Book review, movie criticism

Monday, September 7, 2009

Μάρω Δούκα, Τα μαύρα λουστρίνια

Μάρω Δούκα, Τα μαύρα λουστρίνια, Πατάκης 2005.

Δημοσιεύτηκε στο Λέξημα και στη Μεθόριο του Αιγαίου, τ. 21, Ιούλ.- Σεπ. 2006.

Μετά το «Ο πεζογράφος και το πιθάρι του», κείμενα που αναφέρονται στην περιπέτεια της γραφής, η Μάρω Δούκα επαναλαμβάνει το εγχείρημα με τα «Μαύρα λουστρίνια», που κυκλοφορεί στη σειρά «Η κουζίνα του συγγραφέα» των εκδόσεων Πατάκης, την οποία επιμελείται ο Μισέλ Φάις.
Αν «Ο πεζογράφος και το πιθάρι του» ήταν η έκδοση σε ξεχωριστό τόμο κειμένων που η Δούκα είχε γράψει κατά καιρούς, αυτό το βιβλίο είναι βιβλίο που γράφηκε κατά παραγγελία. «Μου φαινόταν αδιανόητο ότι θα μπορούσα να γράψω έτσι, επί παραγγελία, κάτι! Και τώρα να με!» (σελ. 140).
Ας ξεκινήσουμε από το όνομα της σειράς, που μάλλον το βιβλίο της Δούκα είναι το πρώτο που κυκλοφορεί σ’ αυτήν.
Το όνομα «κουζίνα» διαθέτει συνυποδηλώσεις και δημιουργεί συνειρμούς τόσο θετικούς όσο και αρνητικούς. Για παράδειγμα, επιβεβαιώνει την αντίληψη ότι η λογοτεχνία, αλλά και το βιβλίο γενικά, είναι καταναλωτικό προϊόν, όπως και το κάθε τι μέσα στον καπιταλισμό. Με την κουζίνα όμως είναι συνδεμένα συγκεκριμένου είδους καταναλωτικά προϊόντα, που κάθε άλλο παρά έχουν σχέση με το πνεύμα, βρίσκονται μάλιστα στον αντίποδά του, όπως είναι το φαγητό και γενικά αυτό που ορίζουμε ως «υλικές απολαύσεις». Είναι όμως αλήθεια ότι έχουμε ξεπεράσει τον δυϊσμό αυτό, που βρίσκεται στην παράδοση του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και του κατηχητικού, και ένας συγγραφέας, μπορώ να το ομολογήσω σαν ένας απ’ αυτούς, απολαμβάνει εξίσου τα παϊδάκια με ένα καλό βιβλίο.
Από την άλλη υπάρχουν οι μεταφορικές σημασίες της λέξης «μαγειρεύω». Τι κάνουν οι λογοτέχνες στην κουζίνα τους, «μαγειρεύουν» όπως οι πολιτικοί, ή οι τράπεζες τα αποτελέσματα των εξετάσεων για πρόσληψη προσωπικού, ώστε να πάρουν ένα γαλαζωπό χρώμα; Τίποτα τέτοιο ασφαλώς, όμως μια «κατινιά» δεν μπορεί να μη συνοδεύει τη λέξη «κουζίνα». Τέλος η κουζίνα του συγγραφέα δεν είναι όπως η κουζίνα της νοικοκυράς, είναι όπως η κουζίνα μιας ταβέρνας ή ενός εστιατορίου, και ο συγγραφέας είναι σαν ένας σεφ. Αν η νοικοκυρά δεν μαγειρεύει καλά, ε, δεν θα τη χωρίσει κιόλας ο άντρας της. Ο σεφ όμως παίρνει τα παπούτσια του στο χέρι. Και ο συγγραφέας, αν είναι κακός, μάλλον δεν θα ξαναδεί βιβλίο του να εκδίδεται, εκτός κι αν το πληρώσει ο ίδιος. Αλλά και πάλι δεν θα το δει να έχει μεγάλα τιράζ.
Ας πάμε τώρα στο ίδιο το βιβλίο, και στην «κυριολεξία της μεταφοράς»: με ποιο τρόπο ένας συγγραφέας γράφει ένα βιβλίο, ποια υλικά χρησιμοποιεί για να το φτιάξει και πώς τα «μαγειρεύει».
Δεν ξέρω πώς θα είναι τα επόμενα βιβλία της σειράς, πάντως αυτό θα μπορούσε να είναι ερώτηση σε μια συνέντευξη, η απάντηση της οποίας βέβαια δεν μπορεί να είναι τόσο μεγάλη ώστε να καλύψει τις σελίδες ενός βιβλίου. Έτσι το ερώτημα απαντιέται μέσα στο βιβλίο σε πολύ λιγότερες σελίδες από ότι αφήνει ο τίτλος της σειράς να υπονοηθεί. Όμως, πρέπει να πούμε εδώ, η συγγραφέας αναφέρεται αρκετά διεξοδικά σε κάθε της βιβλίο, πώς γράφηκε, τι πραγματεύεται, ποια πράγματα την ώθησαν στη συγγραφή του. Και πρέπει να πω ότι αυτό το τμήμα του βιβλίου της ήταν το λιγότερο ενδιαφέρον για μένα. Το πιο ενδιαφέρον ήταν το πρώτο τμήμα, πριν η Δούκα γίνει συγγραφέας, που είναι και το περισσότερο αυτοβιογραφικό.
