοινό σημείο: Οι τραυματικές εμπειρίες βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, με την κορυφαία να κλείνει και τα δυο μυθιστορήματα: Η Αστραδενή βιάζεται. Η Ελπίδα, όταν μαθαίνει ότι ο πατέρας της βίασε τη μητέρα της για να την αναγκάσει να τον παντρευτεί, κάνει μια απόπειρα αυτοκτονίας.
Ας έλθουμε τώρα στις διαφορές.
Και πρώτα πρώτα ο τίτλος. Το έργο της Φακίνου ως τίτλο έχει το όνομα της ηρωίδας της. Ακολουθεί την παράδοση των μεγάλων ρεαλιστών συγγραφέων του 19ου αιώνα, που έχουν τιτλοφορήσει έργα τους με τα ονόματα των ηρωίδων τους: Μαντάμ Μποβαρύ, Νανά, Τερέζα Ρακέν, Άννα Καρένινα.
Το τίτλος του έργου της Σταματάκη βρίσκεται σε πλήρη ρήξη με τα ειωθότα: περιέχει ρήμα, σε μια πλήρη πρόταση, κάτι πολύ σπάνιο σε τίτλο. Ο Χρόνης Μίσσιος τιτλοφορεί με όμοιο τρόπο τα μυθιστορήματά του: «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε», «Τα κεραμίδια στάζουν» και «Το κλειδί είναι κάτω απ’ το γεράνι» (περιέργως εγκαταλείπει αυτό το στυλ τιτλοφόρησης στο τελευταίο του έργο «Ντομάτα με γεύση μπανάνας»).
Διαφέρουν επίσης και στην αφήγηση. Η αφήγηση στην «Αστραδενή» είναι πρωτοπρόσωπη. Στο μυθιστόρημα της Σταματάκη είναι τριτοπρόσωπη. Και βλέπουμε εδώ το εξής παράδοξη: Ενώ η πρωτοπρόσωπη αφήγηση χρησιμοποιείται κυρίως για να εκφράσει ο ήρωας με πειστικότερο τρόπο τα αισθήματά του, στην Αστραδενή, όπως σημειώναμε σε άρθρο μας για τη συγγραφέα, («Ευγενία Φακίνου», Έρευνα, Φεβ-Μαρτ. 1993) «είναι η φωνή μιας σπήκερ που παρατηρεί και περιγράφει με λεπτομέρειες για τους ακροατές της. Είναι μια αφήγηση εντυπώσεων, και όχι αισθημάτων τα οποία, ελαχιστότατα, κλείνο¬νται μέσα σε παρενθέσεις». Αντίθετα η τριτοπρόσωπη αφήγηση της Σταματάκη εστιάζεται συνεχώς πάνω στα συναισθήματα της ηρωίδας της.
Τρίτη διαφορά: Το έργο της Φακίνου αποπνέει ένα αίσθημα απαισιοδοξίας για τη ζωή, όπως άλλωστε και όλα τα έργα της, σε αντίθεση με το έργο της Σταματάκη, όπου η ζωή, παρά τις αντιξοότητές της, αντιμετωπίζεται, αν όχι με αισιοδοξία, πάντως με στωικότητα, και οπωσδήποτε όχι με απελπισία. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό θυμήθηκα τη σαρδόνια προσθήκη του Francis Herbert Bradley πάνω στη ρήση του Λάιμπνιτζ ότι «Αυτός είναι η καλύτερος των δυνατών κόσμων»: «Και κάθε τι σε αυτόν είναι ένα αναγκαίο κακό». Η συγγραφέας μοιάζει να λέει: Αυτή είναι η ζωή που μας δόθηκε, και πρέπει να τη ζήσουμε όσο μπορούμε καλύτερα. Το όνομα της ηρωίδας υπονοεί και τη θέση της συγγραφέως: Ελπίδα.