Καθώς πρόκειται λοιπόν για ένα εν πολλοίς αυτοβιογραφικό βιβλίο, θα αρπάξω την ευκαιρία για να κάνω και εγώ μια αυτοβιογραφική κριτική.
Διαβάζω: «Για χρόνια, χωρίς να το έχω επεξεργαστεί λογικά, με βασάνιζε η εικόνα του δαρμένου πατέρα μου. Τι ήταν; Πάντως, όχι αριστερός. Κι όμως τον θυμάμαι δαρμένο, με μώλωπες στο πρόσωπο και στην πλάτη. Τον καλούσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στην Ασφάλεια Χανίων και τον ξυλοκοπούσαν. Ως μακρινό συγγενή αντάρτη αριστερού» (σελ. 24).
Θυμούμαι: Ο πατέρας μου έφαγε και αυτός άγριο ξύλο, ως δήθεν αριστερός. Εγώ δεν το πρόλαβα γιατί ήμουν αγέννητος, και επειδή δεν έφαγε λίγο περισσότερο από ότι του έδωσαν υπάρχω εγώ σήμερα.
Όταν ο γιατρός κ. Μανώλης Μπαντουβάς, πριν κάποια χρόνια, με πήρε τηλέφωνο και μου πρότεινε να μπω στο ψηφοδέλτιό του για την Παγκρήτιο Ένωση, του είπα ότι με τιμά η πρότασή του, αλλά τα κόκαλα του πατέρα μου θα έτριζαν να βρίσκομαι σε ένα ψηφοδέλτιο που ηγείται ένας Μπαντουβάς. Θέλησε να υπερασπιστεί το θείο του, αλλά εγώ του ανέφερα την αδικοσκοτωμένη δασκάλα Μαρία Λιουδάκη, που δολοφόνησαν εν ψυχρώ οι άνδρες του. Την αγνοούσε. Του είπα ότι θα φρόντιζα να ενημερωθεί για αυτό. Ευτυχώς ο σεβαστός μου δάσκαλος Μανώλης Παπαδάκης που έγραψε την αυτοβιογραφία της, είχε ακόμη κάποια λίγα αντίτυπα στην αποθήκη του, και τον παρακάλεσα να του στείλει ένα.
Μετά από λίγα χρόνια συναντηθήκαμε με τον γιατρό Μπαντουβά, σε μια δεξίωση που έδωσε η συμμαθήτριά μου στα κινέζικα αρχαιολόγος κα Μητσοπούλου με την ευκαιρία της έκδοσης του τελευταίου της βιβλίου. Πολύ αξιόλογος άνθρωπος ο κος Μπαντουβάς, δεν ήθελα να του αναφέρω το περιστατικό της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας. Όταν ήταν όμως να φύγουμε δεν κρατήθηκα και του το είπα.
Διαβάζω: «…την ιστορία της Φατμές, της τουρκάλας, που είχε αγαπήσει ένα χριστιανό». Βαφτίστηκε χριστιανή για την αγάπη του, για να μη φύγει με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όμως κάπνιζε σαν «φουγάρο. Ως και από τα ρουθούνια ξερνούσε, λέει, τον καπνό και τον φαρμάκωνε (τον άντρα της). Ώσπου τον έφερε στο αμήν, ξεκρέμασε ένα μεσημέρι τον τσιφτέ του, που ήταν και ο πρώτος κυνηγός, και την τουφέκισε. Κι όλοι είπαν μετά ότι καλά της έκαμε, εφόσον φούμερνε. Και τον λυπούνταν για το μέγα δράμα του» (σελ. 26). Πιο κάτω γράφει η Μάρω για μια άλλη ιστορία, «της καλύτερής μου φίλης στο γυμνάσιο» (σελ. 42). Με τα χίλια ζόρια έπεισε τους γονείς της να παντρευτεί τον νέο που αγαπούσε. Όμως κακόπεσε, ο άνδρας της την έδερνε, και πέθανε μετά από δέκα χρόνια έγγαμου βίου.
Θυμάμαι: Τα μεγάλα ειδύλλια δεν έχουν πάντα αίσιο τέλος. Σε μια βιβλιοκριτική μου για ένα βιβλίο που διηγούνταν το φλογερό ειδύλλιο και την «κλεψά» της Τασούλας από κάποιον κρητικό, ιστορία που απασχόλησε τον τύπο νομίζω το 1953, έγραψα ότι αν ο Κορνάρος έγραφε τη συνέχεια του Ερωτόκριτου, θα μαθαίναμε σίγουρα ότι ο ήρωάς μας είχε κερατώσει την Αρετούσα του με μια κυρία επί των τιμών. Η Τασούλα μετά από λίγο εγκατέλειψε τον άνδρα που είχε αγαπήσει με τόσο πάθος.
Διαβάζω για τον καλοσυνάτο φύλακα στην Μπουμπουλίνας, όπου ήταν κρατούμενη η Μάρω στη δικτατορία. Χρειαζόταν μια οδοντόκρεμα. « ‘Κοίτα τι σου ’φερα!’ κρατούσε και μου ’δειχνε μια οδοντόπαστα. Δεν ήξερα αν πρέπει να τη δεχτώ. Από τον δεσμοφύλακά σου δεν πρέπει να δέχεσαι ούτε νερό. Την πήρα όμως βιαστικά και τον ευχαρίστησα» (σελ. 69).
Θυμάμαι: Ο φίλος μου ο Γιάννης ο Παπαδάκης, καπετάνιος από την Κρήτη, υπηρέτησε στην ΕΣΑ. Δεν ήταν βασανιστής αλλά φύλακας. Μου έλεγε ότι είχε γίνει πολύ φίλος με την Τζένη Καρέζη, και σαν φίλο τον έβλεπε και μεταδικτατορικά, κάποιες φορές που συναντήθηκαν.
Ο Όσκαρ Φρανκλ είναι ο θεμελιωτής της υπαρξιακής σχολής της ψυχανάλυσης. Η θεωρία του χοντρικά είναι ότι πρέπει να θέτει κανείς στόχους στη ζωή του για να ξεπερνάει τα ψυχολογικά του αδιέξοδα. Είχε την εμπειρία του κρατουμένου σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, δεν θυμάμαι ποιο. Σίγουρα δεν ήταν το Νταχάου. Στο βιβλίο του έγραφε ότι ο διοικητής του στρατοπέδου έδινε όλο του το μισθό για την αγορά φαρμάκων για τους κρατουμένους.
Δεν ήταν όλοι οι γερμανοί απάνθρωποι. Την άλλη ιστορία θα την ξέρετε πολλοί από τους αναγνώστες. Είναι η ιστορία του «Πιανίστα», την οποία έκανε ταινία ο Ρομάν Πολάνσκι, και αναφέρεται στο πως ένας Εβραίος που κρυβόταν κρατήθηκε στη ζωή χάρη στα τρόφιμα που του έδινε ένας γερμανός αξιωματικός.
Διαβάζω: «Την ίδια εποχή το ’χαν πάρει πολύ λεβέντικα και στα έντυπα του ΚΚΕ, προκειμένου να προστατέψουν τη νεολαία από εμένα, τη χαλασμένη. Ο ένας λίβελος μετά τον άλλο (για το έργο της Η αρχαία σκουριά), υπογραμμισμένοι οι περισσότεροι από αγωνιστές που δεν χρειάστηκε να περάσουν ούτε δέκα χρόνια για να μεταλλαχτούν σε ποντικομαμές-γιάπηδες» (σελ. 142).
Θυμάμαι: Όταν ο φίλος μου ο Γιώργος Βοϊκλής έκανε πρόταση στο δήμο Ηλιούπολης να εκδώσουν το βιβλίο μου «Ο χορός της βροχής, οικολογικά παραμύθια και διηγήματα», από όλες τις παρατάξεις μόνο το ΚΚΕ απέρριψε την πρόταση. Τελικά το βιβλίο κυκλοφόρησε, μοιράστηκε δωρεάν σε τρεις χιλιάδες αντίτυπα σε όλους τους μαθητές δημοτικού της Ηλιούπολης, και στη συνέχεια σε δυο δήμους της Θεσσαλονίκης.
Θα κλείσω τη βιβλιοπαρουσίαση, που ήδη έχει πάει σε μάκρος, με ένα απόσπασμα που περικλείνει ίσως την ουσία του βιβλίου:
«Ας φαίνεται ότι γενικολογώ, στην ουσία για το γράψιμο μιλάω, για την κουζίνα μου. Κι ας φαίνεται ότι φλυαρώ, στην ουσία επιλέγω με άκρα αυστηρότητα τι θα γράψω. Και διατυπώνω με επεξεργασμένη ειλικρίνεια μόνο αυτό που θα ήθελα να πω» (σελ. 141).
Αν ήταν να μιλήσω κι εγώ για την «κουζίνα» μου ως βιβλιοπαρουσιαστής, θα έλεγα ότι θεωρώ τη βιβλιοπαρουσίαση ως αυτόνομο κείμενο που, χωρίς να ξεφεύγει από το αντικείμενό της, το βιβλίο που παρουσιάζει, επινοεί τρόπους για να γίνεται ευχάριστη στην ανάγνωση. Ένα ανέκδοτο, μια ιστορία, χωράνε πάντα στις βιβλιοπαρουσιάσεις μου.
Post a Comment