Τρία είναι τα κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά του έργου, τα κύρια εφέ του:
Πρώτον, το εφέ της δισημίας. Είναι ένα εφέ που χρησιμοποιούν συχνά οι συγγραφείς για την πρόκληση χιουμοριστικών εφέ, κυρίως όταν οι ήρωες είναι μικρά παιδιά που δεν γνωρίζουν τις πολυσημίες των λέξεων. Εδώ η Ελπίδα δεν μπορεί να καταλάβει γιατί έλεγαν για τη γεροντοκόρη θεία της πως «δεν είχε φάει ποτέ κρέας», ενώ αυτή την είχε δει να τρώει.
Το δεύτερο εφέ είναι το εφέ της επανάληψης.
«Μετά ησυχάζουν.
Μετά ανοίγουν την πόρτα.
Μετά πάνε στην τουαλέτα.
Μετά τρέχουν για νερό΄.
Μετά στην κουζίνα πίνουν νερό.
Μετά πάει αυτός να της ρίξει πάνω της το σεντόνι (σελ. 78).
Το χρησιμοποιεί συχνά η Σταματάκη για να εκφράσει, σε υφολογικό επίπεδο, την αδημονία ή την ψυχική ένταση της ηρωίδας της.
Το τρίτο εφέ είναι το εφέ της απαρίθμησης, που συχνά συνδυάζεται με το εφέ της επανάληψης, όπως στο προηγούμενο παράδειγμα.
«Η ξερή φωνή έλεγε: Μην κάνεις έτσι. Πρώτον, τα ξέρεις απέξω. Δεύτερον, μπορείς να φτιάξεις καινούρια, όσα θες (ποιήματα που της έσκισε η μάνα της). Τρίτον, δε χάθηκε ο κόσμος. Τέταρτον, δεν ήταν και σπουδαία. Πέμπτον, αργά ή γρήγορα το περίμενες και το φοβόσουν. Έκτον, ήξερες πως ήταν κακά αυτά που έγραφες. Έβδομον…» (σελ. 112).
Η συχνή χρήση ερωτηματικών είναι ένα ακόμη υφολογικό στοιχείο. Από τους νεοέλληνες συγγραφείς το χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Γιώργος Μανιώτης, ακόμη και σε τίτλους διηγημάτων του. Τα «μήπως» και τα «γιατί» αφθονούν. Η συγγραφέας εκφράζει έτσι υφολογικά ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας της ηρωίδας της, να αναλύει και να βλέπει τα πράγματα από χίλιες δυο πλευρές, αναζητώντας όλες τις πιθανές αιτίες γεγονότων και καταστάσεων:
«Η Χρύσα (η αδελφή της) τώρα δεν την θέλει. Μήπως άραγε δεν την αγαπάει κιόλας; Μήπως δεν είναι ευχαριστημένη που είναι αδελφή της; Κα τι πάει να πει αγάπη; Η Ελπίδα δηλαδή την αγαπάει; Και σαν τι μοιάζει η αγάπη της; Είναι δηλαδή η καλύτερη αγάπη; Υπάρχει άραγε καλύτερη και χειρότερη; Και ποια είναι η καλή καλή αγάπη;» (σελ. 297).
Μέσα από την ηρωίδα της η Σταματάκη εικονογραφεί τις αγωνίες, τους πόθους και τις εμπειρίες των μικρών παιδιών. Η αγωνία για τα έμμηνα, (εδώ η συγγραφέας δημιουργεί ένα εφέ ομωνυμίας με το «έμεινα», όπως αντιλαμβάνεται τη λέξη η ηρωίδα της), ο πόθος για την αγάπη των γονιών της, η εμπειρία ενός διεστραμμένου δάσκαλου που βάζει χέρι στις μαθήτριες, τα πρώτα σκιρτήματα της σάρκας, η τραυματική εμπειρία της αρρώστιας, η κατασκήνωση, τα πάρτι, είναι μερικές από τις τυπικές καταστάσεις της παιδικής ηλικίας. Και αν και η αφήγηση δεν δομείται πάνω σε ένα σασπένς, η γλαφυρότητα στην περιγραφή τόσο των τυπικών όσο και των μη τυπικών καταστάσεων της ηρωίδας, αλλά κυρίως των εσωτερικών της εντάσεων, κρατάει αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον, που κορυφώνεται στο τέλος, με την απόπειρα αυτοκτονίας της.
Post a Comment